Λόγια και σκέψεις του Μακρυγιάννη.
Ότι τον κιοτή, [αυτόν που φοβάτε] χίλιες φορές να τον εύρης κιοτή, και να τον χτυπάς, πάγει καλά. Μια να σε χτυπήσει, δεν σε φοβάται πλέον.
Και όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι ‘σ αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν να πάγω αλλού. Μου λέγει, τον Βασιλέα δεν τον αγαπάς; Όχι, του λέγω. Δεν ξέρω ψέματα. Όταν χαθή η πατρίδα μου, ούτε αυτός μ’ έχει υπήκογόν του, ούτε εγώ βασιλέα. Και δι΄ αυτό χρειάζεται δικαοσύνη από σας, κι’ όχι φοβέρτες με μπαγεννέτες.
Περισσότερον ζούνε οι φοβερισμένοι από τους αφοβέριγους.
Χάριτες μεγάλες χρωστάγει η πατρίδα ‘σ όλους τους ευεργέτες και καταξοχή ‘σ αυτούς τους γενναίους κι’ αγαθούς άντρες. Ότι αυτείνοι, αφού οι συνεισφορές τους ήταν κι’ όντως μεγάλες και μας ανάστησαν εις τα δεινά μας, δεν θυσίασαν ποτές δόλο κι’ απάτη, να κατατρέχουν πεθαμένους ανθρώπους οι ζωντανοί και οι αντρείγοι. Δεν θέλουν την γης και την θάλασσα να την ρουφήσουν αυτείνοι, να μην ζήσουν άλλοι δυστυχείς και κατασκλαβωμένοι και καταφρονεμένοι τόσους αιώνες. Αφού ο Θεός τους λυπήθη και θέλει να τους αναστήση, οι άνθρωποι τους καταπολεμούν να τους φάνε, να τους χάσουνε, να τους σβύσουνε να μην ξαναειπωθούν Έλληνες. Και τι σας έκαμεν αυτό τ’ όνομα των Ελλήνων εσάς των γενναίων αντρών της Ευρώπης, εσάς των προκομμένων, εσάς των πλουσίων; Όλοι οι προκομμένοι άντρες των παλαιών Ελλήνων, οι γοναίγοι όλης της ανθρωπότης, ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοστένης και οι επίλοιποι πατέρες γενικώς της ανθρωπότης κοπίαζαν και βασανίζονταν νύχτα και ημέρα με αρετή, με ΄λεικρίνειαν, με καθαρόν ενθουσιασμόν να φωτίσουνε την ανθρωπότη και να την αναστήσουν νάχη αρετή και φώτα, γενναιότητα και πατριωτισμόν. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι άντρες του κόσμου κατοικούνε τόσους αιώνες εις τον Άδη ‘σ έναν τόπον σκοτεινόν και κλαίνε και βασανίζονται δια τα πολλά δεινά που τραβάγει η δυστυχισμένη μερική πατρίδα τους. Χάνοντας αυτείνοι, εχάθη και η πατρίδα τους η Ελλάς, έσβυσε τα’ όνομά της. Αυτείνοι δεν τήραγαν να θησαυρίσουνε μάταια και προσωρινά, τήραγαν να φωτίσουν τον κόσμο με φώτα παντοτινά.
Έντυναν τους ανθρώπους αρετή, τους γύμνωναν από την κακή διαωή και τοιούτως θεωρούσαν γενικώς την ανθρωπότη και γένοταν δάσκαλοι της αλήθειας. Κάνουν και οι μαθηταί τους οι Ευρωπαίοι την ανταμοιβή εις τους απογόνους εμάς-γύμναση τηα κακίας και παραλυσίας. Τέτοι αρετή έχουν, τέτοια φώτα μας δίνουν. Μια χούφτα απόγονοι εκείνων των παλαιών Ελλήνων χωρίς ντουφέκια και πολεμοφόδια και τ’ άλλα τ΄ αναγκαία του πολέμου ξεσκεπάσαμεν την μάσκαρα του Γκραν Σινιόρε, του Σουκτάνου, οπούχε εις το πρόσωπόν του κ’ έσκαζε εσέναν τον μεγάλον Ευρωπαίον. Και του πλέρωνες χαράτζι εσύ ο δυνατός, εσύ ο πλούσιος, εσύ ο φωτισμένος, και τον έλεγες Γκραν Σινιόρε, φοβώσουνε να τον ειπής Σουλτάνο. Όταν ο φτωχός ο Έλληνας τον καταπολέσημε ξυπόλητος και γυμνός και του σκότωσε περίτου από τετρακόσες χιλιάδες ανθρώπους, τότε πολέμαγε και μ΄ εσένα τον χριστιανί-με τις αντενέργειές σου και τον δόλο σου και την απάτη σου κ’ εφόδιασμα της πρώτες χρονιές των κάστρων. Αν δεν τα φοδίαζες εσύ ο Ευρωπαίγος, ήξερες που θα πηγαίναμεν μ’ εκείνη την ορμή. Ύστερα μας γιομώσατε και φατρίες-ο Ντώκινς μας θέλει Άγγλους, ο Ρουγάν Γάλλους, ο Κατακάζης ΡΕούσσους και δεν αφήνατε κανένα Έλληνα-πήρε ο καθείς σας το μερίδιον του και μας καταντήσατε μπαλαρίνες σας και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας, ότι δεν την αιστανόμαστε. Το παιδί όταν γεννιέται δεν γεννιέται με γνώση, οι προκομμένοι άνθρωποι το αναστήνουν και το προκόβουν. Τέτοια ηθική είχετε εσείς και προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ΄ εμάς τους δυστυχείς. Όμως του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν πάρχει σ’ εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκείνου η δικαιοσύνη μας έσωσε και θέλει μας σώση, ότι όσα είπε αυτός είναι όλα αληθινά και δίκαια-και τα δικά σας ψέματα δολερά. Κι΄ όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούση, ούτε να σας ιδή, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας, όχι των φιλανθρώπων υπηγόγωνέ σας, εσάς των ανθρωποφάγων όπ΄ούλο ζωντανούς τρώτε τους ανθρώπους και περασπίζετε τους άτιμους και παραλυμένους και καταντήσετε την κοινωνίαπαραλυσία.
Ο περίφημος Ναπολέων, ο βασιλέας της Γαλλίας, όπου τίμησε την αντρεία και την σοφία του πολέμου κι από μικρός άνθρωπος έγινε αυτοκράτορας, βασιλέας απολέμηστος-ο Χάρος τον σκότωσε με χωρίς ντουφέκι και σπαθί και κατέβηκε εις τον Άδη με φόρεμα εννιά πήχες πανί. Όλος ο κόσμος δεν τον χώραγε, όλα τα πλούτη του κόσμου δεν του φτάναν, εννιά πήχες πανί του έφτασε και του περίσσεψε. Εις τον Άδη κατέβηκε με το ίδιον φόρεμα κι ο βασιλιάς της Ρουσσίας ο Αλέξανδρος και χαιρετιούνται οι δύο βασιλείς.
Τι έλεγες, βασιλέα Αλέξανδρε, δεν θα πέθαινες και ναρθής, εδώ σε τούτην την ζωή ντυμένος μ αυτό το φόρεμα; Που είναι τα παράσημά σου; Πούναι η μεγάλη σου στολή; Που είναι οι καναπέδες οι χρυσοί; Που οι κόλακες να μας λένε μυθολογίες και να τους πιστεύωμεν και να τους δοξάζωμεν; Και να μας τυφλώνουν αυτείνοι οι απατεώνες, να χάνωμεν την δικαοσύνην και να μας αναθεματούν όλοι οι αθώοι ότι τους φάγαμεν ζωντανούς και ότι τους αφίναμεν νηστικούς, ξυπόλυτους και γυμνούς; Κ εδώ οι δίκαιο βασιλείς, οι αληθινοί φιλόσοφοι είναι ντυμένοι λαμπρά και οι άδικοι γυμνοί από τον Θεόν, τον δίκαιον βασιλέα του παντός, οργισμένοι κι από τους ανθρώπους, κι αναθεματισμένοι. Ότι όποιον αδικάς τιμή, ζωή και λευτεριά και δεν τον αφίνεις στην προσωρινή ζωή να ζήση ως άνθρωπος, αυτός σ αναθεματάγει, δεν σε συχωράγει. Όοσο τα θυμήθεις εσύ, Ναπολέων, αυτά οπού μου τα λες και με συνβουλεύεις τώρα, άλλη τόση προσοχή είχα κ εγώ κι όλοι οι όμοιοί μας. Όσο πιστεύουν τους κόλακες κι απατεώνες, τους γλυκόγλωσσους, οι βασιλείς κ’ οι άλλοι, οι βασιλείς κ’ οι άλλοι σημαντικοί, του διαβόλου το φόρεμα θα φορέσουν κ εκείνοι. Πάμε, Ναπολέων, να ιδούμεν τους παλιούς τους Έλληνες εις το μέρος οπού κατοικούνε, ναυρούμε τον γέρο Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμεν τις χαροποιές είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους, οπού ήταν χαμένοι και συσμένοι από τον κατάλογον της ανθρωπότης. Αυτείνοι οι αγαθοί και οι δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίγοι περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτηναν την ανθρωπότη από αυτά κι αν ήταν αυτείνοι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα στορικά του κόσμου. Δι αυτούς ήταν τα έργα τους αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκαιος κι ανάστησε και τους απογόνους τους, οπού ήταν χαμένη τόσους αιώνες η πατρίδα τους. Και δια να θυμώνται πίστη, ο Θεός ο αληθινός τους ανάστησε ξυπόλυτους, γυμνούς, νηστικούς, δεμένα τα ντουφέκια τους με σκοινιά, τα καλά τους τα σύναζε ο Τούρκος κάθε καιρόν, οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τα αναγκαία, οι Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι, οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι αγύμναστοι νίκησαν τον δικόνε μας τον σύντροφο, τον Γκραν Σινιόρε. Τον κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις της πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων, τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια να μην υπάρχξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαοσύνην την αγγλική.καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νσητικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσσοι Ρούσσους κι ο Μέτερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς-κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χερότερα κι από τους Τούρκους. Και οι τέσσεροι καλά φρονούν, όμως να ιδούμεν τι λέγει κι αυτός ο μάστορης ο Γεροθεός. Δια να βγούνε εις την κοινωνία του κόσμου δεν εβήκαν μόνοι τους, τους προστατεύε αυτός ο δίκαιος και παντοτινός βασιλέας, Αυτός, ο δίκιος Θεό, όποιος τους κιντυνέψη, θα τον φάγη το δικέφαλον [ένα είδος φιδιού, αλλιώς μονομερίδα, περι ου κοινώς λέγεται ότι είναι δικέφαλος, το δε δήγμα αυτού θανατηφόρον.] αυτός είναι ο περασπιστής των αθώων και των αδυνάτων.
Εσύ Κύριε, θ αναστήσης τους πεθαμένους Έλληνες, τους απόγονους αυτεινών των πείφημων ανθρώπων, οπού στόλισαν την ανθρωπότη μ αρετή. Και με την δύναμή σου και την διακοσύνη σου θέλεις να ξαναζωντανέψης τους πεθαμένους και η απόφασή η δίκια είναι να ματαειπωθή Ελλάς, να λαμπρυνθή και η θρησκεία του Χριστού και να υπάρχξουν οι τίμιοι και οι αγαθοί άνθρωποι, εκείνοι οπού περασπίζονται το δίκιον και οι ανθρωποφάγοι, ο Άδης θα τους ρουφήση και οι άνθρωποι οι τίμιοι θα τους αναθεματούν κατά τα έργα τους και οι προδότες της πατρίδος και οι αγορασμένοι κακόν μπελά να τους δώσης και συντρόφους του Κάγη να τους κάμης.
Με την βοήθεια του Θεού, αυτό κ έγινε. Οι ξυπόλυτοι και οι γυμνοί τα σπαθιά των Τούρκων τα ντιμισκιά τα πήραν αυτείνοι οι ολίγοι με της μαχαιρούλες, τα φλωροκοπανισμένα τους ντουφέκια τα πήραν μ εκείνα οπούταν δεμένα με σκοινιά, τους πήραν και τους ζαιρέδες κι όλα τα αναγκαία του πολέμου. Οι ανθρωποφάγοι φτόνησαν αυτό και μας έσπειραν την αρετή τους, διχόνοια, φατρία, κατασκοπεία, της ακαθαρσίες της δικές τους κ έφκειασαν την πατρίδα μας μια παλιόψαθα με τα φώτα του Φαναργιού, με την αρετή της Κεφαλωνιάς, με τον μαθητή του Αλήπασσα, με τον μέγα φιλόσοφον των Κορφών [Νοούνται ενταύθα ο Μαυροκορδάτος, Μεταξάς, Κωλέτης και Καποδίστριας]. Τώρα, αφού μας γύμνωσαν από την αρετή και τον πατριωτισμόν και ταλαιπωρούνε όλους τους αγωνιστάς και χήρες των σκοτωμένων κι αρφανά τους κι όσους θυσίασαν το δικόν τους δια την λευτεριά της πατρίδας, μας λένε ανάξιους της λευτεριάς, κι ο ψευτογιατρός των Καλαβρύτων ο Ζωγράφος λέγει εις την προκήρυξή του ότι οι αγωνισταί είναι λησταί. Αυτός είναι σωτήρας. Τοιούτως συσταίνουν τους αγωνιστάς.
Γενναίγοι προπατέρες, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κ επίλοιποι γενναίγοι άντρες, μην περηφανεύεστε οπού κάμετε τόσα μεγάλα και γενναία κατορθώματα και σας εγκωμιάζουν όλος ο κόσμος δεν κάμετε εσείς μόνοι σας οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι μ αρετή, με φώτα πατριωτικά.
Εκείνοι είχαν αρετή και φώτα, εσείς γενναιότητα και καθαρόν πατριωτισμόν. Και δι’ αυτό δοξαστήκετε. Να είχετε πολιτικόν τον Μαυροκορδάτο, να είχετε τον Κωλέτη, να είχετε τον Ζαίμη, τον Ματαξά κι άλλους τοιούτους, να θέλουν άλλος την Αγγλία, άλλος την Γαλλία, άλλος την Ρουσσία, άλλος την Αούστρια κι’ άλλος την Μπαυαρία και να κάνουν χιλιάδες αντενέργειες και συχνούς εφύλιους πολέμους, κι όσους θέλαν να βαστήξουν την πατρίδα, όταν οι Τούρκοι την κιντύνευαν, ζητούσαν να τους σκοτώσουν με τις αντενέργειές τους και σκότωναν με της αντενέργειές τους και τους σκότωσαν και χάθη όλο τ΄ άνθος των Ελλήνων εις τους εφύλιους πολέμους.
Απόσπασμα από το Βιβλίο “ Απομνημονεύματα ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ“ Εκδόσεις ΜΕΡΜΗΓΚΑ
Βιβλίο Β. 1828-1832, Κεφάλαιο Τρίτο, σελίδες 370 έως 374


