Αρχείο

Archive for the ‘ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ’ Category

Η ψύχρα του θανάτου,η απιστία στον Θεό κι η πίστη στη μηχανή

       

Τα δύο δένδρα. Ο άνθρωπος απαρνήθηκε τη γνώση και την απλή ζωή

(Φώτης Κόντογλου)
Ζαλίζεται κανένας κι απελπίζεται, βλέποντας σε ποιόν καιρόν ζούμε. Σ’ έναν καιρό ολότελα παλαβόν και σκοτισμένον που η τρέλλα κι η ανοησία έχουνε κυριαρχήσει επάνω σ’ όλον τον κόσμο…
Κάθουμαι και συλλογίζουμαι κι απορώ πώς οι σημερινοί άνθρωποι έχου­νε την ιδέα πως πηγαίνουνε μπροστά, πως προοδεύουνε σε όλα, ενώ στ’ αλή­θεια πηγαίνουνε όλο και πίσω, κατεβαίνουνε όλο και παρακάτω;…
Απ’ όλα λείπει κάποια ουσία, κάποια νοστιμάδα, που είχανε άλλη φορά, λείπει η θέρμη της ζωής και της αγάπης, γιατί άπλωσε η ψύχρα του θανάτου, η απιστία στον Θεό κι η πίστη στη μηχανή.

Η μηχανή στόμωσε τα αισθήματά μας και σφάλισε μέσα μας την πηγή που ανάβρυζε κάθε αληθινή πνευματική χαρά. Σκότωσε την απλότητα. Η μηχανή είναι ψυχρή γιατί είναι γέννημα του μυαλού, γέννημα της “ψυχρής λογικής”. Πώς να μην παγώση ο μέσα μας άνθρωπος καθισμένος επάνω στον Βόρείο Πόλο του μυαλού; Θυσιάσαμε τα πρωτοτόκια για να φάμε τη φακή. Χαλάσα­με τον μέσα μας άνθρωπο για να βολέψουμε μόνο τον απ’ έξω άνθρωπο. Σβήσαμε την από μέσα φωτιά που μας ζέσταινε, για να ανάψουμε απ’ έξω από το σπίτι μας μια φωτιά ψυχρή, που δε ζεσταίνει, και θαρρούμε πως θα ζεστα­θούμε κυττάζοντας την ψεύτικη φεγγοβολή της. Πιστέψαμε πως έτσι θα βρούμε την άκρη των δεινών μας και πάσα ευτυχία, κι αντίς αυτό, περιπλεχθήκαμε σε μεγάλες αγωνίες και σε βάσανα καινούρια που δεν τα ξέραμε πρωτύτερα. Αλλά μια φορά που πήραμε αυτόν τον δρόμο, τραβάμε τον κατή­φορο όλο με περισσότερη φόρα, αν και βλέπουμε πως ο δρόμος που περ­πατάμε είναι έρημος και κρύος. Γυρεύουμε να βρούμε ξεκούραση τρέχοντας απάνω σε τριβόλους, ονειρευόμαστε περιβόλια στη Σαχαλίνα που δεν φυτρώ­νει τίποτα…
Αυτή λοιπόν η κρυάδα σκεπάζει σήμερα όσα κάνει ο άνθρωπος με τα χέρια του, με το μυαλό του και με την καρδιά του. Κύτταξε τα σπίτια του, τ’ αμάξια του, τ’ άρματά του, τα ρούχα του, τα καράβια του, τα μαγαζιά του, τα βιβλία του, όλα ό,τι κάνει. Αν υπάρχει ακόμα πουθενά λιγοστή πνοή, λιγοστή ζεστασιά, αυτή βγαίνει απ’ ό,τι βαστά απ’ τα περασμένα, είτε στο χτίριο, είτε στο καράβι, είτε στη ζωγραφική, είτε στο βιβλίο, απ’ ό,τ ι γεννήθηκε τότε που ήτανε πιο απλός και πιο αληθινός.
Γιατί, όπως το κάθε πράγμα, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος όσο στέκεται μέσα στα φυσικά σύνορά του. “Μα ποιά είναι αυτά τα φυσικά σύνορά του;” ρωτάνε πολλοί. “Μήπως δεν βρίσκεται μέσα στα σύνορά του κάνοντας ό,τι μπορεί να κάνει κι ό,τι θέλει να κάνει; Κατά τη δική μου την απλή γνώμη δεν βρίσκεται ο άνθρωπος μέσα στα σύνορά του κάνοντας ό,τι μπορεί και ό,τι θέλει. Είναι σαν το μωρό παιδί, που σαν τ’ αφήσεις να κάνει ό,τι θέλει, γρή­γορα θα γκρεμισθεί και θα σκοτωθεί. Ο εγωϊσμός και η περηφάνεια θα τον σπρώξει σ’ ένα δρόμο που δεν είναι για τα πόδια του. Γι’ αυτό κι ο Θεός του έβαλε σύνορο, για να μην πάγει στην καταστροφή του. Τού ‘δωσε νόμο που, σύμφωνα μ’ αυτόν, χρωστά να πορεύεται. Αν ακούσετε αυτά που λέγω, είπε, τα αγαθά της γης θα φάτε. Μα αν δεν μ’ ακούσετε, θα σας φάγει η μάχαιρα (ο θάνατος)”. Να, γύρισε και κύτταξε, τί γίνεται σήμερα; Ο άνθρωπος ποτέ δεν είχε στολίσει με τόσα ψεύτικα στολίδια “το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος”. Γέμισε τον κόσμο από μηχανές, δούλες τάχα που υπηρετάνε τον αφέντη τους. Μα ποτέ δεν ήτανε ο άνθρωπος τόσο δυστυχισμένος, τόσο φοβισμένος, τόσο απροστάτευτος, τόσο σαστισμένος, τόσο φτωχός σε αλη­θινά πλούτη!
Δεν είναι παράξενο το πως γίνεται, υστέρα από τόσα μέσα, υστέρα από τέτοια μηχανική αρματωσιά, που ζαλίσθηκε κι ο ίδιος ο άνθρωπος από ό,τι μπόρεσε να κάνει, να μη βρίσκει ησυχία κι ανάπαυση ενώ ίσια-ίσια γι’ αυτήν την ησυχία του τά ‘φτιαξε; Χωρίς να το καταλάβει, όσα κάνει για το καλό του, γυρίζουνε σε κακό…
Έβαλε όλη την τέχνη του και φιλοτέχνησε ένα στεφάνι μαλαματένιο και στολισμένο με τα πιο ακριβά πετράδια, για να το φορέσει στο κεφάλι του σαν νικητής της φύσης και της «τυφλής μοίρας» που θαρρεί πως κυβερνά τον κόσμο, και μόλις το βάζει στο κεφάλι του γίνεται στέφανος εξ ακανθών που τρυπά τα μηλίγκια του και το μέτωπό του το γεμάτο περηφάνεια, και τρέχει το αίμα στα μάτια του που θαρρούσανε πως τα βλέπανε όλα, ως την άκρη του παντός.
Ποιό είναι λοιπόν το κρυμμένο αυτό χέρι που τα αλλάζει όλα και τα κάνει ανάποδα από τους πόθους του, που κάνει άμμο το χρυσάφι του, που τον εξευτελίζει και τσαλαπατά την περηφάνεια του; Και που όσο περισσότερο περηφανεύεται, τόσο χειρότερος είναι ο εξευτελισμός του; Και που αντί να παίρνει αντάμειψη για τα μεγάλα και τα τρανά που κατορθώνει να κάνει, παι­δεύεται σκληρά σαν να τον βρίσκει η τιμωρία για κάποια μεγάλη αμαρτία που έκανε; Κι όχι μονάχα δεν στρέφει πίσω από τον δρόμο που πήρε αλλά τρέ­χει και με περισσότερο πείσμα, κι ας είναι ματωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος «ο όφις ο αρχαίος» που απάτησε τους πρωτόπλαστους και τους παρακίνησε να απογευθούνε από το δέντρο της Γνώσης λέγοντάς τους πως θα γίνουνε Θεοί, ο ίδιος όφις μιλά στο αυτί της ανθρωπότητας κάθε φορά που σταματά κουρασμένη σ’ αυτόν τον δρόμο που δεν βγάζει πουθενά, και την μποδίζει να πάρει άλλον δρόμο πιο ταπεινόν, πιο ειρηνικόν, πιο ήμερον, και της λέγει:
“Εσύ ο άνθρωπος δεν είσαι για την ταπεινή ζωή που ζούνε τα απλά τα πλάσματα οπού υποτάζονται στο θέλημα Εκεινού, που τα έπλασε. Για σένα δεν υπάρχει κανένα σύνορο, εσύ είσαι ο κύριος του παντός, εσύ βάζεις σύνορα για τα άλλα πλάσματα. Για σένα δεν υπάρχει νόμος΄ η δική σου η θέληση είναι ο νόμος. Η υποταγή κι η ταπείνωση είναι μιζέριες που πρέπουνε σε σκλάβους, κι όχι σε σένα που σκλαβώνεις τα πάντα και τα κάνεις να δουλεύουνε στην υπηρεσία σου. Κύτταξε τι φοβερά κι απίστευτα πράγμα­τα έφτιαξε η περηφάνεια σου. Μπορεί να φτιάξει τέτοια θαυμαστά πράγματα η ταπείνωση;
Μην κυττάς πως είσαι ματωμένος και γεμάτος αγωνία, και πως δεν κάθισες ακόμα επάνω στον χρυσό θρόνο της δόξας σου. Τράβα μπροστά! Να, κοντεύ­εις να φτάξεις! Θα γίνεις Θεός και θα υποταχθούνε όλα σε σένα. Μην πιστεύ­εις στα παραμύθια. Παραμύθι είναι πως υπάρχει Θεός άλλος από μένα κι από σένα που σε προσκαλώ να βασιλέψεις μαζί μου…. Μην θαρρείς πως θα σε θρέ­ψει το δέντρο της Ζωής, όπως σου είπανε. Μην τρως πια απ’ αυτό μαζί με τ’ άλλα τα ζώα. Παράτησέ το αυτό το δένδρο. Πάρε και φάγε από το δέντρο της Γνώσης, για να γίνεις Θεός.
Αυτός που σου είπε να φυλαχθείς και να μη φας από τον καρπό του, το έκανε από ζήλεια για να σ’ έχει στις προσταγές του, για να μην ανοίξεις τα μάτια σου…”.
“Τί έκανες με τη Γνώση που απόχτησες τρώγοντας από το δέντρο της; Έκανες τούτον τον κόσμο σου, είναι πιο τέλειος από κείνον τον χοντροκαμωμένον που έφτιαξε ο Θεός με το δέντρο της Ζωής. Κύτταξε τι θαυμαστές μηχανές έβαλες στην υπηρεσία σου, και βγάλε από το μυαλό σου αυτό που δυνάμωσε μονομιάς σαν άκουσες τα λόγια μου κι έφαγες από το δέντρο το δικό μου. Μην χασομεράς, μην διστάζεις, μην σταματάς μέρα-νύχτα…”
“Νά ‘χεις πάντα στο νου σου πως οι περήφανοι δεν θέλουνε να καθίσουνε στη μάντρα που τη λένε Παράδεισο γιατί είναι πλασμένοι για το δικό μου βασίλειο που το λένε Κόλαση. Εγώ είμαι εκείνος που με λέγανε μια φορά Εωσφόρο, δηλαδή Αυγερινό, και τώρα με λένε Σατανά. Από το πείσμα μου γκρεμίσθηκα, γιατί θέλησα να στήσω τον θρόνο μου πιο πάνω από τον θρόνο του Θεού. Μα δεν μετάνοιωσα, γιατί αν μετάνοιωνα θα γινόμουν σκλάβος, σαν κι αυτούς, που είναι γεννημένοι για να κάθουνται μέσα στη μάντρα του Παραδείσου. Έτσι κι εσύ, θα ματώνεσαι και θα κατρακυλάς στη λάσπη την ώρα που θαρρείς πως έγινες αφέντης του κόσμου, μα δεν θα σκύψεις το κεφάλι σου. Γιατί εγώ είμαι «ο όφις ο αρχαίος» με τις πολλές βόλτες στο μακρύ κορμί μου, κι αν γλυτώσεις από τη μια, σε σφίγγω με την άλλη και σε ξαναφέρνω στο θέλημά μου. Εγώ θα παλεύω έως τη συντέλεια του κόσμου.
Θέλω να σ’ έχω παντοτεινά στην προσταγή μου, και στο τέλος θα με φχαριστήσεις, γιατί θα νικήσουμε μια μέρα, και θα κάνουμε τον κόσμο όπως τον θέλουμε εμείς, κι όχι όπως τον θέλησε Αυτός που σου είπε να μην φας από το αψύ το δέντρο μου, παρά να θρέφεσαι από το μαλαχτικό δέντρο της Ζωής, που τα φύλλα του τ’ αργοσαλεύει ειρηνικά το ήμερο αγέρι της ταπείνωσης και της απλότητας, και δεν τα ταράζει ποτές ο ανεμοστρίφουλας της αλαζονείας και της παρακοής, που αναμαλλιάζει το δέντρο της Γνώσης, το δέντρο το δικό μου…”.

(Από το βιβλίο «ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ», σελ. 233-239)

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ

Παλιές Σκιαθίτικες Πρωτομαγιές

(Μιὰ ἀκόμα ἐπίσκεψη στὸν ἀξεπέραστο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη)
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κύριον Εὐάγγελον, τὸν Ποιητὴ τῆς Πόλης, υἱϊκὸς Ἀναστάσιμος χαιρετισμὸς
Θεώρησα καλό, χρονιάρα μέρα ποὺ ξημερώνει, γιατὶ τέτοια μέρα εἶναι ἡ Πρωτομαγιά,  νὰ παρουσιάσω κάποιες παλιές,  νοσταλγικὲς εἰκόνες τῆς Σκιάθου τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ., τότε δηλαδή, ὅπου ἁγνότητα καὶ κάλλος συνταιριάζονταν μὲ ἀκρίβεια καὶ ἀλληλοσεβασμό. Κάτι ποὺ φτάσαμε πολλοὶ ἀπό μᾶς,  μέχρι τὰ πρῶτα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὁπότε κι ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση: ἐκείνη τῆς «ἀξιοποίησης» τῆς γῆς καὶ φυσικά, ἡ ἀπουσία συνειδητῆς διάσωσης ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ μὲ τὰ χρόνια μεταλλάσσονταν καὶ νοθεύονταν.
Μὲ ὁδηγὸ τὸν ἀξεπέραστο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρο τῆς  παντέρπνου νήσου τῶν λογίων, τῆς Σκιάθου, θὰ προσπαθήσω νὰ παρουσιάσω κάποιες χαριτωμένες εἰκόνες τοῦ χθὲς, ἔτσι, γιὰ ν᾿ ἀνασάνουμε γνήσια εὐωδία τῶν τρυφερῶν ἐκείνων ἐποχῶν, ποὺ ἀναμφισβήτητα ἀναπαύουν στοὺς σκληροὺς καιροὺς ποὺ ζοῦμε.
«Τὰ Βακούφικα» εἶναι ἕνα διήγημα τοῦ Μωραϊτίδη, τὸ  ὁποῖο δημοσιεύτηκε πρὶν ἀπό 121 χρόνια στὴ «Νέα Ἐφημερίδα» τὶς μέρες τῆς Πρωτομαγιᾶς τοῦ ἔτους ἐκείνου. Μάλιστα ἠ σύνταξη τῆς ἐφημερίδας ἀναφέρει μεταξὺ τῶν ἄλλων στὸ σχόλιό της: «Σήμερον εἴμεθα εἰς τὴν πρωτομαγιάν. Τί ὡραῖαι, τί δροσοστάλακτοι περιγραφαί, ἐφάμιλλοι τῶν τοῦ Ζολᾶ… Ὅλη ἡ φύσις  μὲ τ᾿ ἄνθη καὶ τ᾿ ἀνθύλλιά της τ᾿ ἄγρια, ζῇ χαρωπὴ  καὶ στίλβουσα ἐν τῶ δωματίῳ μας, ἀκριβῶς σήμερον ποὺ πανηγυρίζωμεν ὄντως καὶ τὴν πρωτομαγιάν… Ἀπαράμιλλος τέχνη βαθείας ψυχολογικῆς ποιήσεως». Καὶ νομίζω πὼς ὁ συντάκτης τῆς «Ν.Ε» δὲν ἔχει ἄδικο, γιατὶ οἱ περιγραφὲς τοῦ Μωραϊτίδη εἶναι ἀξεπέραστες, ζωντανὲς καὶ πάντα μὲ ποιητικὴ χροιὰ συνταγμένες. Ἄς τὸν προσέξουμε καὶ περισσότερο, ἄς κοιτάξουμε νὰ ξεπεράσουμε τυχὸν προκαταλήψεις ποὺ μᾶς δημιουργεῖ τὸ γλωσσικό του ὕφος. Γιατί,  μακάρι νὰ ξέραμε τὰ γράμματα τοῦ Μωραϊτίδη…
«Ἐξημέρωνεν  ἡ πρωτομαγιά. Αἱ πρῶται τῆς αὐγῆς ἀκτῖνες διεπέρων ἤδη τὸν μελανὸν ὀρίζοντα ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἤρχισε νὰ ὑποφέγγῃ λαμπρὰ ἡμέρα · τὰ ἄστρα ἐξηφανίζοντο καὶ ἐσβέννυντο τὸ ἕν κατόπιν τοῦ ἄλλου ὡς σβέννυνται αἱ λαμπάδες μία-μία τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. Κατὰ σειρὰν ἕνα-ἕνα ἐξεχωρίζοντο τὰ κατάφυτα βουνὰ, καὶ μόνον οἱ ἀμπελῶνες τοῦ κάμπου ἦσαν ἀκόμη σκεπασμένοι ἀπό τὴν σκοτεινὴν τῆς νυκτὸς ὀμίχλην… Αὔρα δροσερὰ κ᾿ εὐώδης ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ ἀπό τὸ βουνὸν τοῦ παπα-Ἱερεμία ὡς εὐλογία ἀπό τῆς ὁλονυκτίου προσευχῆς τοῦ ἀσκητοῦ, ἡδέως ἀρωματισμένη ἐκ τοῦ θυμιάματος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀνθέων τοῦ κόσμου».
Ἡ ἔξοδος πρὸς τὴν ὕπαιθρο τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβήτητα  ἀρχαῖο ἔθιμο  ποὺ οἱ παλιότεροι διακρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια. «Ἡ θειὰ Ζωΐτσα συνήθιζε κατ᾿ ἔτος τὴν πρωτομαγιὰ νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν ἀμπελῶνα μετὰ τῶν θυγατέρων της <νύχτα-νύχτα>. Καὶ διότι πιστὴ εἰς τὰ πάτρια δὲν ἤθελε νὰ παραμελήσῃ μίαν ὡραίαν συνήθειαν, ἡ ποιητικοτάτη τὴν καρδίαν γραῖα…’Ξήρχοντο ἤδη συντροφίαι φαιδραὶ διὰ τὴν πρωτομαγιὰν, ὧν ἡ γελόεσσα ἰαχὴ ἐξεχύνετο πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις καὶ ἐχάνετο εἶτα μέσα εἰς τοὺς θάμνους καὶ τοὺς κήπους καὶ τοὺς ἀγρούς».
Ὅσοι είχαμε τὴν εὐλογία νὰ ζήσουμε σὲ μικρὰ νησιώτικα χωριά, σὲ χρόνια ποὺ περίσσευε ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴ γῆ, θυμόμαστε μὲ συγκίνηση αὐτὲς τὶς πρωϊνὲς ὧρες ὅπου ὅμιλοι χωρικῶν ξεκινοῦσαν, ἄλλοι μὲ τὰ πόδια, ἄλλοι πάνω σὲ ὑποζύγια (γαϊδουράκια ἤ μουλάρια)-αὐτοκίνητα δὲν ὑπῆρχαν τότε- γιὰ τὴν ἐξοχὴ λέγοντας μὲ ὄρεξι τὸ γνωστὸ τραγούδι:
Ο Μάϊος μᾶς ἔφτασε/ ἐμπρὸς βῆμα ταχύ/ νὰ τὸν προϋπαντήσουμε παιδιὰ στὴν ἐξοχή».Κι ἦταν ἐκεῖνες  οἱ στιγμὲς μυρωμένες ἀπ΄πο τὰ μαγιάτια τὰ τριαντάφυλλα, ποὺ στόλιζαν ὅλες τὶς ἐξώπορτες τῶν σπιτιῶν, ἀλλὰ κι ἀπὸ φρεσκοβρασμένο γίδινο ἤ πρόβιο γάλα…
«Κάτω…ὅπου διηνοίγετο εὐρὺ χωράφιον ἐθεᾶτο συντροφία πολυάριθμος τριῶν-τεσσάρων οἰκογενειῶν συγγενικῶν, αἵτινες ἄρτι ἐξεπέζευον μὲ θορυβώδη χαρὰν καὶ γέλωτας καὶ ἄσματα, ἐλθοῦσαι νὰ διασκεδάσωσι τὴν φαιδρὰν τῆς πρωτομαγιᾶς ἡμέραν… Παρῆλθεν ἡ μεσημβρία. Τότε αἱ τρεῖς γυναῖκες-ἡ θειὰ ἡ Ζωΐτσα δηλ. καὶ οἱ κόρες της- ἐκάθισαν ὑπὸ την καρυδέαν, εἰς τὸν δροσερὸν ἴσκιον της νὰ ξεκουρασθῶσιν καὶ νὰ φάγωσι τὸ λιτὸν γεῦμα των ἄρτον, τυρὸν καὶ μοσχοβολοῦντα πλατοκούκια ἀρτιδρεπῆ καὶ στάζοντα δρόσον ἀκόμη. Εἰς τὸ ἀντικρυνὸν χωράφιον ἐβούιζεν ἡ  χαρὰ καὶ ἡ φαιδρότης τῶν εὐθυμούντων. Φωναὶ παιδίων, ἄσματα νεανίδων, καγχασμοὶ γυναικῶν, διαταγαὶ ἀνδρῶν, προπόσεις πυκναὶ  καὶ γελαστικαί, κάπου-κάπου κλαυθμὸς ὀξὺς κανενὸς νηπίου ἀπετέλουν πολύφωνον συναυλίαν συμποτικοῦ γεύματος, ὅπερ εἶχε στρωθῆ ὑπὸ πυκνόφυλλον ὑψηλὴν δρῦν… Αὐτὰ εἶναι τῆς ἐξοχῆς τὰ ἡδέα καὶ ἁπλᾶ… (Καὶ) μετὰ τὸ πλουσιώτατον γεῦμα, εἶχεν ἀρχίσει κατὰ τὸ σύνηθες ὁ χορὸς καὶ ἤδη διὰ μέσου τῶν φυλλοφόρων βλαστῶν τῆς ἀμπέλου ἔφθανον σαφῶς μέχρι τῆς καρυδέας αἱ λέξεις τοῦ ἄσματος τῆς καμάρας:
Καμάρα χτί-καμάρα χτί-
Καμάρα χτίζω στὸ γιαλὸ
Καμάρα δὲ στεργιώνει
Νὰ ζῆτε λέι τ᾿ ἀηδόνι.
Ἔλα πουλί μου ἔλα,
Μοσκοκάρφια καὶ κανέλλα».
Τὸ ἴδιο εὔθυμη εἶναι καὶ ἡ ἐπιστροφὴ. Μιὰ ἐπιστροφὴ ραντισμένη μὲ εὐχὲς γιὰ νὰ ξανασμίξουν τοῦ χρόνου…
Μόνο ποὺ ὑπῆρξε μιὰ τελευταῖα φορὰ ὅπου πῆγαν στὴν ἐξοχὴ, γλέντησαν, χόρεψαν χάρηκαν κι ὕστερα ὅλα τέλειωσαν.
Εὐτυχῶς ὅμως ποὺ ὑπάρχει ὁ πάντα νοσταλγικὸς καὶ λάτρις τῆς πατρίδας του, ἀλλὰ καὶ τῆς λεπτομέρειας γιὰ μᾶς ἐπιστρέφει κάθε χρόνο τέτοια μέρα σὲ ἀρυτίδωτες εὐλογημένες συνήθειες τοῦ χτές.  
Χρόνια Πολλά.
παπα-Κων. Ν. Καλλιανός (Σκόπελος)
ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ
Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ

Μας είπες

Δεκεμβρίου 28, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Μας είπες, Κύριε, πως κατοικείς στον διπλανό μας-

κι όμως εμείς τον σφάξαμε και δε σε βρήκαμε.

Είπες: στο σπίτι του Πατέρα μου είμαι πάντα·

γκρεμίσαμε όλους τους ναούς

κι αυτόν που στο κορμί μας έστησες

και δεν μας φανερώθηκες, μεγάλε Άγνωστε.

Ύστερα σκάψαμε ολάκερη τη γης.

Οργώσαμε και τους γαλάζιους ουρανούς.

Ήπιαμε στο ποτήρι μας την πολυκύμαντη θάλασσα.

Και -αλλοίμονο- το μόνο που μας έμεινε

ήταν, πλεγμένη στα πικρά τα φύκια,

η αγωνία μας.

Και τώρα,

πρέπει ν’ αναστήσουμ’ εδώ δίπλα τον πλησίον μας·

να χτίσουμε τους λάκκους που σκοντάφτουν τα παιδάκια,

καθώς πηγαίνουν με τη σάκκα στο σχολείο·

μιαν άλλη θάλασσα να φτιάξουμε απ’ το δάκρυ μας.

-Βόηθα μας. Κύριε, να σε βρούμε

πριν έξω μας χαθούν τα βήματά μας.

 

 ( Π. Β. Πάσχου, «Μυστικόν Έαρ», Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα)

 

Γέννηση- Εν δάκρυσι- Φάτνες.( Π. Β. Πάσχου)

Δεκεμβρίου 22, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

 

ΓΕΝΝΗΣΗ

 

Πάνω στη Γέννηση, που οι άγγελοι σκεπάζουν

με τα γαλάζια τους φτερά, γυρίζει απόψε

γυμνό στρουθίον η ψυχή μου.

Δεν την ιστόρησε κανείς όπως τη βλέπω

κι ούτε μπορούν ανθρώπου μάτια να τη δουν.

Είναι μια φάτνη και μια Γέννηση, που μόνο

για μένα τη ζωγράφισε απόψε

του θείου Βρέφους η στοργή.

 

ΕΝ ΔΑΚΡΥΣΙ

 

Τί δώρο να σου φέρω, Κύριε, Νιογέννητε

στη φάτνη ως είσαι απόψε φασκιωμένος;

Τα πιο’ μορφα και τ’ ακριβά του κόσμου αν σου’ φερνα

μπροστά σου πάλι θα’ πρεπε να ψάλω:

«Τα σα εκ των σων…» – δικά σου είναι τα πάντα.

Δέξου μονάχο, Κύριε, κι ολόδικό μου δώρο

εν δάκρυσι τα πλήθη των πολλών αμαρτιών μου.

 

ΦΑΤΝΕΣ

 

Ω, Κύριε! Τα λόγια μου δεν είναι

ένας ύμνος για τη θεία σου Γέννηση.

Πιο πολύ θρήνους μου θυμίζουν σήμερα

για κάστρα που έγιναν ρημάδια,

για πολιτείες που κουρσεύτηκαν,

για μοναστήρια που πατήθηκαν

απ’ των αλλόπιστων αγαρηνών τα πόδια.

Κι αν είχα δάκρυα νά’ φερνα για δώρα

στη φτωχική σου φάτνη,

θα σου ζητούσα, Κύριε, συγχώρεση

για τούτο εδώ: πιστεύω πότε-πότε

πως δεν γεννιέσαι σε παλάτια μεγαλόφτιαστα,

παρά σε φάτνες απ’ τον πόνο και τη στέρηση

αγιασμένες – φτωχικές και ταπεινές.

 

( Π. Β. Πάσχου, «Μυστικόν Έαρ», εκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα)

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers