Αρχείο

Archive for the ‘ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ’ Category

Ο Ν.Καζαντζάκης για τον Χριστό

Νοεμβρίου 14, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου

α. Τί είναι ο Χριστός;

1. Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Οι δύο φύσεις (η θεϊκή και η ανθρώπινη) είναι ενωμένες.

Έτσι παρ’ ότι είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος ο Χριστός είναι ένας. Ο ίδιος και Θεός και άνθρωπος. Θαυματουργεί με την θεία παντοδυναμία Του, σαν Θεός. Τρώγει, περιπατεί, πίνει, κοιμάται, κουράζεται, μιλάει, κλαίει, σαν άνθρωπος.

Μα και η ανθρώπινη φύση Του, επειδή είναι ενωμένη σε ένα με την θεϊκή Του φύση, είναι εντελώς ξένη σε κάθε λογισμό αμαρτητικό. Γιατί είναι

• τέλεια φωτισμένη από το φως της παντογνωσίας που έχει σαν Θεός
• τέλεια δυναμωμένη από την θεία παντοδυναμία, και
• τέλεια αγιασμένη από την αγιαστική χάρη της Θεότητος.

Εμείς αμαρτάνομε, γιατί μη έχοντας επαρκή γνώση, φώτιση, δύναμη και αγιασμό της θέλησής μας, προτιμάμε:

• το σώμα από την ψυχή∙
• τα υλικά από τα πνευματικά∙
• τα επίγεια από τα επουράνια.

Στον Ιησού αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνη. Γιατί σαν Υιός του Θεού είχε επάρκεια γνώσης, δύναμης, αγιασμού και φωτισμού.

Αν λοιπόν σε μας, όταν έχωμε ελάχιστα μόρια, λεπτότατα ρινίσματα, γνώσης, δύναμης, φωτισμού, αγιασμού, κατασιγάζουν τα πάθη ψυχής και σώματος (γιατί η αμαρτία δεν είναι φύση, αλλά επίκτητη ψυχοσωματική διαστροφή), χρειάζεται να συζητούμε ότι ο Χριστός ήταν αναμάρτητος στην τήρηση του νόμου Του;

2. Στους νεώτερους χρόνους πολλοί (επιστήμονες, λογοτέχνες, κριτικοί κ.ά.) κάνουν μια διάκριση.
Λένε:

Εμείς βλέπομε τον Χριστό σαν άνθρωπο. Δεν θίγομε ούτε την Θεία Του Φύση, ούτε το δόγμα της Εκκλησίας.

Και θέλοντας τάχα να Τον ιδούν σαν άνθρωπο, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης Του. που είναι ομοιοπαθής με εμάς. Του αποδίδουν ο καθένας τα δικά του πάθη.

• Σ’ αυτό το μοτίβο εκινήθη ο γνωστός μας πάστορας Βεντουρίνι (βλ. σελ. 108)
• Σ’ αυτό κινείται και ο «δικός μας» Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του «Ο Τελευταίο Πειρασμός», στο οποίο παρουσιάζει τον Ιησού να βασανίζεται από φιλήδονους λογισμούς και άλλες μικρότητες.

Μα αυτό αποτελεί ένα φοβερό και ανεπίτρεπτο λάθος. Γιατί οι δύο φύσεις έχουν ενωθή στον Χριστό

«ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως και ασυγχύτως». Και, κατά συνέπεια, η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν μπορεί να απομονωθή από την θεία. Με κανένα τρόπο. Έτσι έχοντας τέλεια ένωση με την θεία Φύση ήταν αδύνατο να πέση σε σκοτισμό λογισμών και σε «αδυναμία»∙ ήταν αδύνατο να παρασυρθή σε αμαρτητικό λογισμό. Έτσι, δεν επιτρέπεται να Του αποδίδωμε την δική μας (ο καθένας μας!) σεξουαλικότητα.

Γι’ αυτό και η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος στον ΙΒ’ όρο της λέγει:

«Όποιος λέγει ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πριν από την ανάστασή Του ενοχλείτο από πάθη ψυχικά και από σαρκικές επιθυμίες, πρέπει να αναθεματισθή∙ (δηλαδή η Εκκλησιαστική Ιεραρχία οφείλει να διακηρύξη, ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και να τον καταρασθή). Η ίδια Εκκλησιαστική ποινή πρέπει να επιβληθή και σε εκείνους που υπερασπίζονται εκείνους που λένε τέτοια πράγματα. Γιατί έχουν ξεφύγει από την Ορθόδοξη πίστη». Με άλλα λόγια, όσο και αν ένας συγγραφέας μας λέγει, ότι μιλάει μόνο για την ανθρώπινη φύση του Χριστού και ότι τάχα ΔΕΝ θίγει το δόγμα. ΔΕΝ ΑΜΝΗΣΤΕΥΕΤΑΙ. Γιατί το δόγμα θίγεται, και μάλιστα πολύ βάναυσα.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Πιστεύομε και διακηρύττουμε:
• Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ΕΝΑΣ
• τέλειος σαν Θεός∙
και τέλειος σαν άνθρωπος.
• Αληθινά Θεός∙
και αληθινά άνθρωπος∙
με ψυχή λογική και σώμα.
• Ομοούσιος με τον Πατέρα
κατά την Θεότητα∙
και ομούσιος με εμάς
κατά την ανθρώπινη φύση Του∙
σε όλα όμοιος με εμάς
εκτός από την αμαρτία.
• Ο Χριστός είναι ΕΝΑΣ
μα σ’ Αυτόν ενεργούν ΔΥΟ ΦΥΣΕΙΣ
(η Θεία και η ανθρώπινη),
• που σ’ Αυτόν ενώθηκαν
ασυγχύτως, ατρέπως,
αδιαιρέτως, αχωρίστως∙
(χωρίς πια να συγχέωνται∙
χωρίς πια να μεταβάλλωνται∙
χωρίς πια να διαιρούνται∙
χωρίς να χωρίζωνται)∙
• και συναποτελούν
ένα πρόσωπο∙
μία υπόσταση∙
τον Ένα Μονογενή Υιό∙
τον Ένα Θεό Λόγο∙
τον Ένα Κύριο Ιησού Χριστό.

(Όρος Δ’ Οικουμ. Συνόδου-Χαλκηδών 451 μ.Χ.)

β. Τί λέγει ο Καζαντζάκης για τον Χριστό.

1. Ο Νικόλαος Καζαντζάκης είναι λογοτέχνης. Οι λογοτέχνες δουλεύουν με το συναίσθημα και την φαντασία. Και επειδή και το συναίσθημα και η φαντασία είναι για τον καθένα καθαρά προσωπικά, καθαρά δικά του, είναι αυτονόητο, πως οι λογοτέχνες – σε όσα γράφουν – εκφράζουν ο καθένας τις δικές του ιδέες, τα δικά του βιώματα, και τα δικά τους συναισθήματα, που ο καθένας τα δουλεύει ανάλογα με την φαντασία του. Συγγραφέας- λογοτέχνης με δυνατή φαντασία βρίσκει δυνατές εκφράσεις για την έκφραση των συναισθημάτων, βιωμάτων και ιδεών και σε όλα, όσα λέει τον εαυτό του εκφράζει! Είτε στην αγνότητά του, είτε στην βρώμα του!

2. Ο Ν. Καζαντζάκης στο μυθιστόρημα του « Ο τελευταίο Πειρασμός» παίρνει για ήρωά του τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Αυτό αποτελεί μια επιλογή της φαντασίας του. Και, σαν ήρωά του πια, αποδίδει στον Χριστό όλα τα δικά του συναισθήματα∙ όλους τους δικούς του πόθους∙ όλες τις δικές του αδυναμίες∙ όλες τις δικές του ιδέες και απόψεις.

Ο Χριστός του Καζαντζάκη είναι ένας τέλειος καθρέφτης του ψυχικού κόσμου του συγγραφέα του! Σε όλον του τον ψυχικό και πνευματικό κόσμο!

Παρουσιάζει τον Ιησούν Χριστόν:

• Σαν καταδότη των αγωνιστών συμπατριωτών του στους καταχτητές ρωμαίους∙
• Σαν αμοραλιστή, που φτιάχνει εκτελεστικά όργανα προς χρήση των Ρωμαίων τυράννων! (για να σταυρώσουν τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης εναντίον του!).
• Σαν άνθρωπο με ανώμαλο ψυχικό βίο! Μερικές τουλάχιστον φορές το βλέμμα του και το χαμόγελό του παίρνουν έκφραση τόσο καθαρά δαιμονική, που τρομάζει η Παναγία Μητέρα Του.
• Σαν υποδουλωμένο στις επιθυμίες της σάρκας, σαν άνθρωπο χυδαίο, φιλήδονο, με λάγνο φρόνημα και με πράξεις πορνικές.
• Σαν βλάσφημο∙ σαν επαναστάτη κατά του Θεού.
• Σαν άνθρωπο που σε ό,τι καλό έκαμε, εχειραγωγείτο από τον Ιούδα, που ήταν τάχα ο πιο δυνατός και αφωσιωμένος μαθητής του
• Σαν απλό άνθρωπο, που επεθύμησε να γίνη Θεός και Σωτήρας του κόσμου, χωρίς βέβαια να είναι…

3. Γενικά, ο Ν. Καζαντζάκης παρουσιάζει τον Ιησού , όχι σαν ΣΩΤΗΡΑ του κόσμου, αλλά σαν ένα απλό και ταλαίπωρο άνθρωπο (= όπως όλοι!), που ενώ έχει ανάγκη όχι μόνο να ΣΩΘΗ, αλλά και να βρη τον εαυτό του, (γιατί – σύμφωνα με τον Καζαντζάκη πάντοτε – όπως και εμείς έτσι και ο Ιησούς δεν ήξερε ούτε τι είναι, ούτε τι γυρεύει στον κόσμο!…), πλάθει όνειρα, ότι θα γίνη σωτήρας του κόσμου!…

γ. Τι συναισθήματα «κουβαλούσε» ο Νικ. Καζαντζάκης.

1. Όπως είπαμε, οι λογοτέχνες συγγραφείς στα βιβλία τους εκφράζουν τον εαυτό τους. Και γι’ αυτό στα βιβλία τους μπορούμε να βρούμε όχι μόνο τις ιδέες τους, αλλά και τον ψυχικό τους κόσμο. Μια τέτοια μελέτη στα βιβλία του Ν. Καζ. Θα βγάλη στην επιφάνεια πολλά.

Μα δεν χρειάζεται να καταφύγη κανείς σε μία τέτοια μελέτη. Τον Καζαντζάκη τον έχουν περιγράψει

α. η σύζυγος του Γαλάτεια στο βιβλίο της: Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι. Αθήναι 1980. Από τον τίτλο του βιβλίου καταλαβαίνομε, ότι την ζωή και σκέψη του Καζαντζάκη διείπε η αρρωστημένη φιλοσοφία του Φρ. Νίτσε. Ο Νίτσε, όντας τρελλός έγραψε στοχασμούς που γοητεύουν μόνον ανθρώπους με την ίδια ψυχολογικά κατάσταση υγείας.

β. Η Έλλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας, στο βιβλίο της: Για να γίνη Μεγάλος, Αθήναι 1981. Σ’ αυτό η Έλλη μας λέγει, ότι όλος ο στόχος του Ν. Καζαντζάκη σε όλα, όσα έλεγε, έκανε και έγραφε, ήταν να γίνη μεγάλος. Πόσο μεγάλος; Να γίνη Θεός!…

γ. Ο ίδιος ο Νικ. Καζαντζάκης στις επιστολές του, που τις εξέδωκε ο φίλος του Παντ. Πρεβελάκης με τίτλο: 400 γράμματα του Νικ. Καζαντζάκη, Αθήνα.

Οι τρεις αυτοί μάρτυρες είναι οι πιο αυθεντικοί.

• Ποιός μπορεί να ειπή, πως ήξερε καλά τον Νικ. Καζαντζάκη πιο καλά από την σύζυγό του;
• Ποιός μπορεί να ισχυρισθή πως τον εκφράζει πιο αυθεντικά, από ό,τι εκφράζει ο ίδιος τον εαυτό του στα Γράμματά του;

2. Τί ήταν λοιπόν με βάση τα πιο πάνω βιβλία ο Ν. Καζαντζάκης;

α. Σαν ον ψυχοσωματικό.

Πρόσωπο «παθολογικά άτολμο, σεξουαλικά ανίκανο, αηδιαστικά λάγνο, κυριευμένο από τις ιδέες του Νίτσε (φιλόσοφος που αυτοκτόνησε), μηδενιστής, δειλό και διπρόσωπο∙ που πήγαινε με τους έχοντες την εξουσία∙ και όχι με εκείνους που είχαν το δίκιο» (Έλλης Αλεξίου, Για να γίνη Μεγάλος, σελ. 78-192, 229).

β. Κοσμοθεωριακά, ιδεολογικά.

Κομμουνιστής δεν ήμουν ποτέ. Δεν με έπιασε αυτή η πνευματική ψώρα (ε.ά. σελ. 286). Τί ήταν τότε; Πότε έκανε τον αθεϊστή λενινιστή. Πότε τον βουδδιστή. Πότε τον σκεπτικιστή. Πότε τον αγνωστικιστή. Πότε… Πότε… Τί ήταν; Ένας χάος!…

γ. Σαν Έλληνας.

• Γράφει σε επιστολή του στον φίλο του Π. Πρεβελάκη:

Τι ντροπή να ανήκεις σε μία ράτσα ξεπεσμένη, ξεπλυμένη, φελάχα! Πρέπει όλα αυτά να τα νικήσουμε∙ να ξεφύγουμε∙ να πολεμήσουμε μέσα μας ό,τι μας σμίγει με το ρωμέϊκο αίμα (Γράμμα 41 σελ. 46).

• Προτιμώ την Γερμανία από την Γαλλία. Το Παρίσι μυρίζει πολύ Ελλάδα. Και η Ελλάδα και οι Έλληνες μου είναι ΜΙΣΗΤΟΙ! (Γράμμα 76, σελ. 121)
• Με κυριεύει οργή και αηδία για τους Ρωμιού. Ποτέ δεν τους μίσησα και δεν τους συχάθηκα τόσο (Γράμμα 204, σελ. 429).

δ. Τί λαχταρούσε στην ζωή του.

• Ήταν «λυσσασμένος» για δόξα (γράφει ο φίλος του Πρεβελάκης) την ζωή του την προσδιώρισαν δύο κυρίως πράγματα: ο μεγαλομανής εγωϊσμός του και η μηδενική συζυγική ζωή του. Έτσι: φθάνει στο σημείο να θέλη να δημιουργήση θρησκεία και Εκκλησίες στο όνομά του και να προσκυνάται για προφήτης του Θεού!
• Είναι ανίκανος για σεξουαλική πράξη∙ μα γεμάτος λαγνεία∙ και χυδαία φιλήδονος!…

3. Μετά από αυτά συμπεραίνομε: Στο βιβλίο του «Ο Τελευταίο Πειρασμός» ο Νικ. Καζαντζάκης εκφράζει:

• τις ηθικές και εθνικο-κοινωνικές του ιδέες∙
• τις απόψεις του για τον Χριστό: ότι «βρήκε έδαφος» κατάλληλο! και κατάφερε και έγινε Θεός!…
• τον πόθο του να αναρριχηθή στον θρόνο του Χριστού∙ να φτιάξη δική του θρησκεία∙ να γίνη Θεός!…

4. Γιατί όμως όλα αυτά;

Λέγει ο ίδιος: «Ένας δαίμονας είναι μέσα μου. Και πολλές φορές ψυχανεμίζομαι, πως δεν είμαι εγώ» (Για να γίνης Μεγάλος, σελ. 186,396).

Κάθε σχόλιο περιττεύει.

δ. Τελική κρίση.

1. Ο ιταλός σκηνοθέτης Μαρτίνο Σκορτσέζε παρουσίασε το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη « Ο Τελευταίος Πειρασμός» σε ταινία (με κάποια δική του διασκευή).

Εναντίον της προβολής της ταινίας αυτής αντέδρασαν δυναμικά σε όλο τον κόσμο οι θρησκευτικοί κύκλοι.

2. Με αφορμή ανάλογες εκδηλώσεις και διαμαρτυρίες στην Αθήνα ο ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», προέβη στην εξής δήλωση:

«Το επίπεδο ενός τμήματος του λαού μας βρίσκεται πολύ χαμηλά. Γιατί, αν το επίπεδο του δεν ήταν τόσο χαμηλό, θα εγνώριζε, πως ένας συγγραφέας, ή ένας σκηνοθέτης, που ξεπερνάει ορισμένα όρια, μειώνεται ο ίδιος από την υπερβολή του. Γιατί ο συγγραφέας (Ν. Καζαντζάκης) δεν γράφει ιστορία. Βάζει κάτι από τον εαυτό του στο έργο του.

Νομίζω ότι το πρόσωπο του Χριστού μένει τελικά άθικτο∙ γιατί είναι αφ’ εαυτού τοποθετημένο επάνω από τις αδυναμίες των συγγραφέων μας» (εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15-10-1988, σελ. 24).

Με άλλα λόγια ο Νικηφόρος Βρεττάκος μας λέγει:

• Ο Ν. Καζαντζάκης έχει βάλει στο έργο του «κάτι» από τον εαυτό του.
• Έτσι εμείωσε τον εαυτό του και το έργο του.
• Γιατί ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια.
• Το βιβλίο του δεν είναι καρπός μελέτης, δεν έχει καμμιά επιστημονική αξία∙ είναι φαντασία…
• Με το έργο του Καζαντζάκη ασχολούνται είτε θετικά, είτε αρνητικά μόνο πρόσωπα με χαμηλό επίπεδο.
• Το πρόσωπο του Χριστού είναι αφ’ εαυτού Του επάνω από τις αδυναμίες των συγγραφέων μας, τύπου Ν. Καζαντζάκη.

3. Είπε ο Χριστός για τον Εαυτό Του:

«Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες (= εκείνοι που καμαρώνουν πως είναι πνευματική ηγεσία), ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας∙ ο πεσών επί τον λίθον τούτον, συνθλασθήσεται∙ εφ’ ον δ’ αν πέση, λικμήση αυτόν» (Ματθ. 21,44).

Έχουμε κι εμείς σήμερα ανάγκη από μια έξοδο. Μια έξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της ίδιας της ολιγωρίας μας, του ίδιου του ψεύδους μας, του ίδιου του εαυτού μας.

Οφείλουμε να αντιτάξουμε άμυνα στην εθνική μας φθορά. Έχουμε ανάγκη σαν Έθνος από ένα άλλο τείχος, μια άλλη τάφρο.

Οι ψυχές των παιδιών μας, μέσα στην γενική κρίση που τα περιβάλλει, έχουν μείνει ανοχύρωτες.
Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε, πως οι ηθικές μας αντιστάσεις μειώνονται μέρα με την μέρα.

(Νικ. Βρεττάκου, Λόγος για το Μεσολόγγι (Γιορτές της Εξόδου 17 Απρίλη 1989, σελ. 16-17).

Οι δύο Αλέξανδροι.(Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Αλέξανδρος Μωραϊτίδης.

Οκτωβρίου 9, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

τού Κώστα Παπαδημητρίου, συντ. Επιθεωρητού Α’/θμιας Εκπαίδευσης

«Ο Θεός έπλασε δύο παράλληλα πρόσωπα εκεί στό όμορφο νησί τής Σκιάθου καί πήρε μιά ψυχή, τή μοίρασε στά δύο καί φύτεψε τή μισή στόν έναν καί τήν άλλη μισή στόν άλλον Αλέξανδρο. Κι έτσι ό,τι λείπει απ’ τόν έναν Αλέξανδρο, τόν Παπαδιαμάντη, τό συναντούμε στόν Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Καί τό αντίστροφο», γράφει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. («Τά πρόσωπα καί τά κείμενα» τόμ. 12, σελ. 174). Έτσι δέν μπορεί κανείς νά γράψη γιά τόν έναν καί νά μήν αναφερθή στόν άλλον. Η κοινή γνώμη τών Γραμμάτων τούς θεωρεί δίδυμους πνευματικούς, Διόσκουρους, μέσα στήν λάμψη τού ίδιου λογοτεχνικού φωτοστέφανου. Αλέξανδροι καί οι δύο, συμπατριώτες, συνασκητές, συναθλητές τού λόγου, αχώριστοι στήν πίστη, στήν πέννα καί στόν πατσιά, πού ήταν στήν εποχή τους «ακαδημία τής λογοτεχνικής μποεμίας», όπως χαριεντιζόμενος είπε ο Σπύρος Μελάς. (εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» (27-10-1929).

Γιός παπά ο πρώτος, εγγόνι ο δεύτερος, ξαδέρφια στενά, μέ επιρροή εκκλησιαστικών ιδανικών πάνω τους, πού πηγάζουν από τήν ίδια βυζαντινή φλέβα, χριστιανοί από ανατροφή καί από ιδιοσυγκρασία, κάνουν άρωμα τής χριστιανοσύνης τους τό ελαφρό καί τό χαρμόσυνο καί τό σκορπίζουν στίς πλέον παγανιστικές γιορτές τής ελληνικής φύσης.

Μισούν τά εύκολα καί δεινά τού πολιτισμού καί οι δύο, συμφωνούν πώς ο πλούτος είναι δυστυχία καί ασκήμια, άν δέν διαχειρίζεται σωστά, η φτώχεια είναι ωραιότητα καί αρετή. Εξαίσιοι στήν περιγραφή τής φτώχειας, αμείλικτοι στήν ιδιοκτησία, τό ιδανικό τους η απλή ζωή. Η καλλιέργεια καί η γεύση τών καρπών τής γής. Θέλουν τήν ζωή χωρίς τήν αγωνία τής μεγάλης απόλαυσης, θέλουν τήν φυσική κατάσταση. Είναι απόκοσμοι. Θέλουν νά αγνοούν τίς βιοτικές μέριμνες, μέ τίς κακίες καί τά πάθη τους, μέ τίς μωρές φιλοδοξίες τους, μέ τά θέλγητρα πού αιχμαλωτίζουν τήν ζωή. Επιζητούν τήν μόνωση, τήν εσωτερική. Τούς είπαν κάποιοι ακοινώνητους καί μισάνθρωπους, γιατί παρεξήγησαν τίς ενοράσεις τους.

Είναι θαυμάσιοι ζωγράφοι τής φύσης καί τής αγροτικής ζωής. «Ξέρουν», γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, (εφημ. «Πατρίς» 17-1-1921), «νά μάς ηδονίζουν μέσα σέ παρθένους θάμνους, νά μάς πηγαίνουν πίσω από κατσίκια πλανηθέντα εις τήν κόψιν βράχων, νά μάς πλανούν εις ακρογιάλια καί ξηρονήσια, νά μάς κοιμίζουν υπό τά άστρα…».

Θαυμάσιο είναι τό διήγημα τού Μωραϊτίδη μέ τίτλο: «Μέ τά πανιά τού βοριά», όπου ο συγγραφέας τραγουδά τήν θάλασσα. Ταξιδεύει εκεί μέ μιά σκούνα. Άφθονες εικόνες θαυμαστές, βιβλικές καί μεθυστικές διηγήσεις φυσικών φαινομένων. Η κίνηση τής θάλασσας γίνεται λυρικό τραγούδι, ένα τραγούδι φυσιολατρείας καί δράσης από τήν Σκιάθο ως τήν Κωνσταντινούπολη. Τό ταξίδι καταλήγει σέ μιά εκκλησιά. Ο καπετάνιος αλλάζει τήν πατατούκα του μέ τό ράσο τού καλόγηρου. Εκεί ο συγγραφέας αρκείται νά βλέπη τό αργυρό μικρό ομοίωμα τής σκούνας του κρεμασμένο στόν πολυέλαιο τής εκκλησίας καί νά προσεύχεται. Δηλαδή η τρικυμία τής θάλασσας γίνεται προσευχή. Σ’ αυτό τό διήγημα κρύβεται ολόκληρος ο Μωραϊτίδης.

Δυνατή απεικονίζεται καί η απλή ζωή στά διηγήματά του «Καλικάντζαρος», «Κουκίτσα» κ.ά. κάτι παρόμοια μέ «Τόν Χριστό στό Κάστρο» τού Παπαδιαμάντη.

Μάς παρουσιάζει τόν ιερέα καβάλα στό γαϊδουράκι του, χωμένο μέσα στό ζεστό σάλι πού τόν τύλιξε η πρεσβυτέρα του, τριγυρισμένον από λίγους νησιώτες, προπαντός ευλαβικές γριούλες, νά πηγαίνουν στά εξωκκλήσια ή μισογκρεμισμένες εκκλησιές, νά λειτουργήσουν. Οι αισθήσεις τους πάντα ανοιχτές καί άγρυπνες στό πανόραμα τής ελληνικής φύσης καί τής απλής ζωής.

Στό διήγημά του «Χριστούγεννα στόν ύπνο μου» γράφει καί τούτα: «Τά έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις τήν καρδίαν τών ανθρώπων καί όταν καταργώνται, νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από τήν καρδίαν, ήτις πονεί καί οδυνάται μεταδίδουσα τόν πόνον εις όλον τό σώμα. Ο άνθρωπος όστις δέν έχει τό νεύρον τούτο δέν ανήκει εις έθνος. Είναι αλλότριος αυτού. Νομίζει πώς είναι εις τόν κόσμον όλον καί δέν είναι πουθενά. Είναι εις τόν αέρα, αεροβατεί…».

Απόφευγαν καί οι δυό τίς στενές γνωριμίες τους μέ άλλους λογοτέχνες. Μεταξύ τους είχαν στενό δεσμό. Στά μυστικά τους δείπνα μάλιστα, τά γενναία τους ελληνικά φαγοπότια, τά συντροφευμένα μέ σιγαληνά ψαλμοτράγουδα καί χωρατά, πού θυμίζανε θυμάρι μαζί καί λιβάνι, ήταν πολύ δυσκολότερα οι δυό φίλοι νά δεχτούνε συντροφιά. Μεγάλη ήταν η χάρη σου νά καθίσης νά φάς μαζί τους τά παχιά λαδωμένα τους σαρακοστιανά καί νά τσουγκρίσης τίς γιομάτες «καντήλες πού θύμιζαν τίς αλησμόνητες καλογερικές “μακαριές”. Άμα μάλιστα τύχαινε», γράφει ο Γ. Βλαχογιάννης, «νά φτάση στόν Πειραιά σκιαθίτικο καράβι κι αριβάρανε στήν ταβέρνα οι μεζέδες τού νησιού, αστακοουρές καί τέτοιες λιχουδιές λιαστές, μά δυσκολοχώνευτες, χωρίς τής ρετσίνας τό μπόλικο κατάβρεγμα, τότε θά ‘σουνα πολύ αδιάκριτος νά καλεστείς αδιάκριτα στό τραπέζι τους…» (εφημ. «Πολιτεία» 13-9-1925). Κι άλλες φορές πάλι, συγκεντρωμένοι, στοχαστικοί, αντάλλαζαν γνώμες καί περνούσε τίς πληροφορίες του ο ένας στόν άλλο μέ κατάνυξη συνωμοτική.

Καί πολλά άλλα συνέδεαν τούς δυό αυτούς μεγάλους διηγηματογράφους μας. Γεννήθηκαν καί οι δυό στή Σκιάθο κι έζησαν μέ τό θλιβερό προαίσθημα καί οι δυό νά πεθάνουν περιστοιχιζόμενοι από τούς δικούς τους καί νά αναπαυθούν γιά πάντα στήν γή πού τόσο αγάπησαν καί τραγούδησαν. Από Σκιαθίτες έγιναν μέ τό έργο τους Πανελλήνιοι. «Κάθε καλλιεργημένη χώρα», γράφει ο Καμπούρογλου, («Νέα εφημερίς», 24-4-1891) «θά εθεώρει εαυτήν ευτυχή ανακαλύπτουσα μεταξύ τών συγγραφέων της τούς δύο τούτους αστέρας, οι οποίοι δύνανται ν’ αποβώσι καύχημά της, εάν συναθροισθώσιν τά έργα τους… Τοιαύται ιδιοφυΐαι δέν βγαίνουν ως μανιτάρια καθ’ εκάστην…».

Διέφεραν όμως καί σέ πολλά οι δυό αυτοί μεγάλοι τής Νεοελληνικής διηγηματογραφίας. «Έπαιξαν βέβαια στήν ίδια ορχήστρα, αλλά μέ διαφορετικά όργανα. Ο Παπαδιαμάντης κρατούσε τόν γλυκύτερο αυλό πού έχει γνωρίσει ο νεώτερος πεζός λόγος. Ο Μωραϊτίδης κόντρα μπάσο» (Σ. Μελάς. ό.π). … Ο Παπαδιαμάντης ήταν πέρα γιά πέρα φύση καλλιτεχνική. Η θρησκευτική πίστη ενεργούσε σ’ αυτόν ως ζωντανή πηγή έμπνευσης. Ο Μωραϊτίδης ήταν περισσότερο φύση ασκητική. Η θρησκευτικότητά του σοβαρότερη καί αυστηρότερη.

Καί φυσιογνωμικά διέφεραν. Έφεραν βέβαια καί οι δύο πλούσια καί κατάμαυρη γενειάδα, η μορφή όμως τού Μωραϊτίδη ήταν πιό πλατειά καί πιό ανοιχτή από τού Παπαδιαμάντη καί η φορεσιά του «πιό ευπρόσωπη». Σέ αντίθεση μέ τό μαύρο μακρύ παλτό τού Παπαδιαμάντη ο Μωραϊτίδης δέν αποχωριζόταν ποτέ τήν μαύρη στενή καί κοντή ζακέτα, τό μαύρο παλτό καί τό ημίψηλο καπέλο.

Διαφορετικοί ήταν καί στόν χαρακτήρα τους. Ο Παπαδιαμάντης, πού οι συνθήκες τής οικογενείας του δέν τού επέτρεψαν νά περατώση τίς σπουδές του, έβρισκε τήν ευτυχισμένη ώρα του ανάμεσα στούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους τής ειδυλλιακής ζωής καί εθέλγετο από τό εξωτερικό κάλλος τών θρησκευτικών εκδηλώσεων. Ενδιαφέρετο περισσότερο γιά τά πρόσωπα καί τίς εκδηλώσεις τους. Εμεινε εκείνος πού ήταν από τήν αρχή. Ήταν ένα παιδί μέ νούν, είπε κάποιος, πιό αισθαντικός καί πιό τρυφερός.

Ο Μωραϊτίδης είναι ο επιστήμονας, ο λεπτολόγος, ο παρατηρητής, ο θρησκευτικός μαχητής, η τραγωδία του βρίσκεται παρούσα σέ κάθε του κίνηση. Η καρδία του είναι ασήκωτη από έγνοιες. Κινείται πάντα από τόν έρωτα τού απόλυτου. Ίσως λιγότερο προικισμένος από τόν Παπαδιαμάντη καί ιδιόρρυθμος στήν γλώσσα του. Η ειδοποιός διαφορά πού αφήνει πίσω κατά τι ο Παπαδιαμάντης τόν Μωραϊτίδη είναι πού ο πρώτος μέ προσωπική του συμμετοχή προσεγγίζει ο ίδιος τό δράμα τών ηρώων του. Τόν βλέπεις νά στέκεται μέ άφωνη εγκαρτέρηση στήν αναπόφευκτα επερχόμενη σύγκρουση, πού είναι ως ένα σημείο καί μοίρα τού συγγραφέα. Η ζωή τών ηρώων του εισχωρεί καί στήν δική του. Καί η γλώσσα του έχει τό χάρισμα νά μεταγγίζη μέσα μας τήν πιό διεισδυτική θέρμη. Γι’ αυτό τόν επεσκίασε ο θαλερός πλάτανος τού διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Είναι ασύγκριτες όμως οι σελίδες του, όσες κυρίως παρουσιάζουν ανθρώπινους χαρακτήρες. Εκείνες ξεπέρασαν τό χρόνο καθώς αποδίδουν καταστάσεις καί συμπεριφορές χαρακτηριστικές μιάς εποχής καί μιάς συγκεκριμένης κοινωνικής καί βιοτικής στάθμης.

Τόν Παπαδιαμάντη τόν γνωρίζει κανείς περισσότερο μέσα από τό έργο του, τόν Μωραϊτίδη μέσα από τήν ζωή του. Τήν πίστη του ο Μωραϊτίδης δέν τήν εξαντλεί στήν τυπολατρεία καί τήν ευλάβεια. Εξουσιαστής του είναι τό απόλυτο. Τό δικό του δράμα εξαντλείται σ’ έναν απέραντο εσωτερικό μονόλογο ή σέ έναν διάλογό του μέ τόν Δημιουργό. Κυριαρχείται αποκλειστικά σχεδόν από τό συναίσθημα ότι πλησιάζει πρός τόν ουρανό καί αυτή η γραμμή τής ανατάσεως πρός τά υπερκόσμια δεσπόζει στό μεγαλύτερο μέρος τού έργου του. Τήν επίγεια ζωή τήν αισθάνεται σάν έκτιση ποινής μέ πόθο καί υπομονή αναμένοντας τό τέλος της. Εφάρμοζε πιστά τήν παρακάτω συμβουλή τού Μάρκου Αυρήλιου:

«Μή λησμονείς, έλεγε πρός τόν εαυτό του ο αβάπτισος εκείνος χριστιανός, μή λησμονείς ότι είσαι απλούς ταξιδιώτης. Τό πλοίον πού σέ μεταφέρει εις τήν πατρίδα σου προσορμίζεται εις ένα λιμένα, ημπορείς νά εξέλθης νά περιεργασθής τήν πολυθόρυβον αυτήν πόλιν, νά ίδης τήν αγοράν της, τά υψηλά της κτίρια, τά καταστήματα, τά θέατρα, τάς ασχολίας τών κατοίκων της. Ημπορείς ακόμη νά συνάψης συνομιλίας καί στιγμιαίας σχέσεις μέ τούς κατοίκους της, τούς άρχοντας ή τούς καπήλους, αλλά μή απατηθής καί επί μίαν στιγμήν καί προσηλωθής εις τίποτε από αυτά, τά παροδικά, τά ξένα, τά αδιάφορα. Έχε διαρκώς τήν προσοχήν σου εις τό πλοίον σου, καί μή απομακρυνθής πολύ από τόν λιμένα, διότι από στιγμής εις στιγμήν ο κυβερνήτης καλεί τούς επιβάτας του διά τό τέρμα τού ταξιδίου των».

Έζησε τήν ζωή του καί ποτέ δέν ελησμόνησε πώς ήταν ένας παροδίτης καί ποτέ δέν πήρε τήν προσοχή του από τήν αναμενόμενη πρόσκληση τού κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νά καθαρίζη τήν ψυχή του καί σιγά σιγά άρχισε νά απαρνιέται τά εγκόσμια. Τώρα πιά δέν είναι ο λογοτέχνης πού δούλευε τόν τρόπο τής έκφρασής του. Είναι ο πιστός πού αναζητεί καί στόν λόγο του μιά πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ο τεχνίτης τού λόγου μέ τόν πιστό. Δέν τόν ενδιαφέρουν τά άλλα βιβλία καί άρθρα του, ο καημός του είναι νά τυπωθή ο τόμος τών 400 σελίδων πού μέ πλούσια σχόλια αφιέρωσε στίς ομιλίες τού Μεγάλου Βασιλείου στίς αφιερωμένες στούς Ψαλμούς τού Δαβίδ, καθώς καί στά αφιερωμένα στόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο (Ναζιανζηνό) («Παρθενίας εγκώμιον» κ.ά). Απομακρύνεται από όλες τίς άλλες μελέτες του καί αγκιστρώνεται στά Πατερικά κείμενα καί σέ ύμνους πρός τόν Δημιουργό. Στήν άκρη η κλασσική φιλολογία, όπου τό πάν είναι ενσυνείδητο, τό πάν υποβάλλεται κάτω από τό φώς τής λογικής. Τόν ενδιαφέρει ο θρησκευτικός ύμνος, τό θυμίαμα, η προσευχή, τό αγγελικό σχήμα, η «εις Κύριον αποδημία». Δυστυχώς, ο θησαυρός τών έργων του, παράδεισος σωστός, έμεινε αθέατος από τούς πολλούς.

Ως καθηγητής στό Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει υποχρεωτικά στήν Αθήνα. Η μόνη απόλαυσή του είναι νά επισκέπτεται τά σκιαθίτικα καράβια στό λιμάνι τού Πειραιά. Πατώντας τήν κουβέρτα τών καραβιών τής πατρίδας του, έχει τήν συναίσθηση πώς πατεί τά αγαπημένα χώματά της. Έτσι «Τού βοριά τά κύματα», πού έγινε καί τίτλος τού βιβλίου του, τού φέρνουν τά χαιρετίσματα από τό αγαπημένο του νησί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ – Ο ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο έγγαμος βίος του Αλ. Μωραϊτίδη

Το 1900 φεύγει από την δημόσια υπηρεσία. Στην ουσία παύθηκε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα να πληρωθή. Την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε με την Βασιλική Φουλάκη, που την γνώρισε στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου. Την βαθειά του πίστη την μεταβίβασε και στην γυναίκα του, που μαζί της πριν ακόμα παντρευτούν, γύριζαν μαζί στις εκκλησίες. Κι όταν παντρεύτηκαν στο σπίτι τους έβαλαν εικόνες και κεριά, προσεύχονταν μαζί, έψελναν τον εσπερινό.

Κάποτε μια γρια Σκιαθίτισσα πήγε στην Αιδηψό για να κάνη λουτρά. Έμαθε πως ήταν εκεί ο κυρ-Αλέκος με την γυναίκα του, νιόπαντροι, και πήγε να τους δη. Τους βρήκε να κάθονται στο δωμάτιο που είχαν νοικιάσει την ώρα που έψελναν εσπερινό. Ξαφνιασμένη τους ρώτησε: «Οσπιτεύετε η καλογερεύετε;».

Λένε πως δεν είχαν άλλο δεσμό μεταξύ τους από την αγάπη του Χριστού. Δεν είχαν συναναστροφές με άλλους ανθρώπους. Ο Μωραϊτίδης γλιστρούσε αθόρυβα και βιαστικά ανάμεσα στο πλήθος, με την απεριποίητη βιβλική του γενειάδα, για να γίνη άφαντος να χωθή γρήγορα στο ιερό του σπιτιού του με τα μανουάλια και τα ψαλτήρια, όπου ιερουργούσε σαν παπάς σε ερημοκκλήσι. Και η αγαπημένη του γυναίκα δεν ήταν παρά μια ταπεινή εκκλησάρισσα στον μικρό εκείνο και παράδοξο ναό. Τα τελευταία χρόνια είχε ενδυθή το μοναχικό σχήμα με το όνομα Αθανασία.

Ο θάνατος της συμβίας του

Δεν κράτησε όμως πολύ η συμβίωσή τους εκείνη. Η γυναίκα του, μοναχή Αθανασία, πεθαίνει και αυτό τον βυθίζει σε μεγάλο πένθος και σε μεγαλύτερη σιωπή.

Σε μια επιστολή του με ημερομηνία 30-10-1915, από την Σκιάθο προς την Ηγουμένη του μοναστηριού Κεχροβουνίου της Τήνου, την Θεοδώρα, με την οποία συνδέθηκε πνευματικά, θα γράψη αναφερόμενος στον θάνατο της συζύγου του:

«Ο θάνατός της υπήρξε κοίμησις, ελαφρά μετάστασις από μίαν ζωήν εις την άλλην. Δεν μου λέγεις πως είναι δυνατόν να απολαύσω εγώ αυτό το μακάριον τέλος. Διαβάζω ωσάν να έχω στάδιον εμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε και σκέψεις διαφόρους. Κι εκεί οπού διαβάζω, π.χ. πόσα έτη ταλαίπωροι σας μένουν; Τι προσμένετε; Η ζωή μας είναι 70 η 80 το πολύ έτη. Τότε εξαφνιάζομαι ωσάν εξαφνιάζεται ένας εις τον ύπνον του από ένα ράπισμα κατ’ όναρ.

Εξαφνιάζομαι και βλέπω ότι 5 χρόνια μου μένουν, αν μου μένουν και αυτά. Και μένω άναυδος. Αλλ’ αυτό πρέπει να κάμνω; Να μένω άναυδος; Πρέπει να τρέξω, να αρράξω εις ένα ήσυχον λιμένα όπου τα 5 αυτά χρόνια να επισκευάσω το καράβι μου να το έχω έτοιμον δια το ταξείδι του Ωκεανού. Ο νοών νοείτω….»

Σε άλλο οκτασέλιδο γράμμα γράφει:

«Νύκτα των Χριστουγέννων 1915.

Αγαπητή εν Χριστώ αδελφή κυρία Θεοδώρα.

«…Δεν πρέπει να παραξενεύεσθε δια την αδυναμίαν μου την σωματικήν, διότι το πένθος ως είπας ήτο, ναι ήτο βαρύτατον. Και μόνον ο θάνατος θα το εξαλείψη με σπαραγμόν. Βιάζομαι να χωνεύω την θλίψιν, και αυτό φαίνεται βλάπτει σωματικώς είναι όμως τώρα πολύ ελαφρότερον, και να σου το παραστήσω κάπως αισθητώς, φαντάζομαι ότι η μακαρία Αθανασία μου κάπου αποδημεί και με περιμένει να υπάγω και εγώ».

Ο τραυματισμός του και η αντιμετώπισή του

Το 1907 επισκέπτεται το Μέγα Σπήλαιο. Εκεί πέφτει και χτυπά το πόδι του. Υποχρεώνεται από αυτό να μείνη ακίνητος ως τον Απρίλιο του 1908 στην κλινική και στο σπίτι του στην Σκιάθο. Οι συνθήκες διαβίωσής του είναι τραγικές. Τις απαριθμεί σε επιστολές του προς την ίδια Ηγουμένη με ημερομηνίες 8 και 11-10-1916.

«Εν Σκιάθω τη 8η Οκτωβρίου 1916

Θεοπεφιλημένη μου και περιπόθητος αδελφή εν Χριστώ.

Θύελλα και αστραπαί και κακοκαιρίαι και βρονταί• η στέγη του κελλίου μου σείεται διότι είναι υπό το κωδωνοστάσιον του Ναού της Παναγίας και εν τη κορυφή της πόλεως. Είναι 8 η ώρα περίπου το βράδυ• μου έφεραν το κατσαρολάκι με ζωμόν από πικραλίδας, ούτω λέγουν εδώ τα ραδίκια του βουνού. Τα παράθυρα φεγγοβολούν από τας αστραπάς. Ήρχισε βροχή. Και ως φαίνεται θα διαρκέση όχι μόνο την νύκτα αλλά και ημέρας. Αλλ’ ο καιρός είναι νότιος θερμός. Όταν είναι κρύο και βορράς, καταβαίνω κάτω εις εν δωμάτιον (όπου και κοιμώμαι τώρα), το οποίον είναι σωστόν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον από την κανδήλαν των αγίων.

Εψάλαμεν απόψε τον εσπερινόν των οσίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Έφερα μαζί μου καθώς και πέρυσι την αγίαν εικόνα των και την εστόλισα με ωραία λουλούδια, κρίνα της ερήμου κατά το τροπάριον, πάλλευκα και κάτι άλλα της εποχής χρώμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν εδώ. Θαύμα των οσίων. Διότι χωρίς να τα παραγγείλω, χωρίς άλλην φοράν να μου φέρουν, άγνωστος γυναίκα μου τα έφερε χθες βράδυ από το βουνό του αειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μου τα έδωσε, λέγει, η αδελφή σου, όχι αυτή που συγκατοικώ αλλ’ άλλη η οποία δεν γνωρίζει πως έχω την πανήγυριν και την εικόνα των οσίων προφανώς. Και είναι κρίνα λευκά που εις το χωρίον δεν έχει κανείς. Και ήσαν πολλά κρίνα και ευωδίαζαν. Αν προφθάσω θα θέσω μέσα εις την επιστολήν από την αγίαν εικόνα.

Το μεσημέρι μετά το φαγητόν μόνος μου έπλεξα το στέφανον και εις τας 4 περίπου το επήγα εις την εκκλησίαν μετά της εικόνος και την ετοποθέτησα καταλλήλως. Ο εσπερινός διήρκεσε 1,30 ώρα• μέγας εσπερινός. Αν υπήρχε αλεύρι θα έκαμνα αρτοκλασίαν, αλλά είναι νηστικοί οι άνθρωποι και περιμένουν αύριον το ατμόπλοιον. Τώρα όπου γράφω οικονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον με παρακλήσεις πολλάς.

Βοήθειά μας οι όσιοι!»

Και η δεύτερη επιστολή:

«Εν Σκιάθω τη 11 Οκτωβρίου 1916

Στερούμαι χειμερινού οικήματος. Κοιμούμαι τώρα εις υγρόν σπηλαιώδες δωμάτιον και μου φαίνεται πως με βλάπτει πολύ η υγρασία.

Πως εβάσταζαν οι Όσιοι εις τους λάκους; Αυτούς συλλογίζομαι και ο νους μου σαλεύεται. Δια να ίσταμαι ολίγον, διότι από τον καιρόν των καταγμάτων συνήθισα εις το καθήσθαι αείποτε, επενόησα έναν κρεμαστήρα όπου τον έχω δια να γυμνάζω την θραυσμένην μου δεξιάν – τρία χρόνια παρημέλησα τώρα και αισθάνομαι βάρος ύποπτον και ως ρευματικόν. Λοιπόν κρεμώμαι και λέγω το μεσονύκτιον, τον Εξάψαλμον, τας Ωδάς και όσα γνωρίζω από στήθους…».

Η βράβευσή του

Το 1928 η Ακαδημία Αθηνών τον ανακηρύσσει ομόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ο Μωραϊτίδης ούτε που πήγε να παραστή στην εκλογή του. Αρκέστηκε σε μια ευχαριστήρια επιστολή του προς τον πρόεδρο της Ακαδημίας.

Η μοναχική του κλίση

Ζούσε αποσυρμένος, παντελώς ξένος προς τα εγκόσμια. Ο ασκητισμός του ήταν αυστηρός. Συγγένευε με εκείνων των πρώτων αναχωρητών. Η χριστιανική ταπείνωση δεν ήταν άδεια λέξη γι’ αυτόν. Την είχε ντυθή κατάσαρκα η ψυχή του. Καταδίκασε στην ψυχή του την εγκόσμια ζωή για να βρη λύτρωση στην σιωπή της έκστασης, στην ουρανοπολιτεία του μοναστηριού, όπου θα αντάμωνε Εκείνον. Διψούσε για αλήθεια εσωτερική. Άκουε την φωνή του Ιησού προς την Μάρθα ότι: «ενός εστί χρεία». Ανταποκρίνεται σ’ αυτό το κάλεσμα, παίρνει το μοναχικό σχήμα και ονομάζεται Ανδρόνικος. Για μια απλή αλλαγή ρούχων πρόκειται, γιατί ο Μωραϊτίδης δεν έγινε τότε μοναχός, ήταν μοναχός και μάλιστα από εκείνους που αναφέρονται στα πιο αυστηρά μοναστήρια. Απλά έδωσε την εξωτερική φόρμα στο περιεχόμενο της ζωής του.

Η κουρά του έγινε στους Τρεις Ιεράρχες της Σκιάθου. Με μεγάλη χαρά ντύθηκε το «Αγγελικό Σχήμα» για να εισέλθη στον νυμφώνα του Χριστού. Ένα γράμμα του που έστειλε λίγες μέρες αργότερα σε μια ευλαβική κυρία των Αθηνών και δημοσιεύθηκε στην «Εστία», νομίζει κανείς πως είναι γραμμένο από καθολική παρθένα δεκατεσσάρων ετών, που έκαμε την πρώτη μετάληψή της και διηγείται σε μια φιλενάδα της την χερουβική τελετή. Το ίδιο και ο Μωραϊτίδης με ένα παρθενικό ύφος μιλάει για τα ράσα του, που του στέκανε ωραία, για τις καμπάνες της εκκλησίας, που σήμαιναν χαρμόσυνα, για την ευλογία του Μητροπολίτη, για τους χριστιανούς του εκκλησιάσματος, που δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν μέσα στο «Αγγελικό Σχήμα».

Και στην παραπάνω Ηγουμένη Θεοδώρα θα γράψη στις 16-9-1929:

«Σήμερον είχον την μεγαλυτέραν εορτήν της ζωής μου. Εκείνο το οποίον επόθουν από τόσα χρόνια, εκείνο το οποίον η ψυχή μου εμελετούσε νύκτας και ημέρας, το απήλαυσα, το απέκτησα. Το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Δεν είμαι πλέον ο Διδάσκαλος Αλέξανδρος, ο πρεσβύτης, ο πολυάσχολος με τας μερίμνας του κόσμου. Είμαι ο μοναχός Ανδρόνικος…».

Ο θάνατός του

Ο θάνατος του Ανδρόνικου-Αλέξανδρου Μωραϊτίδη ήρθε το 1929. Πέθανε σαν τον Τολστόϊ σε ένα μοναστήρι. Μια καλόγρια του έκλεισε τα μάτια. Έτσι πέρασε στην γαλήνη της αιωνιότητας «εις προϋπάντησιν του Σωτήρος», που τόσο επιθυμούσε.

ΠΗΓΗ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

Κατηγορίες:AΞΙΟΛΟΓΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ζωή χωρίς εσωτερική ευτυχία. (Φώτης Κόντογλου)

Σεπτεμβρίου 1, 2011 2 σχόλια


Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος, θέλει ν᾿ απολάψει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάξει όλα. Και βασανίζεται. Όποιος όμως φτάξει σε μια κατάσταση που να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει πολλά, έστω κι αν απορεί να τ᾿ αποχτήσει, εκείνος λοιπόν είναι ο ευτυχισμένος. Δεν το κάνει από οικονομία, είτε γιατί έχει την ιδέα πως τα πολλά τον βλάφτουνε στην ψυχή ἢ στο σώμα. Αλλά γιατί στα λίγα και στα απλά βρίσκει πιο αγνή ικανοποίηση. Και περισσότερο απ’ όλα, επειδή με τα απλά και με τα λίγα δεν χάνει τον εαυτό του. «Τὶς εστι πλούσιος; Ο εν ολίγω αναπαυόμενος».

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουνε πουθενά ησυχία, γιατί επιχειρούνε να ζήσουνε χωρίς τον εαυτό τους.

Τρέχουνε από δω κι από κει να βρουν την ευτυχία, μα ευτυχία δεν υπάρχει έξω από τον εαυτό μας. θέλουμε να ευχαριστηθούμε με συμπόσια απ’ όπου λείπουμε. Όποιος έχει χάσει τον εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα που δίνουνε οι πολυμέριμνες ηδονές κι απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή αγαλλίαση της καρδίας. Μ᾿ αυτό το βύθισμα στον εαυτό του βρίσκει ο άνθρωπος τον Θεό.

Για τούτο είπε ο Χριστός: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν· ιδού ώδε ή ιδού εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν». «Μην ψάχνετε, ζαλισμένοι άνθρωποι, εδώ κι εκεί να βρείτε την ευτυχία. Γιατί η ευτυχία βρίσκεται μέσα σας».

Μέγας λόγος, όπως όλα τα θεϊκά λόγια. Μέσα μας είναι ο θησαυρός. Απ’ έξω είναι ξέρακας, κι ας μη μας ξεγελά η φασαρία και τα ψεύτικα πυροτεχνήματα. Όποιος ζει εξωτερικά, ζει ψεύτικα.

Όποιος ζει εσωτερικά, ζει αληθινά. Ξέρω καλά τί είναι η ζωή που ζουν οι λεγόμενοι κοσμικοί άνθρωποι, οι άνθρωποι που διασκεδάζουνε, που ταξιδεύουνε, που ξεγελιούνται με λογής-λογής θεάματα, με ασημαντολογίες, με σκάνδαλα, με διάφορες ματαιότητες, που από μακριά φαντάζουνε για κάποιο πράγμα σπουδαίο και ζηλευτό, ενώ σαν τα δει κανένας από κοντά, απορεί για τη φτώχεια που έχουν και το πόσο κούφιοι είναι οι άνθρωποι που ψευτογελιούνται μ᾿ αυτά τα γιατροσόφια της ευτυχίας.

Ξέρω λοιπόν καλά αυτή τη ζωή, γιατί, αναγκαστικά, έζησα, κάποιες φορές, με ανθρώπους πλούσιους, που με προσκαλούσανε στα σπίτια τους, στις επαύλεις τους, στα κότερά τους και στις άλλες διασκεδάσεις τους. Μελαγχολία μ᾿ έπιανε από κείνη την κατάσταση. Έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους, που κάνανε τον ευτυχισμένο, κατάδικους που κάνανε τον ελεύθερο. Αλλά, αν δεν καταγινόντανε με τόσες ψεύτικες χαρές, θα πέφτανε στη βαρεμάρα, στη λεγόμενη ανία. Ή το ένα, ή το άλλο. Άδειοι από κάθε ουσία, τρισδυστυχισμένοι.

Η ψυχή είναι ανύπαρκτη κι ανύπαρκτη η ευτυχία, η βασιλεία του Θεού. Πώς να γίνει ψωμί, σαν δεν υπάρχει προζύμι; Πώς να μην είναι όλα άνοστα, αφού δεν υπάρχει το αλάτι;

Λοιπόν, όποτε αναγκαζόμουν να πάω για λίγο κοντά σε τέτοιους κοσμικούς ανθρώπους, πράγμα που γινότανε σπάνια, για να μην τους προσβάλω, αφού με προσκαλούσανε με ευγένεια, δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή να αποτραβηχτώ στο καβούκι μου, να γυρίσω στο φτωχό σπίτι μου και στ’ αγαπημένα πράγματα που βρίσκονται γύρω μου. Έβλεπα πως αντί να πάρω κάτι από όλη εκείνη την τυμπανοκρουσία, όπως πιστεύει ο πολύς ο κόσμος, εγώ έδινα, έδινα ξύπνημα στους κοιμισμένους, ξεμούδιασμα στους μουδιασμένους, ζωή στη μονοτονία τους.

Γι’ αυτό και τώρα που γράφω, μ’ όλο που είμαι προσκαλεσμένος σε πολλά μέρη από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, όχι μονάχα στην Ελλάδα, αλλά και σε μακρινά μέρη, κάθομαι στο μικρό περιβολάκι μας με τα λίγα δεντράκια και με τα ταπεινά λουλούδια. Ξεκουράζομαι κι ειρηνεύει η ψυχή μου. Τούτο το μικρό κηπάριο είναι για μένα ο Κήπος της Εδέμ. Ο αγέρας μοσχοβολά, κι ο νους μου ταξιδεύει. Ταξιδεύει εδώ κι εκεί, μα περισσότερο βυθίζεται μέσα μου, εκεί που αναβρύζει το μυστικό νερό, εκεί που βρίσκονται τα ριζώματα» του κόσμου.

Ευχαριστώ τον Θεό που βρέθηκε αυτό το καταφύγιο. Νοιώθω μεγάλη ευτυχία που είμαι μοναχιασμένος, που, εδώ που κάθομαι, δεν με ξέρει κανένας, δεν με θυμάται κανένας. Σαν να είμαι καραβοτσακισμένος που γλύτωσε από τη φουρτούνα, κι ακούει τα μούγκρισμα της θάλασσας από το σίγουρο καταφύγιό του. Σαν να γλύτωσε από ληστές. Ανατριχιάζω συλλογισμένος την ανεμοζάλη που τη λένε ζωή οι όμοιοί μου, κοινωνική ζωή, ζούγκλα γεμάτη σκορπιούς, φίδια και λύκους.

Αναπαύομαι μοναχά με δυο–τρεις ανθρώπους απλούς και καλοκάγαθους, που έχουν αγάπη μέσα τους και ειρήνη στην καρδιά τους. Δεν θέλω μήτε θαυμασμούς, μηδέ δόξες, μήτε άλλες τέτοιες συμφορές, θέλω να είμαι ξεχασμένος κι ασήμαντος. Ω λησμονιά, τί μπάλσαμο είσαι για όσους ποθούν την ειρήνη! Κατάρα είναι η δίψα που έχουν οι άνθρωποι να κατασταθούνε ξακουσμένοι, να τους δοξάζει ο κόσμος και να βασανίζονται μέσα στη ματαιότητα κι εκείνοι που θαυμάζονται κι εκείνοι που θαυμάζουνε.

Εδώ που κάθομαι, νοιώθω πως είμαι μακριά απ’ όλους αυτούς τους βραχνάδες που τους έχουν για ευτυχία οι δυστυχισμένοι άνθρωποι.

Φυσά στο πρόσωπό μου το δροσερό αγεράκι, μπαίνει απαλό στ’ αφτιά μου, σαν να με χαιρετά. Σιγοσαλεύουνε τα κλαδιά κι οι κορφές των δέντρων. Μαμούνια περπατάτε στο μοσχοβολημένο χώμα, τα κάθε ένα τραβά το δρόμο του κι έχει το σκοπό του. Πού πηγαίνουνε; Μυστήριο. Πεταλούδια και μυγάκια λογής-λογής, άλλα μακρουλά, άλλα στρογγυλά, πετάνε και μαζεύονται γύρω από το φως που είναι αναμμένο από πάνω μου. Όλα είναι σπουδαία, όλα αξιαγάπητα. Κι εγώ είμαι ένα απ’ αυτά.

Δεν ακούγεται τίποτα, παρεκτός από τις σταλαγματιές του νερού που πέφτουνε από τη βρύση, κάνοντας τη σιωπή ακόμα πιο βαθειά. Σα να γίνεται γύρω μου κάποια μυσταγωγία. Το μυστήριο του κόσμου το νοιώθω και μέσα μου κι απέξω. Μυστικές θύρες ανοίγουν από παντού. Το κάθε δέντρο, το κάθε χορτάρι, το κάθε λουλούδι, σαν να με βλέπει με το μυστηριώδη μάτια του.

Είμαι μακάριος στο μικρό τούτο περιβολάκι μας. Τύφλα νάχουνε μπροστά του οι μεγάλοι κήποι και τα πολυέξοδα παλάτια, τα φανταχτερά κότερα. Όσα είναι γύρω μου είναι αγαπημένα, γιατί δεν είναι αγορασμένα με λεφτά πολλά, όπως είναι όσα έχουν οι πλούσιοι. Αγορασμένα πράγματα μπορούν να δώσουνε ευτυχία στον άνθρωπο;

Ω, εσείς που έχετε τα πλούτη και που μόνο τί λογής είναι η αληθινή χαρά δεν ξέρετε. Άνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι από τις έγνοιες κι από τις σκοτούρες, σκλάβοι στη φιλοδοξία και στ’ άλλα πάθη, ω άσωτοι γιοί, που φάγατε τα ξυλοκέρατα και δεν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στο σπίτι του πατέρα σας του πονετικού, που δεν είναι άλλο παρά η καρδιά η δική σας, και μπείτε μέσα να ξαποστάσετε, να ευφρανθείτε και να νοιώσετε την αληθινή χαρά!

 

(Φώτης Κόντογλου –«Ζωή πολυμέριμνη, χωρίς καμία εσωτερική ευτυχία».

Συλλογή: Μυστικά Άνθη, Εκδόσεις: Παπαδημητρίου)

 

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας (Φώτης Κόντογλου)

Ιανουαρίου 23, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Επιμέλεια κειμένου:Μ.Χ-Α.Χ

Οι άνθρωποι έχουν στη καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα, ν’ αποχτήσουν κτήματα κι άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στο Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Αλλά τί να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούν το Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πως έχουν την ελπίδα τους στο Χριστό, στη Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε  τίποτα στ’ αδέρφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πως οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του  Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τί θα φάτε και για το τί θα πιείτε και για το τί θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι αύριο το καίνε στο φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, πόσο περισσότερο θα φροντίσει για σας, ολιγόπιστοι;». Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πως πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να

έχει πίστη στο Χριστό ένας άνθρωπος και μαζί  να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; Θα πει πως νομίζει πως θα ξεγελάσει το Θεό. Αλλά «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται. Κι όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που το λέγει ο Χριστός Μαμωνά, θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για το Χριστό, αλλά να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να ‘χεις το μέσο και με το Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λόγια του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στο Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέρφια τους.

Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι άλλου: «Είναι καλό να στερεώνετε τη καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του Θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από τη ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στο κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το ‘χει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμπλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει το φονιά του, και θαρρεί πως κρύφτηκε από αυτόν.

Πόσο αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πως το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πως το ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δες του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψεοτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλούνται σ’ όλη την οικουμένη. Ω, ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τί φτώχεια αληθινά από κρίση κι από γνώση! Κι από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Ή οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τους αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, «Ασάλευτο θεμέλιο», εκδ. Ακρίτας)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers