Αρχείο

Archive for the ‘ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ’ Category

Τα Αναγνώσματα στη Θ. Λειτουργία.

 

«Και τη του ηλίου λεγομένη ημέρα πάντων κατά πόλεις, ή αγρούς μενόντων επί το αυτό συνέλευσις γίνεται και τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγιγνώσκεται.»

(Και την ημέρα που λέγεται ημέρα του ηλίου, γίνεται σύναξη όλων που μένουν στις πόλεις ή στα χωράφια κι εκεί διαβάζονται τα απομνημονεύματα των Αποστόλων ή τα συγγράμματα των Προφητών.)

 

Είναι η πρώτη περιγραφή της θείας Λειτουργίας, μόλις εκατόν είκοσι χρόνια ύστερ’ από την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος μας δίνει εδώ μαρτυρία για το πως άρχιζε η θεία Λειτουργία. Πρώτα λοιπόν διαβάζονταν περικοπές από τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αυτή την τάξη η Εκκλησία την πήρε από τη Συναγωγή, όπου κάθε Σάββατο διάβαζαν περικοπές από το Νόμο και τους Προφήτες. Στις περικοπές αυτές προστέθηκαν περικοπές από τα απομνημονεύματα των Αποστόλων. Απομνημονεύματα κυρίως λέγονται τα τέσσερα Ευαγγέλια, αλλά μαζί με αυτά εδώ πρέπει να εννοήσουμε τις Πράξεις και τις Επιστολές. Ας ομιλήσουμε λοιπόν για τα αγιογραφικά αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας.

*

Μετά τη Μεγάλη Συναπτή, τα Αντίφωνα, την είσοδο του Ευαγγελίου και τον Τρισάγιο Ύμνο, που πρέπει να τα θεωρήσουμε όλα σαν πρόλογο της θείας Λειτουργίας, ερχόμαστε τώρα στην ανάγνωση των Γραφών. Όπως είδαμε στο παραπάνω κείμενο του αγίου Ιουστίνου, η ανάγνωση των Γραφών ήταν από την πρώτη εποχή στοιχείο της θείας Λειτουργίας. Σήμερα, όταν λέμε ανάγνωση των Γραφών στη θεία Λειτουργία, εννοούμε τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. Στην πρώτη όμως εποχή τα αναγνώσματα ήσαν περισσότερα, ένα ή και δύο από την Παλαιά Διαθήκη και δύο από την Καινή. Αργότερα τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης περιορίστηκαν στην ακολουθία του Εσπερινού, κι έμειναν στη θεία Λειτουργία τα δύο αναγνώσματα της Καινής. Από τα  αναγνώσματα της  Παλαιάς Διαθήκης κατάλοιπα στη θεία λειτουργία είναι το Προκείμενο, ένας δηλαδή ψαλμικός στίχος μ’ έναν δεύτερο που πάντα τον συνοδεύει, εκφωνούμενοι κι οι δύο πριν από τον Απόστολο, και το Αλληλούια, που συνοδεύεται κι αυτό με δύο ψαλμικούς στίχους και ψάλλεται πριν από το Ευαγγέλιο.

Στη Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου βλέπουμε καλύτερα τα δύο αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, το ένα πριν από τον Απόστολο, που είναι ο ύμνος των Τριών Παίδων, και το άλλο πριν από το Ευαγγέλιο, που είναι ο 81ος  ψαλμός. Αλλά βλέπουμε και τον τρόπο με τον οποίο ψάλλονταν τα ψαλμικά αναγνώσματα. Δύο είναι οι τρόποι της ψαλμωδίας· ο αντιφωνικός και ο «καθ’ υπακοήν». «Καθ’ υπακοήν» θα πει· ο αναγνώστης να διαβάζει με τη σειρά τους στίχους του ψαλμού, και ο χορός των ψαλτών ή ο λαός στο τέλος κάθε στίχου να ψάλλει την επωδό ή εφύμνιο. Στον ύμνο των τριών παί­δων ο αναγνώστης διαβάζει «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον», και ο χορός ψάλλει· «Τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας». Και στον 89ο  ψαλμό ο αναγνώστης διαβάζει με τη σειρά τους στίχους και ο χορός ψάλλει την επωδό· «Ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην.,,».

Όσο για τη σημασία γενικά, που έχουν τα αναγνώσματα στη θεία Λειτουργία, ο άγιος Μά­ξιμος ο Ομολογητής γράφει τα εξής· «Τα  αναγνώσματα, που γίνονται στη θεία Λειτουργία μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, φανερώνουν γενικά το θέλημα και τις εντολές του Θεού, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να διδάσκονται και να ζουν όλοι οι πιστοί». Θα μας πήγαινε ο λόγος πολύ μακρυά, αν θα θέλαμε τώρα να πούμε τί είναι η θεία Γραφή στην Εκκλησία για τους πιστούς, γι’ αυτό κρίνουμε πως είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Δαμάσκηνου·  «Όταν η ψυχή ποτίζεται από τη θεία Γραφή, τρέφεται και δίνει ώριμο καρπό την ορθόδοξη πίστη και στολίζεται με θεάρεστες πράξεις». Η θεία Γραφή βέβαια δεν διδάσκει επιστήμη και γνώσεις, που οι άνθρωποι μπορούν να τις ανακαλύψουν μόνοι τους, αλλά αποκαλύπτει το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.

*

Υπάρχει μια σταθερή και μόνιμη τάξη, σύμφωνα με την οποία διαβάζεται η Καινή Διαθήκη, ο Απόστολος δηλαδή και το Ευαγγέλιο στη θεία Λειτουργία. Καθώς δύο είναι οι κύκλοι των εκκλησιαστικών εορτών, έτσι δύο είναι και οι κύκλοι των αναγνωσμάτων όλου του χρόνου. Ο ένας κύκλος αναγνωσμάτων είναι το Κυριακοδρόμιο, οι Απόστολοι δηλαδή και τα Ευαγγέλια, που διαβάζονται κάθε Κυριακή. Ο άλλος κύκλος αναγνωσμάτων είναι το Μηνολόγιο, οι Απόστολοι δηλαδή και τα Ευαγγέλια, που διαβάζονται στις Δεσποτικές και στις Θεομητορικές εορτές και στις εορτές των Αγίων· δηλαδή κάθε μέρα. Όλη σχεδόν η Καινή Διαθήκη είναι χωρισμένη σε περικοπές, καθώς κι ένα μεγάλο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό το χώρισμα είναι πολύ παλιό, αφού τουλάχιστο για τις ευαγγελικές περικοπές αναφέρει σε ομιλίες του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Η Εκκλησία δεν κάνει ακολουθία χωρίς να διαβάσει περικοπή από τη θεία Γραφή. Δεν λέμε βέβαια για το Ψαλτήριο, που διαβάζεται ολόκληρο μέσα σε κάθε εβδομάδα. Είναι λοιπόν άδικη η κατηγορία ότι τάχα οι ορθόδοξοι δεν διαβιβάζουμε τη θεία Γραφή. Η αλήθεια είναι πως δεν κρατάμε το Ευαγγέλιο στην τσέπη και δεν το διαβάζουμε όπου κι όπως τύχει. Το έχουμε στην αγία Τράπεζα, το ακούμε σε κάθε ιερή ακολουθία και θεία Λειτουργία, και η Εκκλησία δεν μιλάει για μελέτη της θείας Γραφής, αλλά για ανάγνωση και ακρόαση. Η ανάγνωση και ακρόαση στη λειτουργική σύναξη, με φυσική προέκταση το θείο κήρυγμα, είναι πράξη θείας λατρείας, όπου οι πιστοί ακούνε «ορθοί» τα θεία λόγια, κάνουν το σταυρό τους και λένε με πίστη και ευγνωμοσύνη στο Θεό· «Δόξα σοι, Κύριε· δόξα σοι».

Η λατρεία της ορθόδοξης Εκκλησίας είναι βιβλική· όχι μόνο γιατί ποτέ δεν λείπουν τα αγιογραφικά αναγνώσματα, αλλά και γιατί όλη η υμνολογία είναι απήχηση της θείας Γραφής. Αυτό, η κατάλληλη δηλαδή περικοπή σε κάθε περίσταση και η ποιητική ανάπτυξη της θείας Γραφής στην Υμνολογία, είναι η εκκλησιαστική ερμηνεία των θεόπνευστων κειμένων. Έτσι ο κάθε ορθόδοξος ξέρει τη θεία Γραφή όχι σαν φιλολογικό κείμενο κι όπως μπορεί αυτός να την διαβάζει και να την καταλαβαίνει, αλλά καθώς την διαβάζει και την ερμηνεύει η Εκκλησία. Η ορθόδοξη Εκκλησία στην ανάγνωση και ακρόαση της θείας Γραφής, και μάλιστα στον Απόστολο και στο Ευαγγέλιο, δίνει επίσημο, δημόσιο και λειτουργικό χαρακτήρα. Ένας σύγχρονός μας ορθόδοξος θεολόγος γράφει χαρακτηριστικά ότι μετά τα Αντίφωνα και το «Άγιος ο Θεός…», όταν δηλαδή παύουν οι ύμνοι, σταματάμε να μιλάμε εμείς, γιατί με την ανάγνωση των θείων Γραφών κατεβαίνει και μιλάει ο Θεός για να τον ακούσουμε. Έτσι ο αγιογραφικός λόγος είναι μια ζωντανή παρουσία μέσα στη λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας.

*

Πολλές φορές λέμε για τη θεία Γραφή πως είναι θεόπνευστο κείμενο. Εννοούμε, πως η θεία Γραφή είναι γραμμένη με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. «Πάσα γραφή θεόπνευστος…» γράφει ο άγιος Παύλος, και ο άγιος Πέτρος προσθέτει ότι «υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι», από το Άγιο Πνεύμα κινούμενοι είπαν όσα είπαν άγιοι άνθρωποι του Θεού. Στους Προφήτες, πριν από κάθε προφητεία, διαβάζομε· «Τάδε λέγει Κύριος», κι ύστερα πάλι από την προφητεία διαβάζομε· «Το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα». Ο Προφήτης δηλαδή βεβαιώνει και μαρτυρεί πως ο λόγος δεν είναι δικός του, αλλά λόγος Θεού. Και ο Ιησούς Χριστός λέει στους μαθητές του ότι «ουχ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Πατρός υμών το λα­λούν εν υμίν»· όταν προφορικά ή γραπτά μιλάνε οι Προφήτες και οι Απόστολοι, δεν είναι αυτοί που μιλάνε, αλλά το Άγιο Πνεύμα που μιλάει μέσα τους. Ο λόγος εδώ δεν εννοεί ότι το Άγιο Πνεύμα υπαγορεύει τις λέξεις, αλλ’ ότι επιστατεί στα νοήματα που θα κηρύξουν. Γι’ αυτό βλέπουμε, και μάλιστα στα τέσσερα Ευαγγέλια, ότι για το ίδιο πράγμα ο κάθε Ευαγγελιστής γράφει μ’ έναν δικό του και προσωπικό τρόπο. Στη θεοπνευστία δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, χωρίς να καταργεί το πρόσωπο του Προφήτη ή του Αποστόλου, τον οδηγεί και τον φυλάγει σ’ εκείνο που γράφει. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι η θεία Γραφή γράφτηκε μέσα στην Εκκλησία από την Εκκλησία και για την Εκκλησία, σε κάθε σύναξη της οποίας «τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγιγνώσκεται». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

 

Κατηγορίες:ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ

Ο Τρισάγιος Ύμνος

 

 

«Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».

(Άγιος ο Θεός ο Πατέρας, άγιος ισχυρός ο Υιός, άγιος αθάνατος το Άγιο Πνεύμα· ελέησέ μας.)

 

       Η πίστη της Εκκλησίας είναι θεμελιωμένη στην προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Μαζί με το Ευαγγέλιο, μαζί με τον Ιησού Χριστό Άγγελοι ήρθαν στη σύναξή μας· σ’ ένα χορό λοιπόν τώρα μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο. Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι εκείνος που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας να ψάλλουν ακατάπαυστα οι Άγγελοι γύρω από το θρόνο του Θεού· «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ο ίδιος ύμνος, σε μια κάπως διαφορετική διατύπωση της Εκκλησίας, ψάλλεται τώρα, σαν ένα τέταρτο Αντίφωνο, πριν από την ανάγνωση των θείων Γραφών· «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».

*

Ύστερα από το τελευταίο τροπάριο του τρίτου Αντιφώνου, ο λειτουργός ιερέας προσκαλεί σε προσευχή την ιερή σύναξη με  γνωστά λόγια· «Του Κυρίου δεηθώμεν». Έπειτα ακολουθεί η ευχή και μετά την εκφώνηση ψάλλεται ο Τρισάγιος Ύμνος. Αλλά εδώ, για διάφορους λόγους, συμβαίνει μια ακαταστασία, που καταστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Πριν να διαβάσει την ευχή, ο ιερέας λέει την εκφώνηση, οι ψάλτες αρχίζουν να ψάλλουν τον ύμνο κι ο ιερέας διαβάζει μυστικά την ευχή. Έτσι γίνεται τάχα οικονομία χρόνου, αλλ’ όμως και η εκφώνηση δεν γίνεται στη θέση της και η γεμάτη ιερά νοήματα ευχή δεν ακούεται από τους πιστούς. Και η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου, σύμφωνα με τον γενικό τύπο των ευχών χωρίζεται σε δύο μέρη· στο πρώτο μέρος υμνείται η μεγαλοσύνη του Θεού και στο δεύτερο διατυπώνονται τα αιτήματα της εκκλησιαστικής σύναξης.

«Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος, ο τρισαγίω φωνή υπό των Σεραφείμ ανυμνούμενος και υπό των Χερουβείμ δοξολογούμενος και υπό πάσης επουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος· ο εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγών τα σύμ­παντα· ο κτίσας τον ανθρωπον κατ’ εικόνα σην και ομοίωσιν και παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ο διδούς αιτούντι σοφίαν και σύνεσιν και μη παρορών αμαρτάνοντα· ο καταξιώσας ·ημάς τους ταπεινούς και αναξίους δούλους σου και εν τη ώρα ταύτη στήναι κατ ενώπιον της δόξης του αγίου σου θυσιαστηρίου και την οφειλομένην σοι προσκύνησιν και δοξολογίαν προσάγειν».  Ως εδώ είναι το πρώτο μέρος της ευχής, που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως έτσι. «Ο άγιος Θεός, εσύ που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους, που σε ανυμνούν τα Σεραφείμ με τον τρισάγιο ύμνο και σε δοξολογούν τα Χερουβείμ και σε προσκυνάει κάθε επουράνια δύναμη· που από το μηδέν δημιούργησες τα σύμπαντα· που έπλασες τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική σου και τον στόλισες με κάθε χάρισμά σου· που σε όποιον ζητάει δίνεις σοφία και φρονιμάδα και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρταίνει, αλλά έβαλες να υπάρχει μετάνοια για να σωθεί· που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου σ’ αυτήν εδώ την ώρα να σταθούμε μπροστά στη δόξα της αγίας σου Τράπεζας και να προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δοξολογία που σου πρέπει».

Προχωρούμε τώρα στο δεύτερο μέρος της ευχής- «Αυτός Δέσποτα, πρόσδεξαι και εκ στόμα­τος ημών των αμαρτωλών τον Τρισάγιον Υμνον και επίσκεψαι ημάς εν τη χρηστότητί σου· συγχώρησον ημίν παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα· και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τας ημέρας της ζωής ημών πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων». Μεταφράζομε και το δεύτερο αυτό μέρος της ευχής· «Εσύ Δέσποτα, δέξου κι από μας τους αμαρτωλούς τον Τρισάγιο Ύμνο, κι έλα κοντά μας μέσα στην καλωσύνη σου· συχώρεσέ μας κάθε αμάρτημα θελημένο ή αθέλητο· αγίασέ μας τις ψυχές και τα σώματα και δώσε μας καθαροί και άγιοι να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου κι όλων των Αγίων, που έκαναν το θέλημά σου από τότε που υπάρχει ο κόσμος». Ύστερα από την ευχή, φυσικά εδώ γίνεται η εκφώνηση· «Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Γιατί άγιος είσαι ο Θεός μας κι εμείς εσένα δοξάζομε, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες.

*

Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ευχές της θείας Λειτουργίας και για το περιεχόμενό της και για την ιερότητα του λόγου. Ας επαναλάβουμε σε μια σύντομη περίληψη τα νοήματα της ευχής. Ο Θεός είναι ο άγιος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση στους αγίους ανθρώπους, που τον υμνούν και τον δοξολογούν οι ουράνιοι άγγελοι. Είναι ο δημιουργός του κόσμου κι ο πλάστης του ανθρώπου· δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν κι έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική του, να είναι δηλαδή κι ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως κι ο Θεός είναι πρόσωπο, και σαν πρόσωπο για να γίνει όμοιος με το Θεό. Ο Θεός στόλισε τον άνθρωπο με κάθε χάρισμα κι είναι εκείνος που μας αξίωσε και τώρα να τον δοξολογούμε. Αυτά όλα εξ’ ονόματος της σύναξης ο ιερέας τα λέει πρόσωπο προς πρόσωπο στο Θεό, για να προχωρήσει στα αιτήματα. Εσύ λοιπόν, Θεέ μας, δέξου από μας τον Τρισάγιο Ύμνο, συχώρεσέ μας τα αμαρτήματα, αγίασέ μας ψυχικά και σωματικά και αξίωσέ μας να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή. Όλα τα αιτήματα αυτά η ιερή σύναξη τα ζητάει από το Θεό, προβάλλοντας όπως πάντα την πρεσβεία της Θεοτόκου κι όλων των Αγίων.

Οι χοροί των ψαλτών στην εκφώνηση του ιερέα απαντούν με το «Αμήν» κι αρχίζουν να ψάλλουν αντιφωνικά τον Τρισάγιο Ύμνο. «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αυτός ο ύμνος, καθώς γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο ουράνιος χορός των Αγγέλων και ο επίγειος χορός των ανθρώπων ενώνονται σε μια ακατάπαυστη δοξολογική ανύμνηση του Θεού». Ό,τι γίνεται στον ουρανό μιμείται η Εκκλησία στη γη· κάθε μέρα στην κάθε λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας γίνεται η ίδια αδιάλειπτη Λειτουργία επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη.

Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι από τους πιο γνωστούς και τους πιο αγαπητούς ύμνους της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε ποιά ήταν η «σύμφωνος ευτονία», για την οποία γράφει ο άγιος Μάξιμος, γιατί εμείς τώρα μόνο κατά παράδοση ξέρουμε τη μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. Τα πιο παλιά χειρόγραφα της εκκλησιαστικής μουσικής δεν είναι παραπάνω από χιλίων χρόνων, μα κι αυτά δεν μπορούμε σίγουρα να τα διαβάσουμε. Όμως αυτό το «κατά παράδοσιν» που λέμε έχει μεγάλη αξία, γιατί η παράδοση είναι ζωντανή συνέχεια στην Εκκλησία, που πάντα σώζει μέσα της πολλή αλήθεια. Μόνο που θα πρέπει να φροντίζουμε η ψαλμωδία στην Εκκλησία να είναι όσο μπορεί πιο απλή και, θα λέγαμε, δωρική. Σχετικά με τον Τρισάγιο Ύμνο θα πρέπει να λείψουν οι μακρές και ολωσδιόλου αταίριαστες στην ορθόδοξη λατρεία φωνές και μελωδίες, που δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να δείξουν την καλλιφωνία και την τέχνη των ψαλτών.

*

Με τον Τρισάγιο Ύμνο συνδέονται κάποια όχι και πολύ αρχαία τελετουργικά έθιμα, που θα πρέπει κι αυτά να λείψουν, χωρίς το πράγμα να θεωρηθεί ασέβεια. Όλα αυτά, συνδεόμενα με την παρουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα στη θεία Λειτουργία, έκτος που δεν έχουν πια θέση, αλλά και ξοδεύουν ώρα, ώστε να μη μένει πια καιρός για το κήρυγμα και να μην υπάρχει άνεση χρόνου για τη θεία Λειτουργία. Γιατί η Λειτουργία καλά-καλά δεν άρχισε, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στον πρόλογο. Ύστερα από την είσοδο του Ευαγγελίου με τον Τρισάγιο Ύμνο, προετοιμάζουμε την ανάγνωση των Γραφών, από την οποία αρχίζουν να κάνουν λόγο όλα τα αρχαία λειτουργικά κείμενα. Ο Τρισάγιος Ύμνος, που δεν ήταν από την αρχή, αλλά μπήκε μεταγενέστερα στη θεία Λειτουργία, είναι ο ύμνος που η Εκκλησία «κατά πάσαν έναρξιν ύμνου Θεού τούτον προ πάντων πλατεί στόματι καθηγείται». Στην αρχή κάθε Ακολουθίας, μετά το «Βασιλεύ ουράνιε…», μεγα­λόστομα υμνούμε πάντα την Αγία Τριάδα. «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

 

Κατηγορίες:ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ

Η Μικρά Είσοδος

Μαΐου 13, 2012 2 σχόλια

«Δεύτε   προσκυνήσωμεν   και   προσπέσωμεν Χριστώ»

(Ελάτε, ας προσκυνήσουμε κι ας λατρεύσουμε το Χριστό.)

 

Όταν ψάλλεται το τρίτο Αντίφωνο, τότε γίνεται και η Μικρά Είσοδος. Η Μικρά Είσοδος, σε αντίθεση προς τη Μεγάλη, που γίνεται παρακάτω στη θεία Λειτουργία, είναι η επίσημη μεταφορά του Ευαγγελίου από το Σκευοφυλάκιο, στην αγία Τράπεζα. Στην αρχαία εποχή το Ευαγγέλιο φυλαγόταν στο Σκευοφυλάκιο, που ήταν έξω στην είσοδο του ναού. Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η ώρα για να αναγνωσθεί, μεταφέρεται το Ευαγγέλιο, αν και δεν φυλάγεται πια στο Σκευοφυλάκιο, αλλά μένει πάντα επάνω στην αγία Τράπεζα. Συγχρόνως όμως αυτή την ώρα μπαίνει επίσημα στο ναό και στο ιερό Βήμα για τη θεία Λειτουργία ο επίσκοπος. Η Μικρά Είσοδος λοιπόν είναι μια τελετή με διπλό νόημα· τη μεταφορά του Ευαγγελίου και την είσοδο του επισκόπου. Το Ευαγγέλιο είναι το κήρυγμα του Χριστού και ο επίσκοπος στην Εκκλησία είναι «εις τόπον Χριστού». Με τα ίδια λοιπόν αισθήματα και με τον ίδιο ύμνο χαιρετίζει και υποδέχεται στην ιερή σύναξη ο λαός το Ευαγγέλιο και τον επίσκοπο, ψάλλοντας· «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ…».

*

       Οι αρχαίοι ερμηνευτές της θείας Λειτουργίας σε κάθε πράξη, που γίνεται στην ιερουργία, ανακαλύπτουν κάποιον συμβολισμό, κάτι δηλαδή βαθύτερο που υπάρχει κάτω από τα τελούμενα. Δεν θα θέλαμε να τους ακολουθήσουμε, όχι πως δεν έχουν δίκιο, αλλά γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μας. Εμείς θέλουμε να εξηγήσουμε πολύ απλά αυτό που γίνεται στη θεία Λειτουργία, χωρίς να επιμένουμε ούτε στην ιστορική του εξέλιξη ούτε στη συμβολική του σημασία. Είναι χαρακτηριστικό κάτι που λέει εδώ, σχετικά με την είσοδο του Ευαγγελίου ο Νικόλαος ο Καβάσιλας· «γίνεται μεν έκαστον της χρείας ένεκα της ενισταμένης, σημαίνει δε καίτι των τον Χριστού έργων ή πράξεων ή παθών»· δηλαδή στην ιερουργία γίνεται το κάθε τι για να εξυπηρετηθεί κάθε φορά κάποια παρούσα ανάγκη, αλλά σημαίνει και κάτι από τα έργα ή τις πράξεις ή τα πάθη του Ιησού Χριστού.

Το Ευαγγέλιο είναι ο Χριστός και, καθώς μπαίνει υψωμένο στα χέρια του λειτουργού ιερέα, δείχνει τη φανέρωση του Ιησού Χριστού στον κόσμο, καθώς με αυτά τα λόγια εξηγεί το πράγμα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής· «τελούμενης της αγίας συνάξεως, η μεν πρώτη είσοδος γενικώς μεν δηλοί την πρώτην του Θεού ημών παρουσίαν». Ο ίδιος ερμηνευτής αλλού, συνδυάζοντας την είσοδο του Ευαγγελίου με την είσοδο του επισκόπου, λέει τα εξής· «Την μεν ουν πρώτην εις την αγίαν Εκκλησίαν του αρχιερέως κατά την ιεράν σύναξιν της πρώτης του Υιού του Θεού και του Σωτήρος ημών Χριστού διά σαρκός εις τον κόσμον τούτον παρουσίας τύπον και εικόνα φέρειν εδίδασκε». Κάποιος παλαιότερος δηλαδή, από τον οποίον ο άγιος Μάξιμος το παίρνει, εδίδασκε ότι η πρώτη είσοδος του επισκόπου στην ιερή σύναξη είναι η εικόνα της πρώτης παρουσίας στον κόσμο του σαρκωθέντος θείου Λόγου. Αλλά είπαμε πως δεν θα σταματήσουμε περισσότερο στις αλληγορικές αυτές και συμβολικές ερμηνείες των αρχαίων εξηγητών της θείας Λειτουργίας.

Θα πρέπει να εξηγήσουμε και να πούμε ότι οι ερμηνείες αυτές, πολύ επιτυχημένες όλες και ιερές, έγιναν βέβαια ύστερα από τα πράγματα. Η ευσέβεια και η πίστη των ερμηνευτών ζητάει κάτω από τα πράγματα μια βαθύτερη πάντα σημασία, που εμείς χωρίς να μην την παραδεχόμαστε, δεν μένουμε όμως σ’ αυτήν, γιατί θαρρούμε πως δεν είναι λίγο να εξηγήσουμε τα πράγματα, καθώς τα βλέπουμε και τα ακούμε, αφήνοντας τις βαθύτερες ερμηνείες για τους πνευματικά τελειότερους. Ό,τι γίνεται κι ό,τι λέγεται στην Εκκλησία είναι πράξη και λόγος ιερός· αυτό μας είναι αρκετό. Ας βλέπουμε λοιπόν κι ας ακούμε με μια απόλυτη ευλάβεια όσα γίνονται και λέγονται μέσα στην Εκκλησία κι ας αφήνουμε ο καθένας τη σκέψη του και την ψυχή του να βαθαίνει όσο μπορεί πιο πολύ και να πετάει ψηλότερα. Εδώ δεν υπάρχει περιορισμός, γιατί το περιεχόμενο της πίστεως είναι μεν για όλους το ίδιο, μα ο καθένας ζει την πίστη του κατά δικό του και προσωπικό τρόπο. Το τι αισθάνεται και ζει μέσα του ο κάθε πιστός μόνο ο Θεός το ξέρει.

*

       Φέρνοντας λοιπόν ο λειτουργός ιερέας το άγιο Ευαγγέλιο και κρατώντας το ψηλά, προχωρεί στη μέση του ναού. Μπροστά, όπως γίνεται σε κάθε λιτανεία, πηγαίνει αναμμένη λαμπάδα, ο τίμιος Σταυρός και τα εξαπτέρυγα. Στη μέση του ναού και στο ύψος του επισκοπικού θρόνου η λιτανεία σταματά. Σταματούν και οι ψάλτες την ψαλμωδία, και ο λειτουργός ιερέας, όπως πάντα όταν πρόκειται να διαβάσει ευχή, λέει· «Του Κυρίου δεηθώμεν». Και πάντα οι ψάλτες απαντούν «Κύριε ελέησον». Ύστερα ο ιερέας διαβάζει την ευχή της εισόδου, έτσι που να την ακούν όλοι· «Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, ο καταστήσας εν ουρανοίς τάγματα και στρατιάς αγγέλων και αρχαγγέλων εις λειτουργίαν της σης δόξης, ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ημίν και συνδοξολογούντων την σην αγαθότητα». Δέσποτα Κύριε Θεέ μας, που έβαλες στους ουρανούς τάγματα και στρατιές αγγέλων και αρχαγγέλων για να υπηρετούν τη δόξα σου, κάνε τώρα με την είσοδό μας να μπουν και άγιοι άγγελοι, για να λειτουργούν μαζί μας και να δοξάζουν την καλωσύνη σου.

Στο τέλος ακολουθεί η εκφώνηση· «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα…». Είναι η πρώτη εκφώνηση που ακούσαμε στη θεία Λειτουργία και την εξηγήσαμε. Ύστερα ο ιερέας ευλογεί την είσοδο, με τη χαρακτηριστική χειρονομία της ιερατικής ευλογίας· «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου· πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Ό,τι γίνεται στην Εκκλησία σφραγίζεται με το σημείο του σταυρού και κάθε ιερατική ευλογία παρέχεται με τον τύπο του Σταύρου. Παντού στη ζωή των πιστών, αλλά πολύ περισσότερο μέσα στο ναό την ώρα της θείας λατρείας, ξεχωρίζει ο τίμιος σταυρός· ο ιερέας κάθε πράξη τη σφραγίζει με το σημείο του σταυρού και κάθε πιστός μέσα στη σύναξη, σε κάθε δοξολογία της Αγίας Τριάδος, κάνει το σημείο του σταυρού. Με το σημείο του σταυρού «οι πιστοί των απίστων αποδιϊστάμεθα και γνωριζόμεθα», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός· ο σταυρός είναι το σημείο που σημαδεύει και ξεχωρίζει τους χριστιανούς.

Ύστερα ο ιερέας υψώνει το άγιο Ευαγγέλιο και λέει με δυνατή φωνή· «Σοφία! Ορθοί!». Το «σοφία» λέγεται για το Ευαγγέλιο· το Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός, η αληθινή σοφία, η «άνωθεν κατερχόμενη». Και το «ορθοί» λέγεται για τους πιστούς, για να σηκωθούν ορθοί όχι μόνο να δείξουν εξωτερική ευλάβεια, αλλά και να υψώσουν την διάνοια και την καρδιά τους και να προσέξουν τι γίνεται τώρα· ότι ο Ιησούς Χριστός μαζί με τους αγγέλους ήρθαν στη σύναξη και μπαίνουν στο ιερό Βήμα, για να γίνει η θεία Λειτουργία. Τότε η σύναξη μ’ ένα στόμα ψάλλει πανηγυρικά το Εισοδικό· «Δεύτε προσκυνησωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ»· είναι ο ύμνος, με τον οποίο υποδέχεται και χαιρετίζει την είσοδο του Ευαγγελίου και του επισκόπου. Πρέπει να εξηγήσουμε εδώ ότι αντιπροσωπευτικά είπαμε για το Εισοδικό μόνο της Κυριακής, γιατί βέβαια τα Εισοδικά των Δεσποτικών εορτών είναι κάθε φορά άλλα. Καθώς επίσης ότι μιλάμε για ένα μόνο λειτουργό ιερέα, ενώ η θεία Λειτουργία μπορεί να γίνεται από τον επίσκοπο με πολλούς ιερείς και με διάκονο. Πρέπει όμως να ξέρουμε ότι και όταν γίνεται συλλείτουργο, ένας είναι που λειτουργεί, ο επίσκοπος ή ο πρώτος των ιερέων. Όταν λειτουργεί επίσκοπος, καθώς μπαίνει στο ιερό Βήμα ευλογεί το λαό. Επάνω σ’ αυτό λέει ο άγιος Χρυσόστομος ότι «μπαίνοντας ο επίσκοπος δεν ανεβαίνει στο θρόνο, αν δεν ευλογήσει πρώτα το λαό». Ο θρόνος του επισκόπου δεν ήταν τότε έξω στο ναό, αλλά μέσα στο ιερό Βήμα, εκεί που είναι και τώρα το «σύνθρονον».

*

Πριν κλείσουμε τη σημερινή ομιλία, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην ευχή της εισόδου. Το αίτημα της ευχής είναι να έλθουν στη σύναξη της Εκκλησίας Άγγελοι συλλειτουργοί μαζί με τους ανθρώπους· «ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι». Μαζί με τον Βασιλέα Χριστό παρόντες στη θεία Λειτουργία, σαν τιμητική φρουρά, είναι άγγελοι και αρχάγγελοι. Σ’ έναν από τους περίφημους λόγους του «Περί ιεροσύνης» ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει· «Εγώ ήκουσα κάποιον να διηγείται ότι ένας αξιοσέβαστος γέροντας, που είχε το χάρισμα να δέχεται αποκαλύψεις, έλεγε ότι αξιώθηκε κάποτε την ώρα της θείας Λειτουργίας να δει ξαφνικά πλήθος από αγγέλους ντυμένους με λαμπρές στολές, να περικυκλώνουν την αγία Τράπεζα και να βλέπουν προς τα κάτω, σαν που θα έβλεπε κανείς στρατιώτες να στέκουν μπροστά στο βασιλέα. Η ευχή του ιερέα και το αίτημα της σύναξης είναι πραγματικότητα. Και ο εισοδικός ύμνος είναι λόγος αληθινός- «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ…». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

 

 

Κατηγορίες:ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ

Η Θεία Λειτουργία(Σημειώσεις από το έργο του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» (PG τ. 150 στ. 368-492)


Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

- Στο μυστήριο της Βάπτισης γίνονται διάφοροι συμβολισμοί. Αυτοί μας διδάσκουν πόσο μεγάλο μίσος πρέπει να υπάρχει μέσα μας κατά του διαβόλου και πόσο πρέπει να τον αποστρέφεται εκείνος που μέλλει να είναι αληθινός Χριστιανός (α΄ 10). Το ερώτημα είναι αν πρέπει να μισούμε τον διάβολο, αφού ο ίδιος ο Θεός τον αγαπάει, ως δημιούργημά του. Βεβαίως πρέπει να τον αποστρεφόμεθα και να μισούμε τις διαβολές του, όχι όμως τον ίδιο.
- Σ’ εκείνους που έμελλε να δώσει ζωή αιώνια, εννοώ το ζωοποιό Του σώμα και αίμα, αυτούς διέταξε να προσφέρουν προηγουμένως εφόδια της φθαρτής ζωής, έτσι ώστε να πάρουμε ζωή αντί ζωής, αντί της πρόσκαιρης την αιώνια, και να φανεί η χάρη σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεος να έχει κάποιο στοιχείο δικαιοσύνης και να εκπληρωθεί εκείνο που είπε: «Θα βάλω το έλεός μου σε ζυγαριά» (Ησ. 28. 17) (δ΄ 2). Ερωτάται ποιους αφορά το προκείμενον του εσπερινού «Το έλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
- Το πανάγιο Μύρο, το οποίο ο μακάριος Διονύσιος Αρεοπαγίτης λέγει ότι είναι ομοταγές (της αυτής τάξης) με τη Θεία Κοινωνία και αυτό τελείται και αγιάζεται με προσευχή και ότι το ίδιο το Μύρο είναι τελεστικό και αγιαστικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στους ευσεβείς (κθ΄ 11). Εφ’ όσον λοιπόν με τη Θεία Κοινωνία αφέονται αι αμαρτίαι, το ίδιο γίνεται με την επάλειψη με Ἀγιο Μύρο. Άφεση αμαρτιών δίδεται επίσης και με το Ευχέλαιο.
- Η θυσία, ούτε πριν αγιασθεί ο άρτος τελείται, ούτε μετά που θα αγιασθεί, αλλά την ίδια τη στιγμή του αγιασμού. Έτσι ισχύουν αναγκαστικά όλα όσα πιστεύουμε γι’ αυτήν και κανένα από αυτά δεν ακυρώνεται (λβ΄ 8). Άρα η θυσία τελείται την ίδια τη στιγμή του αγιασμού, δηλ. με το τρίτο Αμήν του Ἱερέα.
- Λέγοντας «Τα άγια τοις αγίοις» είναι σαν να λέγει: «Ιδού ο άρτος της ζωής, τον βλέπετε. Ελάτε λοιπόν να μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. «Διότι τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί εκείνους που είναι τέλειοι στην αρετή, αλλά και εκείνους που αγωνίζονται να φθάσουν σ’ αυτήν την τελειότητα, αλλά ακόμη υστερούν. Διότι και αυτούς τίποτε δεν τους εμποδίζει να αγιάζονται καθώς μετέχουν των Μυστηρίων και να είναι από αυτή την άποψη άγιοι (λς΄ 1). Άρα άγιοι εδώ δεν είναι μόνον οι δοξασμένοι, αλλά οι φωτισμένοι και οι καθαρμένοι.
- Τι είναι εκείνο που αποκόβει αυτά τα μέλη από το άγιο εκείνο Σώμα. «Τα αμαρτήματά σας, λέγει, στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σ’ εμένα και σας» (Ησ. 59.2). Τι λοιπόν, κάθε αμαρτία νεκρώνει τον άνθρωπο; Καθόλου, αλλά μόνο η θανάσιμη αμαρτία. Γι’ αυτό και λέγεται «προς θάνατον». Διότι υπάρχει και αμαρτία «ου προς θάνατον», σύμφωνα με τον μακάριο Ιωάννη (Ιω. Α΄ 5. 17). Γι’ αυτό οι βαπτισμένοι, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους χωρίζουν από τον Χριστό και επιφέρουν θάνατο, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν και να μετέχουν του αγιασμού, διότι και στην πραγματικότητα και στην ονομασία εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέλη, ενωμένα με την Κεφαλή (λς΄ 2-4). Επομένως, όσοι υποπίπτουν σε συγγνωστά αμαρτήματα, που δεν χρίζουν συγχωρητικής ευχής από τον πνευματικό, πρέπει να μετέχουν της Θείας κοινωνίας.
- Αυτό το νερό (το ζέον), με το να είναι συγχρόνως νερό και να μετέχει και της φωτιάς συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και «ύδωρ» λέγεται (Ιω. 7. 38-39) και ως πυρ φάνηκε τότε που έπεσε επάνω στους μαθητές του Χριστού (Πράξ. 2. 3-4). Και η παρούσα στιγμή της Θείας Λειτουργίας συμβολίζει εκείνη τη στιγμή της Πεντηκοστής. Διότι τότε κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα όταν ολοκληρώθηκαν όλα τα έργα του Χριστού, τώρα δε το νερό αυτό προστίθεται μετά την τελείωση των δώρων (λζ΄ 4-5). Άρα το Άγιο Πνεύμα, που φάνηκε σαν περιστέρι και σαν φωτιά, τώρα συμβολίζεται από το νερό.
- Κατόπιν εύχονται, ο αγιασμός που έλαβαν, να μείνει μαζί τους και να μην προδώσουν τη χάρη, ούτε να χάσουν τη δωρεά, με τη βοήθεια Εκείνου. «Τήρησον ημάς εν τω σω αγιασμώ». Κάνοντας τι; Διότι χρειάζεται να κάνουμε κι εμείς ό,τι εξαρτάται από εμάς. «Όλην την ημέραν μελετώντας την δικαιοσύνην σου». Δικαιοσύνη εννοούμε τη σοφία και φιλανθρωπία του Θεού που θεωρείται μέσα στα μυστήρια, όπως τα εννόησε και ο Παύλος: «Δεν ντρέπομαι για το Ευαγγέλιο του Χριστού, διότι σ’ αυτό φανερώνεται η δικαιοσύνη του Θεού σε καθένα και για καθένα που πιστεύει» (Ρωμ. 1. 16-17). Η μελέτη αυτής της δικαιοσύνης μπορεί να διατηρήσει μέσα μας τον αγιασμό. Διότι και την πίστη στον Θεό αυξάνει και την αγάπη φουντώνει και δεν αφήνει να μπει στην ψυχή τίποτε κακό. Σωστά λοιπόν λέγαμε στα προηγούμενα ότι χωρίς τους πρέποντες στο μυστήριο λογισμούς δεν μπορεί να υπάρξει και να παραμείνει σ’ εμάς ο αγιασμός (μα΄ 4). Οι λογισμοί πρέπει να αφορούν αποκλειστικά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, για να υπάρξει αγιασμός.
- Η θεία και ιερή αυτή τελετή (της Θείας Ευχαριστίας) εμφανίζεται να αγιάζει με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μεσιτεία. Τα προσφερόμενα δώρα και μόνο με το γεγονός της προσφοράς, αγιάζουν εκείνους που τα προσφέρουν κι εκείνους για τους οποίους τα προσφέρουν και εξευμενίζουν απέναντί τους το Θεό. Ο δεύτερος τρόπος είναι η μετάληψη, διότι γίνεται σ’ εμάς αληθινή «βρώσις και πόσις», σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου (Ιω. 6. 55). Από τους δυο αυτούς τρόπους ο πρώτος είναι κοινός και στους ζώντες και στους νεκρούς, διότι η θυσία προσφέρεται και για τις δυο κατηγορίες. Ο δεύτερος όμως είναι δυνατός μόνο στους ζώντες, διότι πλέον οι νεκροί ούτε να φάγουν ούτε να πιούν μπορούν. Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου. Διότι και σ’ αυτούς ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει. Και για να το αποδείξουμε αυτό, ας εξετάσουμε τα αίτια του αγιασμού, για να δούμε αν οι ψυχές των νεκρών τα έχουν όπως και οι ψυχές των ζώντων. Ποια είναι λοιπόν τα αίτια του αγιασμού; Άραγε το να έχει κανείς σώμα, το να τρέξει στην τράπεζα, το να πάρει στα χέρια τα άγια, το να τα δεχθεί στο στόμα, το να φάγει, το να πιεί; Καθόλου. Διότι πολλοί από εκείνους που έκαναν όλα αυτά και έτσι προσήλθαν στα Μυστήρια, δεν ωφελήθηκαν καθόλου και έφυγαν γεμάτοι αμέτρητες αμαρτίες. Αλλά ποια είναι τα αίτια του αγιασμού στους αγιαζόμενους; Και ποια είναι εκείνα που απαιτεί από μας ο Χριστός; Κάθαρση της ψυχής, αγάπη στον Θεό, πίστη, επιθυμία του Μυστηρίου, προθυμία για την μετάληψη, ολόθερμη ορμή, το να τρέξουμε διψασμένοι. Αυτά είναι που έλκουν αυτόν τον αγιασμό και μετά αυτά είναι ανάγκη να μετέχουν του Χριστού όσοι προσέρχονται και χωρίς αυτά τούτο είναι αδύνατο. Όλα όμως αυτά δεν είναι σωματικά, αλλά εξαρτώνται μονάχα από την ψυχή. Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων. Αν λοιπόν οι μεν ψυχές είναι έτοιμες και προπαρασκευασμένες για το μυστήριο, ο δε Κύριος που αγίασε και ετέλεσε τα μυστήρια θέλει πάντοτε να αγιάζει και να μεταδίδει κάθε φορά τον εαυτό Του, ποιο εμπόδιο υπάρχει για την κοινωνία; Κανένα απολύτως. Λοιπόν, θα ερωτήσει κανείς: αν κάποιος από τους ζώντες έχει στην ψυχή του όλα τα καλά που είπαμε, δεν προσέλθει όμως στα μυστήρια, θα λάβει εξίσου τον αγιασμό που προέρχεται από αυτά; Όχι ο καθένας, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να προσέλθει σωματικώς, όπως οι ψυχές των νεκρών. Τέτοιοι υπήρξαν όσοι έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και όρη και σπηλιές και οπές της γης (Εβρ. 11. 38), για τους οποίους ήταν αδύνατον να δουν θυσιαστήριο και Ιερέα. Αυτούς ο ίδιος ο Χριστός τους αγίαζε αφανώς με αυτόν τον αγιασμό. Πως το ξέρουμε αυτό; Από το ότι είχαν μέσα τους ζωή, την οποία δε θα είχαν, αν δε μετείχαν στο μυστήριο αυτό. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είπε: «αν δε φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωή μέσα σας (Ιω. 6. 53). Και για να φανερώσει αυτό, σε πολλούς από αυτούς τους αγίους έστειλε Αγγέλους για να τους φέρουν τα Τίμια Δώρα. Αν όμως κανείς, ενώ έχει τη δυνατότητα, δεν προσέλθει στην Αγία Τράπεζα, αυτός είναι τελείως αδύνατο να λάβει τον αγιασμό των Μυστηρίων. Όχι δεν προσήλθε απλώς, αλλά διότι ενώ μπορούσε, δεν μπορούσε και φανερώνει με αυτό ότι η ψυχή του είναι γυμνή από τις αγαθές διαθέσεις που απαιτούνται για το μυστήριο. Πράγματι, ποια ορμή και προθυμία για την Ιερή Τράπεζα υπάρχει σ’ εκείνον που μπορεί εύκολα να τρέξει σ’ αυτήν και δεν θέλει; Ποια πίστη στον Θεό υπάρχει σ’ εκείνον που δεν φοβάται την απειλή του Κυρίου εναντίον εκείνων που κατεφρόνησαν την πρόσκληση στο δείπνο (Ματθ. 22. 7); Πως θα πιστευθεί κανείς ότι αγαπά εκείνο το οποίο, ενώ μπορεί να λάβει, δεν το λαμβάνει; Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του. Το παράδοξο και υπερφυσικό είναι ο άνθρωπος που ζει μέσα στη φθορά να φάγει άφθαρτο σώμα. Ενώ το να μεταλάβει το αθάνατο μια ουσία αθάνατη, η ψυχή, με τρόπο κατάλληλο σ’ αυτή, τι το παράδοξο έχει; Αν τώρα ο Χριστός, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και άρρητη σοφία, βρήκε τρόπο να πραγματοποιήσει εκείνο το παράδοξο και υπερφυσικό (να φάγει ο φθαρτός άνθρωπος άφθαρτη τροφή), πως δε θα πιστευθεί ότι κάνει και το άλλο, που είναι εύλογο και επόμενο; (μβ΄ 2-13). Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου. Αλλά και οι ζώντες, που επιθυμούν να μετέχουν του μυστηρίου, αλλά λόγω εγγενών δυσκολιών (σωματικών παθήσεων, μακρινών αποστάσεων κλπ) δεν μπορούν, τότε αυτοί θεωρούνται, ότι μετέχουν του μυστηρίου. Αντίθετα εκείνοι που μετέχουν του μυστηρίου, αλλά δεν εκπληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε στην πραγματικότητα δεν μετέχουν του μυστηρίου.
- Εξάλλου και σ’ εκείνους που ζουν ακόμη με σώμα, η Θεία Κοινωνία δίνεται βέβαια δια μέσου του σώματος, αλλά πρώτα πηγαίνει στην ουσία της ψυχής και ύστερα μέσω της ψυχής διαβαίνει στο σώμα. Αυτό θέλοντας να φανερώσει ο μακάριος Απόστολος λέγει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του» (Κορ. Α΄ 6. 17), διότι η ένωση και η συνάφεια αυτή πραγματοποιείται πρώτα μέσα στην ψυχή. Διότι εκεί, στην ψυχή, είναι κυρίως ο άνθρωπος, εκεί είναι και ο αγιασμός, ο οποίος αποκτάται με τις αρετές και την ανθρώπινη επιμέλεια. Εκεί είναι και το κέντρο που αμαρτάνει και που έχει ανάγκη να θεραπευθεί με τα τίμια δώρα. Στο σώμα, όλα προέρχονται από την ψυχή. Και όπως αυτό μολύνεται από τους πονηρούς λογισμούς που βγαίνουν από την καρδιά, έτσι και ο αγιασμός από εκεί προξενείται σ’ αυτό, τόσο από την αρετή, όσο και από τα μυστήρια. Σε μερικούς δε έρχονται και σωματικές ασθένειες, που έχουν την αιτία τους στην ηθική διαφθορά της ψυχής. Αυτό ήθελε να δείξει ο Σωτήρας και με το να θεραπεύσει την ψυχή του αρρώστου, δηλαδή να ελευθερώσει αυτήν από τις αμαρτίες, σήκωσε το σώμα από την αρρώστια (Ματθ. 9. 2-7). Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό.
- Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα; Αφού και εκείνες έχουν τον αιώνιο Ιερέα, που γίνεται γι’ αυτές τα πάντα και που μεταδίδει τα δώρα και σε όσους από τους ζώντες μεταλαμβάνουν αληθινά. Διότι δε μεταλαμβάνουν αληθινά όλοι αυτοί στους οποίους μεταδίδει ο Ιερεύς, αλλά εκείνοι μόνο, στους οποίους μεταδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Διότι ο Ιερεύς μεταδίδει σε όλους γενικά τους προσερχομένους, ο Χριστός όμως μόνο στους άξιους. Από αυτό γίνεται φανερό ότι μόνο ο ίδιος ο Σωτήρας είναι που τελεί το Μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζώντες και νεκρούς. Απ’ όλα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι όλα τα στοιχεία της ιερής αυτής τελετής είναι κοινά και στους ζώντες και στους νεκρούς. Διότι και τα αίτια του αγιασμού, επειδή είναι ψυχικά αγαθά, υπάρχουν και στις δυο αυτές κατηγορίες και αυτό που δέχεται πρώτο τον αγιασμό και είναι οικείο με αυτόν είναι το ίδιο (η ψυχή) και ο Ιερεύς που αγιάζει είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τούτο μόνον υπάρχει στους ζώντες, που δεν υπάρχει στους νεκρούς: το ότι δηλαδή και οι ανάξιοι νομίζουν ότι αγιάζονται με τα Μυστήρια, διότι δέχονται στο στόμα τα δώρα. Από τους νεκρούς όμως ούτε καν να πλησιάσει κανείς είναι δυνατόν, αν είναι απροετοίμαστος, αλλά μόνο στους άξιους επιτρέπεται η κοινωνία. Στους ζώντες αυτό είναι δυνατόν, όμως όχι μόνο δεν προσθέτει αγιασμό σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα επιφέρει τη χειρότερη κόλαση. Συνεπώς τούτο απέχει πολύ από το να είναι πλεονέκτημα για τους ζώντες. Και για έναν επιπλέον λόγο είναι φανερό ότι, όχι μόνον επιτρέπεται και δεν εμποδίζεται από τίποτε, αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών. Διότι αν υπήρχε κάτι άλλο να ευφραίνει και να αναπαύει εκεί τις ψυχές, αυτό θα αποτελούσε το βραβείο της καθαρότητας των αξίων ψυχών και δεν θα υπήρχε η ανάγκη της τράπεζας των μυστηρίων. Τώρα όμως εκείνο που δίνει στις ψυχές κάθε απόλαυση και μακαριότητα, είτε παράδεισο το πεις, είτε κόλπους του Αβραάμ, είτε τόπους απαλλαγμένους από κάθε λύπη και οδύνη, φωτεινούς, χλοερούς, αναπαυτικούς, είτε την ίδια τη βασιλεία των ουρανών, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό το ποτήριο και αυτός ο άρτος. Διότι αυτά είναι ο Μεσίτης (Τιμ. Α΄ 2. 5, Εβρ. 9. 15), εκείνος που μπήκε ως πρόδρομος στα ουράνια άγια των αγίων (Εβρ. 6. 20), ο μόνος οδηγός προς τον Πατέρα (Ιω. 14. 6), ο μόνος ήλιος των ψυχών, ο οποίος τώρα φαίνεται και μετέχεται έτσι, όπως ο Ἰδιος θέλησε (μέσω των Τιμίων Δώρων), από τους δεμένους στο σώμα, ενώ τότε θα φανεί και θα μεταληφθεί χωρίς καταπετάσματα, όταν θα τον δούμε όπως είναι (Ιω. Α΄ 3. 2), όταν σαν πτώμα θα συγκεντρώσει τους αετούς (τους σεσωσμένους Ματθ. 24. 28), όταν θα ζωσθεί και θα τους βάλει στο τραπέζι και θα περάσει να τους υπηρετήσει (Λουκ. 12. 37), όταν θα αστράψει στα σύννεφα (Ματθ. 24. 30) και δι Αυτού οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος (Ματθ. 13. 43). Εκείνοι που δεν θα είναι ενωμένοι μαζί Του, όπως γνωρίζει να ενώνει η αγία τράπεζα, είναι εντελώς αδύνατο να βρουν ανάπαυση εκεί ή να λάβουν κάποιο αγαθό, μικρό ή μεγάλο (μγ΄ 1-7). Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή. Ο Ἱερέας μεταδίδει την θ. κοινωνία σ’ όλους, αλλά ο Χριστός μόνο στους άξιους.
- Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των Ἱερέων και τη μεσιτεία των Τιμίων Δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους. Και έτσι βρίσκονται πιο έτοιμες και σε καλύτερη κατάσταση για την κοινωνία του Σωτήρα, όχι μόνο από πολλούς ζώντες, αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς των, αν θα ήταν με το σώμα. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των Μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν το σώμα. Διότι εκεί υπάρχουν πολλές και διάφορες «μονές» (διαμονές, κατοικίες. Ιω. 14. 2), ώστε να τιμηθούν όλοι οι βαθμοί της αρετής και να μη μείνει τίποτε χωρίς ανταμοιβή εκ μέρους του δικαίου και φιλανθρώπου Κριτή. Όπως λοιπόν εκείνοι που είναι άξιοι των μεγίστων βραβείων και τέλειοι και κληρονόμοι της τέλειας μακαριότητας, όπως ο Παύλος και οι όμοιοι με αυτόν, την απολαμβάνουν καθαρότερα μετά το θάνατο παρά τότε που ήταν στη ζωή, έτσι κι εκείνοι που κατατάχθηκαν σε μετριότερη ανάπαυση είναι εύλογο να την απολαμβάνουν καλύτερα φεύγοντας από εδώ, παρά ζώντας με το σώμα. Αποδείξαμε δε ότι κάθε ανάπαυση των ψυχών και κάθε βραβείο αρετής και μικρό και μεγάλο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο άρτος και αυτό το ποτήριο που μεταλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο από τις δυο κατηγορίες, εννοώ τους ζώντες και τους νεκρούς. Γι αυτό και ο Κύριος την απόλαυση των δικαίων στον μέλλοντα αιώνα την ονομάζει δείπνο (Λουκ. 14. 16), για να δείξει ότι εκεί δεν υπάρχει περισσότερο από αυτή την τράπεζα. Έτσι η θεία ιερουργία της Ευχαριστίας είναι και για τους νεκρούς όπως είναι και για τους ζώντες. Και όπως οι ζώντες αγιάζονται κατά δυο τρόπους, όπως έχει λεχθεί, κατά δυο τρόπους αγιάζονται και οι νεκροί και σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι από τους ζώντες, αλλ’ απεναντίας έχουν και ένα πλεονέκτημα (με΄ 1-4). Με την θ. κοινωνία στις ψυχές των νεκρών έχουμε άφεση αμαρτιών, χωρίς προσθήκη αμαρτιών, όπως στους ζώντες. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την αποκατάσταση των πάντων και τελικά αυτές οι ψυχές θα μετέχουν στη θέα του Θεού, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΑΤΕΡΩΝ περί της Θείας Κοινωνίας των κεκοιμημένωνΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ (+1391)
Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» P.G τ. 150, στ. 368-492)

«Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου»
«Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων»
«Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του»
«Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου»
«Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό»
«Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με το σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα;»
«Αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών»
«Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή»
«Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους»
«Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν σώμα»

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (+1429)
Περί Ιεράς Λειτουργίας», P.G. τ. 155, σελ. 280-286)

«Και τέλος πάντων ομού, επειδή τη θυσία ταύτη τη ιερά πάντες ομού άγγελοί τε και άνθρωποι άγιοι και ηνώθησαν τω Χριστώ, και εν αυτώ ηγιάσθησαν, και τούτο ημάς ενούσιν»
«Μετέχουσι γαρ και ούτοι τω μυστηρίω τω φρικτώ τούτω ως συνηγωνισμένοι Χριστώ»
«Τη ενώσει τε και κοινωνία αγιαζόμεναι, και εις εκείνους υπέρ ων εισί, τον αγιασμόν παραπέμπουσαι, και δια των υπέρ των αγίων εις ημάς»
«Αυτοί μεν γαρ αμέσως αγιάζονται παρά του Θεού, δεχόμενοι δε και τα παρ’ ημών, δι’ αυτών ημάς αγιάζουσιν»
«Ει γαρ και αϋλως και νοερώς μετέχουσι της του Χριστού κοινωνίας ταις ψυχαίς, αλλά και δια της αυτού ιερουργίας ην υπέρ του κόσμου παρέδωκε γίνεσθαι, μεγίστης μετέχουσι της δόξης, ως συμπονήσαντες και συνδοξαζόμενοι»

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ Ο ΕΦΕΣΟΥ (+1444)
Αντίρρησις των Λατινικών κεφαλαίων περί του περκατορίου πυρός», P.Ο. τ. 15, σελ. 43-44)Οι ευχές της Θείας Λειτουργίας αποδεικνύουν ότι «και προς τους ήδη της παρά Θεώ μακαριότητος απολαύοντες η των ευχών τούτων και μάλιστα της μυστικής θυσίας δύναμις διαβαίνει»
«Εις δόξαν αυτών τούτο ποιούμεν, και ούτω τρόπον τινά και υπέρ αυτών η θυσία γίνεται και προς αυτούς διαβαίνει»
Η δύναμη των ευχών και ιδίως της μυστικής θυσίας διαβαίνει «και προς τους δικαίους τε και οσίως βιώσαντας»
Διαβαίνει η δύναμη των προσευχών και της θείας λειτουργίας και προς τους δικαίως βιώσαντας «άτε και αυτούς ατελείς όντας και την προς ταγαθόν επίδοσιν αεί προσλαμβάνοντας και μήπω τελείας της μακαριότητος απολαύοντας»

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΟΥ(+1798)
(Περί της Συνεχούς Μεταλήψεως, Μέρος Γ΄, Ένστασις Δ΄, έκδοση Ν. Παναγόπουλος, σελ. 133).
«Ήτοι αν αι ψυχαί των κεκοιμημένων είναι έτοιμοι να κοινωνήσουν, ο δε Κύριος πάντοτε θέλει και αγαπά, να αγιάζη και να μεταδίδη τον εαυτόν του εις τον καθένα, ποίον πράγμα μπορεί να τας χωρήση από την κοινωνίαν; Βέβαια κανένα».
ΥΓ
Σημείωσις πάνω στη Θεία Κοινωνία των κεκοιμημένων. Ευρέθη συμφωνία τεσσάρων Πατέρων, ώστε να τεκμηριωθεί αυτή ως θέση της καθόλου Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η άποψη που διατυπώθηκε τόσο από τον Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Ντανά, όσο και από τον Λέκτορα του ΑΠΘ Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημο Σκρέττα, ότι αποτελεί τούτο αποκλειστικά θέση του αγίου Νικολάου Καβάσιλα και όχι και της Εκκλησίας καταρρίπτεται.
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers