Αρχείο

Archive for the ‘ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ’ Category

Ολίγα περί ιερών Μνημοσύνων (του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη)

Απαγκιστρώνοντας τήν σκέψη μας από τήν οικονομική κρίση καί τήν πολιτική ρευστότητα πού επικρατεί στήν χώρα μας θά ασχοληθούμε μέ ένα θέμα πού αφορά τό τυπικό τής Εκκλησίας, συγκεκριμένα μέ τήν απαγόρευση τελέσεως μνημοσύνων από τό Σάββατο τού Λαζάρου μέχρι καί τήν Κυριακή τού Θωμά. Μπορεί γιά τούς πολλούς αυτό νά είναι ένα θέμα εκτός εποχής (μέ τήν έννοια τού «ποιός ασχολείται τώρα μέ τυπικές διατάξεις τής Εκκλησίας, εδώ ο κόσμος καίγεται…»), όμως μόλις διήλθαμε τήν Διακαινήσιμο εβδομάδα καί σέ κάποιους μπορεί νά είναι ακόμη νωπές οι μνήμες από τριβές μεταξύ ενίων ποιμένων καί ενίων μελών τού ποιμνίου τους μέ αφορμή αυτήν τήν διάταξη, η οποία, όπως καί άλλες παρόμοιες τυπικές διατάξεις, πού αφορούν κυρίως τήν τέλεση μνημοσύνων ή γάμων, δημιουργούν πολλές φορές περιττές τριβές, καί κάποιες φορές αναιτιολόγητες παραβιάσεις τού τυπικού τής Εκκλησίας.

Στήν συνέχεια θά περιορισθούμε μόνο στίς διατάξεις πού αφορούν τά Μνημόσυνα.

Πρίν αναφερθούμε στίς τυπικές διατάξεις, πρέπει νά σημειώσουμε ότι τό μεγαλύτερο ίσως μέρος τής ακολουθίας τού Μνημοσύνου αφορά τούς ζώντες, καί όχι τούς κεκοιμημένους. Οι στίχοι γιά παράδειγμα από τόν 118ο Ψαλμό (τόν Άμωμον) πού συνηθίζεται νά ψάλλονται στήν θέση τού κοινωνικού, όταν τό μνημόσυνο δέν τελείται τήν Κυριακή, καθώς καί τά πέντε από τά έξι νεκρώσιμα Ευλογητάρια, αφορούν κυρίως τούς ζώντες πού προσήλθαν νά προσευχηθούν γιά τόν κεκοιμημένο. Γιά παράδειγμα οι ψαλμικοί στίχοι: «Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας…», «Κλίνον τήν καρδίαν μου εις τά μαρτύριά σου καί μή εις πλεονεξίαν», «συνέτισόν με καί μαθήσομαι τάς εντολάς σου» ή οι στίχοι τών Ευλογηταρίων «τό απολωλός πρόβατον εγώ ειμι ανακάλεσαί με, Σωτήρ καί σώσόν με» καί «οικτείρησον τό σόν πλάσμα Δέσποτα καί καθάρισον σή ευσπλαχνία», αφορούν τούς ζώντες, ειδάλλως θά υπονοούσαν μετά θάνατον ενέργειες παθών (ακηδίας, πλεονεξίας), καθώς καί δυνατότητα μετάνοιας, η οποία όμως «εν τώ Άδη ουκ έστι», σύμφωνα μέ τό ψαλμικό «εν δέ τώ άδη τίς εξομολογήσεταί σοι;».

Βέβαια, πολλοί θεωρούν ότι αυτά τά ψάλλουν οι ζώντες εν ονόματι τών κεκοιμημένων, γι’ αυτό μάλιστα αλλάζουν ακόμη καί στούς ψαλικούς στίχους τά γένη, ανάλογα μέ τό άν είναι άνδρας ή γυναίκα ο κεκοιμημένος, όπως στό «Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός ζήτησον τόν δούλον σου», τό οποίο, όταν είναι γυναίκα, γίνεται από ορισμένους «ζήτησον τήν δούλην σου». Όμως η Εκκλησία στίς νεκρώσιμες ακολουθίες της δέν ενδιαφέρεται μόνον γιά τούς κεκοιμημένους, αλλά καί γιά τούς ζώντες, τούς οποίους προσπαθεί μέ τούς ψαλμούς καί τούς ύμνους της νά τούς οδηγήση σέ κατάνυξη, σέ αυτογνωσία καί μετάνοια, ώστε η προσευχή τους γιά τόν εαυτό τους, αλλά καί γιά τόν κεκοιμημένο, νά είναι σύμμεικτη μέ πνευματικό πόνο, πόνο από τήν επίγνωση τής διαβρωτικής δύναμης πού έχει η αμαρτία, ώστε βγαίνοντας μέσα από τήν αίσθηση τού δικού τους πνευματικού θανάτου, νά είναι προσευχή μέ δύναμη παρακλητική, πού βοηθά τήν απελθούσα ψυχή στήν πορεία της πρός τόν Θεό.

Θεωρώντας πολλοί πώς ό,τι λέγεται στήν τελετή τού Μνημοσύνου αφορά μόνον τούς κεκοιμημένους δυσανασχετούν όταν η Εκκλησία «απαγορεύη» τήν τέλεσή τους. Αλλάζοντας όμως η Εκκλησία τό τελετουργικό της δέν «απαγορεύει» τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους. Προβάλλει απλώς εντονότερα τό πρόσωπο τού Χριστού, ιδιαίτερα τό Πάθος καί τήν ανάστασή Του, τό πρόσωπο καί τά γεγονότα, δηλαδή, πού μεταποιούν τόν πόνο τών πενθούντων σέ προσμονή μελλοντικής συναντήσεως μέ τούς απελθόντες δικούς τους στήν ασάλευτη καί αδιάδοχη Βασιλεία τού Θεού.

Άς έλθουμε όμως στίς τυπικές διατάξεις πού απογορεύουν τήν τέλεση τών μνημοσύνων. Αντιγράφω από ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως τά ακόλουθα:

«Μνημόσυνα δέν τελούνται: (1) Από τό Σάββατο τού Λαζάρου μέχρι τήν Κυριακή τού Θωμά. (2) Κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές Εορτές… (3) Τήν ημέρα πού πανηγυρίζει ο Ναός».

Στά παραπάνω πρέπει νά επισημειώσουμε ότι στά παλαιά τυπικά απαγορευόταν ρητώς η τέλεση μνημοσύνων κατά τήν ημέρα τής Κυριακής, αφού κάθε Κυριακή εορτάζουμε τήν Ανάσταση. Γιά τό θέμα αυτό δημιουργήθηκαν κατά τόν 18ο αιώνα ταραχές στό Άγιον Όρος, πού σχετίζονταν μέ τό λεγόμενο «κολλυβαδικό κίνημα».

Διαρκής μαρτυρία γιά τήν τέλεση τών μνημοσύνων κατά τήν ημέρα τού Σαββάτου καί όχι τής Κυριακής, αποτελεί τό συναξάριο τού πρώτου ψυχοσαββάτου, τό οποίο περιλαμβάνεται στό εν χρήσει βιβλίο τού Τριωδίου, στό οποίο γράφει: «Εν Σαββάτω δέ αεί τήν τών ψυχών μνείαν ποιούμεθα, ότι τό Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραϊστί». Αυτήν τήν φράση τού συναξαρίου σχολιάζει ο άγιος Νεκτάριος στό έργο του «Περί αθανασίας ψυχής καί Ιερών Μνημοσύνων» λέγοντας, ότι γιά εμάς τούς Χριστιανούς ημέρα καταπαύσεως είναι η Κυριακή καί όχι τό Σάββατο. Τό Σάββατο ως κατάπαυση «ιστορικήν απλώς παρ’ ημίν έχει σημασίαν, ουχί δέ δογματικήν». Τό Σάββατο γιά εμάς είναι η ημέρα πού γνώρισε ο άνθρωπος τόν θάνατο, γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτήν τήν ημέρα νά τελούνται τά Μνημόσυνα καί όχι κατά τήν «καταπαύσιμον τής Κυριακής ημέραν». Όπως χρακτηριστικά γράφει: τό Σάββατο «η Εβδόμη ημέρα τής δημιουργίας είδε τόν θάνατον τού ανθρώπου, ήτις εξακολουθεί, καί εν ή πάντες αποθνήσκομεν», γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες «τό Σάββατον, ήτοι τήν ημέραν τού θανάτου εθέσπισαν γίγνεσθαι τά Μνημόσυνα καί ουχί τήν Κυριακήν τήν τής Αναστάσεως ημέραν, ήτις σύμβολον είναι τής αναστάσεως τών νεκρών κατά τήν δευτέραν παρουσίαν καί εικών τού προσδοκωμένου αιώνος».

Σχετικά μέ τά παραπάνω ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος στό έργο του: «Δήλωσις τής εν τώ Αγίω Όρει ταραχών αληθείας», σημειώνει: «εξ αρχαίας Παραδόσεως, η αγία τού Χριστού Εκκλησία παρέλαβε νά ψάλλη μνημόσυνα τών κεκοιμημένων, πάσαν άλλην ημέραν, πλήν τών Δεσποτικών εορτών καί κατ’ εξαίρετον πλήν τής Κυριακής». Αυτήν τήν πληροφορία παίρνει ο άγιος Αθανάσιος από τό «τυπικόν τής Εκκλησίας». Επειδή, όμως, κάποιοι αμφισβητούσαν τό «τυπικό τού Μαλαξού» στό οποίο αναφερόταν, εκείνος αντέτεινε ότι αυτό δέν ήταν τού Μαλαξού, αλλά τής Εκκλησίας. Ο Μαλαξός απλώς τό εξέδωσε. Γιά νά πείση μάλιστα τούς αναγνώστες του παραπέμπει στό τί βρήκε «εν τυπικώ αρχαιοτάτω τού περιωνύμου ναού τού Πρωτάτου», τό οποίο ορίζει τό πότε γίνεται τό «σαρανταλείτουργο» γιά μοναχό πού κοιμήθηκε μέσα στήν Μ. Εβδομάδα ή τήν Διακαινήσιμο. Σ’ αυτό ορίζεται ότι οι Λειτουργίες αυτές πού συνδέονται μέ Μνημόσυνο μετά κολλύβων αρχίζουν «από τής Δευτέρας τού Θωμά μέχρι συμπληρώσεως τής τεσσαρακοστής (Λειτουργίας), εν μόναις ταίς Κυριακαίς καί λοιπαίς εορτασίμοις ημέραις, ήγουν τή Τετάρτη τής Μεσοπεντηκοστής, τή Τετάρτη τή πρό τής Αναλήψεως, τή Πέμπτη τής Αναλήψεως, καί τή Δευτέρα τού Αγίου Πνεύματος, τούτου μή γινομένου». Δηλαδή, δέν υπολογίζονταν μέσα στό σαρανταλείτουργο γιά τόν κεκοιμημένο οι Κυριακές καί οι Δεσποτικές εορτές από τής Δευτέρας τού Θωμά έως τού Αγίου Πνεύματος.

Στίς μέρες μας πλέον τελούνται Μνημόσυνα καί τίς Κυριακές, μετά από απάντηση σέ σχετική ερώτηση τού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου τού Β’ (1722), ο οποίος μετά από συνοδική διαγνώμη είπε «ότι οι ποιούντες τά μνημόσυνα τών κεκοιμημένων εν Σαββάτω καλώς ποιούσιν, αλλά καί οι εν Κυριακή ποιούντες ουχ αμαρτάνουσιν…». Αυτή η θέση τού Πατριαρχείου επιβεβαιώθηκε καί επαναδιατυπώθηκε, γιά νά λήξουν οι σχετικές διαμάχες, από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Ε’, μέ συνοδικό γράμμα, κατά τό 1819. Σήμερα μνημόσυνα δέν τελούνται μόνον κατά τίς Δεσποτικές εορτές καί από τό Σάββατο τού Λαζάρου έως καί τήν Κυριακή τού Θωμά.

Βέβαια η Εκκλησία δέν παύει ποτέ τήν προσευχή της γιά τούς κεκοιμημένους, αφού ακόμη καί στήν Λειτουργία πού τελείται τό βράδυ τής Αναστάσεως μνημονεύονται στήν Προσκομιδή ζώντες καί κεκοιμημένοι. Αλλάζει μόνον κάποιες μέρες τό τελετουργικό της, προκειμένου, όπως σημειώσαμε, νά προβάλη μόνον τό πρόσωπο τού Χριστού, πού δίνει νόημα στήν ζωή καί τόν θάνατο, αφού Αυτός είναι η ζωντανή ελπίδα γιά τήν οριστική κατάργηση τού θανάτου.

Όσοι δυσανασχετούν γιατί δέν μπορούν νά τελέσουν τά «τριήμερα», τά «εννιάμερα» ή τά «σαράντα» τών προσφιλών τους νεκρών στόν ακριβή χρόνο τους, αγνοούν ότι η προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους δέν έχει απόλυτη ανάγκη τήν τελετή, καθώς καί ότι η ισχυρότερη προσευχή γι’ αυτούς είναι μυστική μνημόνευσή τους στήν Θ. Λειτουργία. Ακόμη αυτή η αντίληψή τους, πού γεμίζει ορισμένους μέ άγχος, δηλώνει ότι έχουν ειδωλοποιήσει τόν χρόνο, δηλαδή τόν παρόντα αιώνα τής φθοράς καί τού θανάτου

Στα χέρια του Θεού

 

«…εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω θεώ παραθώμεθα».

Ο καθένας κι όλοι μαζί ας αφήσουμε τον εαυτό μας κι όλη μας τη ζωή στο Χριστό και Θεό μας.

 

 

Όλες οι δεήσεις της Μεγάλης Συναπτής είναι προτροπές του λειτουργού προς το λαό, που τελειώνουν η κάθε μια με το «δεηθώμεν». Η τελευταία τώρα, με την οποία κλείνει ο κατάλογος των δεήσεων, τελειώνει με το «παραθώμεθα». Αφού ζητήσαμε από το Θεό όσα μας χρειάζονται στο βίο μας και τελευταία σε μια απευθείας αναφορά επικαλεσθήκαμε τη χάρη του για τη σωτηρία μας, τελειώνουμε λοιπόν τις δεήσεις κι αφήνουμε τον εαυτό μας με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού. «Της Παναγίας, Αχράντου, Υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών, Θεοτόκου και αειπάρθένου Μαρίας, μετά πάντων των Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Δηλαδή· ας θυμηθούμε την Παναγία, άχραντη, ευλογημένη, ένδοξη κυρία μας Θεοτόκο και αειπαρ­θένο Μαρία μαζί με όλους τους Αγίους κι ας αφήσουμε ο καθένας μας κι όλοι μαζί τον εαυτό μας κι όλη μας τη ζωή στο Θεό μας Ιησού Χριστό,

*

Καθώς είμαστε στην είσοδο και μπαίνουμε στην ιερή τελετουργία, δεν ξεχνάμε να καλέσουμε, για να μας βοηθούν και να πρεσβεύουν στην προσευχή μας, την Υπεραγία Θεοτόκο κι όλους τούς Αγίους. Ανοίγει αμέσως εμπρός μας ο φωτεινός και ζωντανός κόσμος της Ορθοδοξίας. Γιατί ξεχωριστό γνώρισμα της ορθόδοξης λατρείας είναι η τιμή στους Αγίους του Θεού. Πρώτα βέβαια στην Υπεραγία Θεοτόκο, που είναι η «αγία αγίων μείζων». Η θέση της Παρθένου Μαρίας στην πίστη μας και το όνομά της «Θεοτόκος» είναι, για να πούμε έτσι, το κλειδί της Ορθοδοξίας. Η τρίτη οικουμενική Σύνοδος δογμάτισε και είπε· «Ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον, διά το τον Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ενανθρωπήσαι»· ομολογούμε πως η αγία Παρθένος είναι Θεοτόκος, επειδή ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος. Το «Θεοτόκος» ανοίγει τη θύρα, για να μπούμε στον άγιο ναό, που είναι το μυστήριο της θείας ενανθρώπησης.

Σ’ ένα αρχαίο βιβλίο της Εκκλησίας, που γράφτηκε αμέσως ύστερα από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, διαβάζομε τα εξής για τους Αγίους· «Τον Ιησούν Χριστόν, Υιόν όντα του Θεού, προσκυνούμε· τους δε μάρτυρας ως μιμητάς του Κυρίου αγαπώμεν αξίως, ένεκα εννοίας ανυπερ­βλήτου της εις τον ίδιον βασιλέα και διδάσκαλον ων γένοιτο και ημάς κοινωνούς τε και συμμαθητάς γενέσθαι». Δηλαδή· τον Ιησού Χριστό, που είναι Υιός του Θεού, τον προσκυνούμε· και τους μάρτυρες της πίστεως τους αγαπάμε καθώς τους αξίζει, για την αξεπέραστη αγάπη τους στον βασιλέα και διδάσκαλο· μακάρι κι εμείς να είμαστε μαζί τους και συμμαθητές τους. Η γλυκύτερη παρηγοριά, που μας δίνει η Εκκλησία, είναι ότι μας κρατάει ενωμένους με την αγάπη όλους τους οικείους της πίστεως, από την αρχή μέχρι σήμερα· όχι μόνο τους ύστερα από το Χριστό, αλλά και τους πριν.

Αυτή η τιμή προς τους Αγίους, σαν γνώρισμα της ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει μια πολύ βαθειά σημασία για την πίστη μας και για τον βίο μας. Διαρκώς το λέμε και το γράφουμε ότι αυτό που λέμε ήθος, αρετή, αγιοσύνη δεν διδάσκεται στους ορθόδοξους λαούς σαν θεωρητικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο θα ζήσει ο πιστός. Αλλά η αρετή και η αγιοσύνη είναι κάθε φορά ένα γεγονός κι ένα ζωντανό παράδειγμα στα πρόσωπα των Αγίων. Όχι η δικαιοσύνη, αλλά ο δίκαιος· όχι η πραότητα, αλλά ο πράος· όχι η αγιότητα, αλλά ο άγιος. Ο άνθρωπος δηλαδή, η εικόνα του Θεού, επάνω στην οποία βλέπουμε την αρετή και την αγιοσύνη. Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει πως οι Άγιοι είναι «εικόνες έμψυχοι», εικόνες δηλαδή ζωντανές της αρετής και της αγιοσύνης.

*

«Μετά το εύξασθαι περί πάντων», ερμηνεύει ο Νικόλαος ο Καβάσιλας, για τον οποίο είπαμε στα προηγούμενα, «εαυτούς κελεύει τω Θεώ παρατίθεσθαι». Δηλαδή· αφού ευχηθούμε για όλα, ύστερα ο λειτουργός προτρέπει να αφήσουμε τον εαυτό μας στο Θεό. Αυτό θα το ακούσουμε πολλές φορές ως το τέλος της θείας Λειτουργίας, κι είναι από τα πιο κρίσιμα, θα λέγαμε, σημεία της προσευχής. Όλη η πίστη, όλη η εμπιστοσύνη κι ό,τι μπορείς πιο πολύ να κάνεις είναι να αφήσεις τον εαυτό σου στο Θεό. Όλοι οι Άγιοι είναι άνθρωποι αφημένοι στο Θεό, κι αυτοί μόνο μπορούν να μας πουν και να μας βεβαιώσουν τι ακριβώς είναι η ανάπαυση, για την οποία λέει ο Ιησούς Χριστός «καγώ αναπαύσω υμάς». Ελάτε κοντά μου κι αφήστε τον εαυτό σας σε μένα· τη ζωή σας με τις δυσκολίες και τα προβλήματά της, τον κόπο σας και τον αγώνα σας, τις ανησυχίες και τις αγωνίες σας. Και θα βρείτε ανάπαυση· θα βρείτε δύναμη για να παλέψετε, και ασφάλεια για να ξεθαρρέψετε, και ειρήνη για να ζήσετε.

Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν είμαστε καθόλου έτοιμοι για να καταλάβουμε και να δε­χθούμε το «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Και το ακούμε πολλές φορές στη θεία Λειτουργία, ακριβώς για να το προσέξουμε και να το σκεφθού­με καλά. Μας τραβάνε τα πράγματα του κόσμου και μας βγάζουν από τον εαυτό μας. Η μέριμνα, για την οποία λέει ο Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιο, είναι το κομμάτιασμα και το σκόρπισμα του εαυτού μας μέσα στα πράγματα του κόσμου και τις περιστάσεις του βίου. Στον καιρό μας αυτή η μέριμνα έχει τόσο ενταθεί, που δεν μπορούμε πια να ζήσουμε· μας πνίγει το άγχος, μας γονατίζει ο κόπος, μας σφίγγει η αγωνία, μας παραλύει ο φόβος. Ανάπαυση και ειρήνη δεν έχουμε κι όταν ακόμα δεν μας λείπουν τα αγαθά· και τότε είμαστε κουρασμένοι, κουρασμένοι από τη χορτασιά. Γιατί η χορτασιά και η πλησμονή κουράζουν περισσότερο από την ανέχεια και τη στέρηση.

Αλλά οι πιστοί συναζόμαστε για να βρούμε τον εαυτό μας, επειδή μέσα στη θάλασσα του βίου πνιγόμαστε και χανόμαστε κάθε ώρα. Συναζόμαστε για να στηριχθούμε ο ένας στον άλλον κι όλοι μαζί στο Θεό· «εις το στηριχθήναι και συμπαρακληθήναι», καθώς γράφει ο Απόστολος προς Ρωμαίους, για να στηριχθούμε και να βρούμε ξεκούραση ο ένας στον άλλο. «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» προτρέπει ο λειτουργός κι ο λαός μ’ ένα στόμα απαντά «Σοι Κύριε». Είναι η τρίτη αυτή απάντηση μετά το «Αμήν» και το «Κύριε ελέησον» και θέλει να πει· «Ναι, Κύριε, σε σένα αφήνομε τον εαυτό μας και στα χέρια σου εμπιστευόμαστε όλη μας τη ζωή». Πόσο, αλήθεια, πιο εύκολα και πιο αυθόρμητα μπορούμε να το πούμε αυτό όλοι μαζί κι ο καθένας για τον εαυτό του, μέσα στη σύναξη της Εκκλησίας, όπου ο ένας στέκει κοντά στον άλλον και παίρνει θάρρος μαζί με τον αδελφό του! Είναι μεγάλη η δύναμη του καθένα μας μέσα στη σύναξη της Εκκλησίας, γιατί δεν προσεύχεται μόνος του, αλλά μαζί με όλους τους Αγίους. Όχι μόνο εκείνους τους πριν από μας, αλλά κι αυτούς που είναι τώρα έδώ μαζί μ’ εμάς· κι είναι πάντα πολλοί άγιοι μεταξύ μας κι ας μην τους ξέρουμε. Όλοι, και εκείνοι και εμείς, συναγμένοι στο όνομα του Ιησού Χριστού, τελούμε τώρα τη θεία Λειτουργία. Και η σύναξη μας αυτή δεν είναι ένα ανώνυμο πλήθος λαού, ένας όχλος απρόσωπος, αλλά μια κοινωνία προσώπων, που προσεύχονται ο ένας για τον άλλον κι όλοι μαζί για όλους. Αυτό θα πει το «εαυτούς και αλλήλους».

*

Ο ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας Νικόλαος ο Καβάσιλας, σχετικά με το «παραθώμεθα», λέει πάλι τα εξής αξιοπρόσεκτα. « Δεν είναι σε όλους εύκολο να αφήνουν τον εαυτό τους στο Θεό. Επειδή λοιπόν αυτό το πράγμα χρειάζεται και γενναίο φρόνημα και μελέτη, γι’ αυτό καλούμε για να μας βοηθήσουν την Παναγία Μητέρα του Θεού κι όλους τους Αγίους κι έτσι αφηνόμαστε στο Θεό». Η κάθε λοιπόν ευχαριστιακή σύναξη είναι μια συλλειτουργία «μετά πάντων των αγίων» και μια παράθεση ή αφιέρωση της Εκκλησίας στο Θεό. Αυτή η τελευταία δέηση, μάλλον δε προτροπή, του λειτουργού φανερώνει όλη την ιερότητα της λογικής λατρείας κι όλο το πλούσιο και μοναδικό κοινωνικό νόημα της θείας Λειτουργίας. Όλη η Εκκλησία, όλη η κοινωνία των πιστών όχι μόνο ζητά να λάβει, αλλά και παραδίνεται και αφήνεται στο Θεό, σαν ένα ομόψυχο, ζωντανό και λογικό αφιέρωμα. Άλλα λόγια ανθρώπινα δεν εκφράζουν τόσο καλά τον πιστό χριστιανό όταν προσεύχεται, σαν τα λόγια αυτά της θείας Λειτουργίας· «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν η­μών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

 

 

Η Μεγάλη Δοξολογία. (Θεολογικό σχόλιο) Γ΄ (Α. Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγ. Παν/μίου)

 

«Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη, αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς».

 

Η προσευχόμενη ψυχή, αισθανόμενη τις άπειρες δωρεές του Θεού, είναι αποφασισμένη να ευλογεί «καθ’ εκάστην ημέραν» το άγιο Όνομά του. Η απόφασή της είναι δικαιολογημένη. Έτσι οφείλει να ενεργεί. Εν τούτοις, στρέφοντας το βλέμμα της στο εσώτερο βάθος της βλέπει αμαρτίες πολλές. Η καθημερινή αμαρτωλή συγκυρία την πιέζει. Αυτό είναι κάτι το ασυμβίβαστο με το χρέος της. Πώς να δοξολογεί τον Θεό για την αγιότητα και τις άπειρες δωρεές του, και παράλληλα να αμαρτάνει, και με την αμαρτία της να προσβάλλει το τιμημένο Όνομα, που υμνολογεί; Μια τέτοια ανακολουθία είναι φυσικό να τη στενοχωρεί. Θέλει να μην αμαρτάνει, να είναι καθαρή μπροστά στον Κύριό της. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κατορθώσει από μόνη της. Η φύση της είναι επικλινής προς την αμαρτία. Έχει πάθη και αδυναμίες πολλές. Έτσι μαζί με τη δοξολογία της προς τον Θεό, συναναβαίνουν σκέψεις ακάθαρτες και λογισμοί πονηροί. Η καρδιά της γεμίζει από βρομερές επιθυμίες. Είναι αφιλάνθρωπη και σκληρή. Λησμονεί εύκολα το χρέος, χαλαρώνει τον αγώνα της. Το πνεύμα της πονηρίας κυριαρχεί επάνω της. Και στην κατάσταση αυτή της αθυμίας της απευθύνεται που άλλου; Πάλι στον Πλάστη της, τον οποίο με τόση θέρμη δοξολογεί.

Καλό είναι να σε δοξολογώ, Κύριε μου, να ψάλλω «τω ονοματί σου Ύψιστε», αλλά βοήθησέ με να εκτελώ το χρέος μου αυτό ακατακρίτως. Αξίωσέ με μέ τη χάρη σου, αυτή την ίδια ημέρα που σε δοξολογώ, να μείνω αναμάρτητη. Να μη λερώσω το εσωτερικό βάθος μου με την παράβαση του νόμου σου. Να μείνω καθαρή και άσπιλη, άψογη στη συμπεριφορά και τις ενέργειές μου.

Το αίτημα βέβαια είναι καλό και λογικό. Αυτό έχει χρέος να επιζητεί ο αμαρτωλός, άσχετο αν η εκπλήρωσή του είναι συνήθως ανέφικτη. Γιατί και μία να είναι όλη η ημέρα της ζωής του πάνω στη γη, δεν μπορεί να αποφύγει την αμαρτία, φυσικά την ελαφρά και συγγνωστή. Τα θανάσιμα αμαρτήματα είναι δυνατό να τα αποφύγει. Ο Θεός άλλωστε έτσι έχει συνηθίσει να μας βλέπει — ας μου επιτραπεί η έκφραση — με τα πάθη και τις αδυναμίες μας. Είναι δε γνωστό ότι η δύναμή του «εν ασθενείαις τελειούται»· εκεί που πλεονάζει η αμαρτία «υπερπερισσεύει» η χάρις του. Αυτό δίνει κουράγιο στον αγώνα του ανθρώπου και δύναμη να αγωνίζεται όσο μπορεί την κακότητα της καθημερινής ζωής. Να δοξολογεί τον Θεό, προσπαθώντας παράλληλα να τελειοποιεί πνευματικά τον εαυτό του.

 

«Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το Όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν».

 

Στο ίδιο δοξολογικό μοτίβο κινείται και ο στίχος αυτός της Δοξολογίας. Ο Κύριος είναι ευλογητός και το Όνομά του αινετό και δοξασμένο στους αιώνες. Εδώ προστίθεται ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Κυρίου. Είναι «ο Θεός των πατέρων ημών» (φυσικά πρόκειται για τον Θεό του Ισραήλ). Αυτό επιτείνει τον τόνο και τη θέρμη της δοξολογίας. Σε υμνούμε, Κύριε, και δοξολογούμε το άγιο Όνομά σου, γιατί είσαι Θεός δικός μας. Δεν είσαι Θεός αλλότριος. Είσαι ο Θεός των πατέρων μας. Εσύ μας ανέδειξες λαό σου, μίλησες και ευλόγησες τους πατέρες μας, μάς σκέπασες κάτω από την προστασία σου, μας βοήθησες στις δύσκολες στιγμές και στις περιστάσεις μας. Μας γνωρίζεις και μας αγαπάς, όπως και μείς σε γνωρίζουμε και σ’ αγαπάμε. Έναν τέτοιο Θεό, γεμάτο καλοσύνη και στοργή, δεν μπορούμε παρά να τον δοξολογούμε με όλη τη θέρμη της καρδιάς μας, με όλη τη δύναμη του είναι μας, σε κάθε καιρό, σε κάθε ώρα, χωρίς σταμάτημα, και τώρα και πάντοτε και στην ατελεύτητη αιωνιότητα.

Τη δοξολόγηση αυτή μπορεί να την επαναλάβει και κάθε ορθόδοξη ψυχή, πολύ περισσότερο όσο δεν πρόκειται εδώ απλά για τον Θεό των πατέρων μας, αλλά για τον Θεό που για χάρη μας κατέβηκε στη γη, έγινε άνθρωπος, έζησε την ανθρώπινη ζωή και σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας. Πρόκειται για το δικό μας Άνθρωπο, για τη δική μας φύση που ένωσε στο θείο του πρόσωπο, τη λάμπρυνε και τη θέωσε και την ανύψωσε στους ουρανούς στους κόλπους της μακαριστής Τριάδος. Πρόκειται για το δικό  μας Κύριο, που μας λύτρωσε με το αίμα του από τη φθορά και τον αιώνιο θάνατο, μας έκαμε κληρονόμους Θεού και έχει στήσει για μας βασιλεία, για να ζούμε αιώνια κοντά του, στίλβοντας τη μαρμαρυγή της θείας του ενέργειας.

Αυτόν τον Θεό δοξάζουμε εμείς ακατάπαυστα «εις τους αιώνας». Τον Θεό των αγίων και των δικαίων και των δύο του θείων οικονομιών, της παλαιάς και της καινής. Τον Θεό των αγγέλων και ολόκληρης της κτίσεως, τον παντοδύναμο άρχοντα του ουρανού και της γης, τον εκπορθητή του βασιλείου του θανάτου και των δυνάμεων του σκότους και της ανομίας.

 

«Γένοιτο, Κύριε, το έλεός σου εφ’ ημάς, καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε».

 

Δοξολογώντας τον πανάγιο Θεό, η πυξίδα της ψυχής μας είναι αδιάκοπα στραμμένη προς το θείο έλεος. Είθε να γίνει, Κύριε, το έλεός σου επάνω μας σύμφωνα με τήν ελπίδα που έχουμε σε σένα. Αυτό είναι πολύ φυσικό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το θείο έλεος. Μοιάζει με ύπαρξη χωρίς ρίζα. Μ’ ένα κλαδί που κόπηκε από το δέντρο, έπαψε να τροφοδοτείται από τη ρίζα του, είναι κατάξηρο και νεκρωμένο. Το έλεος του Κυρίου, η συμπάθειά του, η αγάπη του, η προστασία του, η βοήθειά του είναι πηγή ζωής για τη ψυχή. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να ζήσει, πεθαίνει.

Παράλληλα δεν μπορεί να δοξολογήσει σωστά τον Κύριο, αν δεν συνέχεται από τη χάρη του, αν δεν ζωογονείται από τη θεία του ενέργεια. Μήπως οι νεκροί μπορούν να αινέσουν τον Κύριο; Οι τυφλοί να δοξολογήσουν το φως; Έτσι και η ψυχή, όταν πραγματικά ζει στο Θεό, έχει τη δύναμη να υμνολογήσει πρεπόντως το Όνομά του, να δοξολογήσει εκείνο που αγαπά, γνωρίζει και νιώθει βαθιά μέσα της. Αλλιώτικα οι φωνές της θα είναι φωνές σβησμένες, χωρίς νόημα και ευσυνείδητο προσανατολισμό.

Ο πιστός ελπίζει στο έλεος του Θεού. Ελπίζει ότι ο αγαθός πατέρας ουδέποτε θα τον εγκαταλείψει, δεν θα άρει το πρόσωπό του απ’ αυτόν, δεν θα παύσει να τον ελεεί σε ολόκληρη τη ζωή του. Υπό τον όρο βέβαια, ότι και αυτός θα προσπαθεί να είναι άξιος του θείου ελέους. Εδώ όμως έγκειται η δυσκολία, δεδομένης της ανθρώπινης αδυναμίας. Στο σημείο αυτό επικεντρώνεται το νεύρο της δοξολογικής προσευχής. Εμείς θέλουμε, Κύριε, να σε δοξάζουμε ανελλιπώς και πάντοτε. Είμαστε όμως πλάσματα ατελή και αδύνατα. Ενώ έχουμε την καλή θέληση, πολλές φορές εμποδιζόμαστε από την φθαρτή φύση μας. Γι’ αυτό είναι απόλυτα επιτακτική η ανάγκη για μας να έχουμε μαζί μας το θείο σου έλεος. Με αυτό ελπίζουμε να νικάμε πάντα τις αδυναμίες και τις ελλείψεις μας. Με αυτό να μπορούμε να σε δοξάζουμε σωστά και αληθινά. Μη στερήσεις από μας το έλεός σου, Κύριε, γιατί θα μοιάσουμε μ’ αυτούς που κατεβαίνουν σε λάκκο. Σήκωσέ μας με τα φτερά της χά­ριτός σου στο ύψος σου, για να σε βλέπουμε καθαρά, να σε δοξάζουμε σωστά και να σ’ ευχαριστούμε για την αλήθεια και την αγάπη σου.

 

«Ευλογητός ει, Κύριε· δίδαξόν με τα δικαιώματά σου».

 

Άλλο ένα αίτημα διατυπώνει στο στίχο αυτό η προσευχόμενη ψυχή. Είσαι ευλογητός Κύριε, δίδαξέ μου τα δικαιώματά σου. Ποιά είναι τα δικαιώματα αυτά του Κυρίου; Είναι οι εντολές, τα προστάγματα, ο νόμος του, που εκφράζουν το πανάγιο θέλημά του, την τήρηση των οποίων δικαιούται ο Θεός ν’ απαιτεί από τα λογικά πλάσματά του, τα οποία τόσο απλόχερα ευεργετεί. Η ψυχή ομολογεί την άγνοιά της και θέλει να μάθει από τον Κύριο, να μαθητεύσει κοντά του, στο διδασκαλείο της σοφίας του. Θέλει να μάθει τα δικαιώματα του Κυρίου όχι από απλή περιέργεια, αλλά από πιεστική ανάγκη, για να μπορέσει να ζήσει σ’ αυτά. Διότι ο νόμος του Κυρίου είναι γι’ αυτή το καθοδηγητικό λυχνάρι στην πορεία της ζωής.

Και είναι ανάγκη να έχει το φως αυτό, γιατί μόνη της πορεύεται στο σκοτάδι της απελπισίας και του θανάτου. Ζει στο ψέμα και την αναλήθεια. Ζει στην πλάνη του διαβόλου, του πατέρα του ψεύδους και της αμαρτίας. Και σκοντάφτει σε κάθε βήμα της, παραβαίνοντας το θέλημα του Θεού και καταπατώντας τις θείες εντολές του. Αμαρτάνει, προσβάλλοντας τον ευεργέτη της. Και οι ενοχές την πνίγουν. Δεν μπορεί να ηρεμήσει στο καμίνι των τύψεων. Είναι ανήσυχη και αγριεμένη. Η προοπτική της είναι σκοτεινή και αβέβαιη. Και φοβάται την κόλαση, να χάσει μια για πάντα το νόημα και την υπόθεση της ζωής της, να καταποντισθεί στην αιώνια απώλεια. Γι’ αυτό φωνάζει δυνατά προς τον Κύριο· «δίδαξόν με τα δικαιώματα σου». Εσύ ο μέγας διδάσκαλος του κόσμου, ο φωτιστής των ανθρώπων, η αυτοαλήθεια, στον οποίον υπάρχουν οι θησαυροί της σοφίας οι απόκρυφοι. Ο οποίος ήλθες να φανερώσεις την αλήθειά σου στον παραπλανημένο άνθρωπο, να τον οδηγήσεις στη ζωή και το φως, στην ανάπαυση και τη χαρά. Συ, Κύριε, κάνε με μαθητή της βασιλείας σου, αξίωσέ με να κάθομαι ήρεμος «παρά τους πόδας σου» και ν’ ακούω το λόγο σου το ζωοποιό και σωτήριο. Και να εκλέγω την αγαθή μερίδα, η οποία δεν θ’ αφαιρεθεί ποτέ από την καρδιά μου. Δίδαξέ με εσύ, γιατί εγώ μονάχη αδυνατώ να φθάσω στην άρρητη σοφία σου, αδυνατώ να δω το μακάριο φως σου. Ό,τι δε καλό και άξιο μπορέσω ν’ αποκτήσω με τις δικές μου δυνάμεις, δεν μπορεί να μου δώσει αυτό που ζητώ, αυτό για το οποίο καίγεται η καρδιά μου, φλογίζεται η ύπαρξή μου. Το δικό μου επίτευγμα είναι μηδαμινό και ανάξιο μπροστά στην απειρία της σοφίας σου και τον απύθμενο ωκεανό του ελέους σου. Αυτό που θέλω είναι μονάχα η δική σου αλήθεια, για ν’ ασφαλιστώ στη ζωή μου, να νιώσω τη χαρά του σωτηρίου σου, να ριζώσω στην αγάπη και την ελπίδα σου. Δίδαξέ με, Κύριε, τα δικαιώματά σου, ενόσω ακόμα έχω καιρό να ζω και να εργάζομαι, ότι «ευλογητός ει».

 

(Ανδρέα Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Η Μεγάλη Δοξολογία»(Θεολογικό σχόλιο). Εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 32-40)

 

Τί είναι η ύψωση της Παναγίας;


Όσοι έτυχε να παρευρεθείτε σε τράπεζα μίας Αγιορείτικης Μονής θα παρακολουθήσατε τη λεγομένη Ύψωση (του άρτου) της Παναγίας. Θα δώσουμε μια εξήγηση αυτής της ακολουθίας.

Ο άρτος της Παναγίας είναι μια τριγω­νική μερίδα που κόβεται από ένα πρόσφορο και υψώνεται προς τιμή της Θεοτόκου. Ποιός κάνει την ύψωση; Σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση κατά το τέλος της τράπεζας ο τραπεζάρης της μονής. Τα παλαιά τυπικά και Ωρολόγια γράφουν ότι την ύψωση κάνει ο «ταχθείς αδελφός» ή ο «ταχθείς μοναχός» ή ο «μέλλων υψώσαι την Παναγίαν»ή «παρά του εις τούτο τεταγμένου μοναχού»(Άγιος Μάρκος Εφέσου). Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι την ύψωση κάνει «ο αναγνούς και τα πνευματικά διακονήσας τοις αδελφοίς», δηλ. ο αναγνώστης του λόγου προς πνευματική οικοδομή των μοναχών και προσκυνητών. Σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται ότι την κάνει ο ηγούμενος ή ο εφημέριος της Μονής. Αυτοί παρακολουθούν.

Όταν γίνεται η ύψωση λέγεται το «Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος»,το «Παναγία Θεοτόκε,  βοήθει ημίν», «Μακαρίζομεν σε πάσαι αι γενεαί…»και «Άξιον εστίν…».Προσφέρεται θυμίαμα και οι παρευρισκόμενοι  παίρνουν από αυτό τον άρτο προς αγιασμό τους αλλά και προς δόξα   ιδιαίτερη (εξαιρέτως) της Θεομήτορος, η οποία γέννησε τον ουράνιο άρτο της ζωής, δηλ. τον Κύριο Ιησού Χριστό, που διατρέφει τις ψυχές μας.

Το εκκλησιαστικό έθιμο της υψώσεως είναι πολύ παλιό. Το «Ωρολόγιο το Μέγα» το ανάγει στους Αποστόλους, και συνδέεται με την ευλάβεια των χριστιανών ιδιαίτερα δε των μοναχών προς τη Θεοτόκο που αναζητούσε και για την Παναγία κάτι παράλληλο προς την προσφερόμενη στον Κύριο Θεία Ευχαριστία. Όπως η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται σε ανάμνηση του Κυρίου έτσι και η ύψωση του άρτου γίνεται προς ανάμνηση της Παναγίας.

Από τα λειτουργικά βιβλία, από πληροφορίες που μας δίνει ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης και άλλοι συγγραφείς, φαίνεται ότι η ύψωση της Παναγίας γινόταν καθημερινά στην τράπεζα των μοναχών. Κατά την εποχή του Αγίου Συμεών γινόταν η ύψωση της Παναγίας στην ακολουθία του Όρθρου, ή  σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση όταν το ζητούσαν οι πιστοί ή τακτικά από πολλούς ιερείς.

Πάντοτε δε κατά τη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας μετά το «Εξαιρέτως…» όταν ψαλλόταν ο ύμνος προς την Θεοτόκο (το «Άξιον εστίν ως αληθώς…» ή η θ΄ωδή της Καταβασίας της εορτής) γινόταν η ύψωση της Παναγίας. Αυτό γίνεται από το μεγάλο πόθο του ιερέα και των πιστών «επικαλείσθαι και ανυμνείν την πανύμνητον» και «ως αν μείζονος της παρά ταύτης επιτύχοιμεν βοηθείας» δηλ. για να επιτύχουμε μεγαλύτερη βοήθεια από τη Θεοτόκο. Και συνεχίζοντας ο Άγιος Συμεών λέει, ότι η ύψωση έχει σκοπό να έχομε την Παναγία βεβαία βοηθό σε όλες τις ανάγκες και τις περιστάσεις. Αναφέρει δε ότι έχει προσωπική πείρα αυτής της βοήθειας αλλά καταθέτει και την μαρτυρία άλλων αξιοπίστων προσώπων.(Διάλογος κεφ. 357) («εν πάσαις ημών χρείαις και περιστάσεσι βοηθόν αυτήν και φρουρόν ούσαν ασφαλεστάτην… και πλείστης τυγχάνομεν εκ του ανυψούσθαι τον άρτον τούτον βοηθείας, ως και ημείς πείρα πολλάκις έγνωμεν και παρά πολλών άλλων αξιοπίστων εμάθομεν»).

Η προσφορά του αντιδώρου προς ύψωση, που γίνεται σήμερα από τον ιερέα μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων παραπέμπει στη συνήθεια της υψώσεως της Παναγίας. Είναι γνωστό ότι το αντίδωρο συμβολίζει το «σώμα της Θεοτόκου» επειδή από τον άρτο της προθέσεως είχε αφαιρεθεί ο «Αμνός», (τετράγωνο κομμάτι του προσφόρου με τη σφραγίδα ΙΣ- ΧΡ- ΝΙ-ΚΑ), όπως ο Χριστός γεννήθηκε από την Παναγία.Η σταυροειδής ύψωση του αντιδώρου γίνεται όπως θα γινόταν και η ύψωση της Παναγίας.

 

Α.Χ., Θεολόγος.

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers