Αρχείο

Archive for the ‘ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ’ Category

«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς…».(π.Γεωργίου Μεταλληνού)

Ομιλία στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο

 

π. Γεώργιος Μεταλληνός

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ

«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς…»

 

…Ο αγώνας των αγίων Πατέρων της Νικαίας εναντίον της αρειανικής κακοδοξίας ήταν αγώνας για την ενότητα της Εκκλησίας και την διατήρηση της ταυτότητός της, για να μπορή να ζη στον κόσμο σαν Ορθοδοξία και να σώζη τον κόσμο. Περισσότερο όμως βοηθεί εμάς η σημερινή ευαγγελική περικοπή, για να προσδιορίσωμε τις προϋποθέσεις εκείνες, που εξασφαλίζουν την ενότητά μας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, και συγχρόνως την ενότητα του ίδιου του Σώματος, της Εκκλησίας.

 
 


Το «έργον» του Χριστού

 
 

Το «έργον» του Χριστού μας για το οποίο μιλεί ο ίδιος ο Κύριος, είναι λυτρωτικό, αλλά και αποκαλυπτικό. Είναι το φανέρωμα του Θεού στον κόσμο. Αποκάλυψη του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού, που αποτελεί το αιώνιο θεμέλιο δομήσεως και της Εκκλησίας. Η αποκάλυψη δε αυτή δεν έγινε θεωρητικά -διανοητικά, αλλά απτά και συγκεκριμένα στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με το Είναι Του, την ίδια την ύπαρξή Του γνωστοποίησε ο Χριστός στον κόσμο τον Τριαδικό Θεό. Διότι σ’ Αυτόν. «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9) και γι’ αυτό «ο εωρακώς αυτόν εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν. ιδ’ 9), όπως θα πη στον Φίλιππο. Έξω από τον Χριστό δεν μπορούμε να γνωρίσωμε τον Θεό, να μάθωμε το θέλημά Του για την σωτηρία μας, και συνεπώς ούτε να σωθούμε μπορούμε. Εκείνο, που ξεχωρίζει αποφασιστικά και τελεσίδικα την Εκκλησία από τα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, είναι το Πρόσωπο του Χριστού. Γιατί μόνο στον Χριστό συναντά κανείς λυτρωτικά τον Θεό. Αυτός είναι «η θύρα» (Ιωάν. ι’ 9), «η οδός» (Ιωάν. ιδ’ 6) και η «προσαγωγή» μας στη Χάρη του Θεού (Ρωμ. ε’ 2). Με το φανέρωμα του Θεού στο ίδιο το Πρόσωπό Του μας ανοίγει ο Χριστός τον δρόμο για την σωτηρία, την αιώνια ζωή. Η έκφραση «αιώνιος ζωή», που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο σήμερα, δεν έχει χρονική, αλλά σωτηριολογική σημασία. Σημαίνει την είσοδό μας στον πνευματικό χώρο της αιώνιας «βασιλείας του Θεού». Στο πνευματικό κράτος της εξουσίας Του. Σημαίνει επιστροφή μας στην «κοινωνία» του Θεού, μέσα στην οποία πραγματικά υπάρχομε και ζούμε.

 

 

 

Το έργον το δικό μας

 
 

 Σ’ αυτήν την κλήση του Θεού εν Χριστώ καλείται ο άνθρωπος να απαντήση. Έχει το δικαίωμα να την δεχθή ή να την απορρίψη. Από την απάντησή μας όμως κρίνεται και η σωτηρία μας. Η κατάφασή μας στην λυτρωτική αποκάλυψη του Χριστού μας είναι η πίστη μας, το μυστικό «ναι», που αντιπροτάσσομε στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού, που έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». Χωρίς αυτό δεν σωζόμεθα. Δηλαδή δεν μπορούμε να ξαναβρούμε την υπαρκτική ολότητα και ακεραιότητά μας, αλλά θα μένωμε κομματιασμένοι και διχασμένοι μέσα στη φθορά του κόσμου, στην προσήλωση δηλ. στην ύλη και στη ματαιότητά της. Εκείνο, που καλούμεθα να κάμωμε μείς για την σωτηρία μας, το έκαμαν ήδη οι Μαθηταί του Χριστού. «Ετήρησαν τον λόγον» του Θεού, που τους φανέρωσε ο Χριστός. Πίστευσαν δηλ. πως ο Χριστός έρχεται από τον Θεό και ότι Εκείνος Τον απέστειλε στον κόσμο.

 

Αναγνώρισαν στο Πρόσωπο του Χριστού τον Θεάνθρωπο Μεσσία – Λυτρωτή. Έτσι, και μόνο έτσι, μπόρεσαν να μπουν στην «αιώνιο ζωή», να αναγνωρίσουν τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού, με το να δεχθούν τον Χριστό και να πιστεύσουν στην μαρτυρία Του για τον Θεό και την «αιώνια ζωή» Του. Αυτό όμως ήταν όχι μόνο η προϋπόθεση της σωτηρίας των, αλλά συγχρόνως και το θεμέλιο της εν Χριστώ ενότητός των, χωρίς την οποία ούτε και η σωτηρία είναι δυνατή. Ο Χριστός παρακαλεί, γι’ αυτό, τον Πατέρα να τους κρατήση σ’ αυτήν την ενότητα. Στην μία δηλ. και ενιαία πίστη και πιστότητα προς τον Χριστό, που εξασφαλίζει και την μεταξύ τους ενότητα.

 

Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, ότι την ενότητα αυτή των μαθητών ο Χριστός την ανάγει στη δική Του ενότητα με τον Πατέρα (…καθώς ημείς). Η δική Του ενότητα με τον Πατέρα είναι ενότητα ουσίας και αγάπης. Ο Χριστός έχει ολόκληρη την θεία ουσία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα (τα τρία θεία Πρόσωπα είναι μεταξύ τους «ομοούσια», όπως διεκήρυξε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος). Με την πιστότητά τους στον Χριστό θα κρατήσουν και οι Μαθηταί -και όλη η Εκκλησία- αυτή την ενότητα αγάπης και δικαιοσύνης, ώστε να ανήκουν σε μια αδελφική κοινωνία, στην οποία «όλοι ζουν σαν μια οικογένεια και τα έχουν όλα κοινά», και «κανείς δεν λέγει πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι ατομική του ιδιοκτησία», αλλά έχουν μεταξύ τους τέτοια αγάπη, ώστε «το περίσσευμα του ενός να καλύπτη το υστέρημα του άλλου… και να υπάρχη μεταξύ τους ισότητα» (βλ. Πράξ. β’ 44. δ’ 32· Β’ Κορ. η’ 13. 14).

 

 

 

Το έργον των Αγίων Πατέρων μας

 
 

Από τα παραπάνω λόγια του Χριστού μας καταξιώνεται και δικαιώνεται και το «έργον» των Αγ. Πατέρων μας, όπως εκείνων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Το έργο των Αγίων Πατέρων, και μάλιστα στις Οικουμενικές Συνόδους, δεν είναι φιλοσοφικό διανοητικό, αλλά ιδιαίτερα πρακτικό και ομολογητικό. Δεν αγωνίζονται να ανακαλύψουν κάποια αλήθεια, αλλά διακηρύσσουν και ομολογούν την μία και αιώνια αλήθεια για τον Θεό, για τον Χριστό, για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αντικρούοντας οι Άγιοι Πατέρες τον Άρειο και την διδασκαλία του, ότι ο Χριστός δεν είναι παρά ένα «κτίσμα» και «ξένος» τελείως προς τον Θεό – Πατέρα, συνεχίζουν εκείνο, που έκαμαν οι Απόστολοι, οι οποίοι εδέχθηκαν τον Χριστό, όχι όπως μπορούμε να Τον φαντασθούμε εμείς, αλλ’ όπως εκείνος απεκαλύφθη, δηλαδή σαν Υιό του Θεού, ίσο με τον Πατέρα (Φιλιππ. β’ 6) και «ομοούσιο» με Εκείνον. Ο Άρειος εκήρυττε ένα Χριστό ξένο προς τον πραγματικό, και συνεπώς ένα Χριστό ανύπαρκτο, που δεν μπορεί να σώση, γιατί δεν μπορεί να είναι «η οδός» μας προς τον Πατέρα και η «θύρα» μας προς την «αιώνιο ζωή», την σωτηρία. Ένα Χριστό, άρα, που δεν μπορεί να μας οδηγήση στην πρώτη εκείνη ιεροσολυμιτική κοινωνία της αγάπης, της ισότητος και δικαιοσύνης. Γιατί ο Θεός του Αρείου δεν είναι κοινωνικός, κοινωνία ομοουσίων Προσώπων, αλλά ένας Θεός Μονάρχης και ατομοκράτης. Ένας Θεός, που μπορεί να στηρίξη τις διάφορες απολυταρχίες του κόσμου, αλλά όχι την αγαπητική και αδελφική κοινωνία της Εκκλησίας, την κοινωνία των Αγίων. Οι άγιοι Πατέρες μας, δηλ. μας πρόσφεραν το 325 στην Νίκαια, ό,τι είναι απόλυτα αναγκαίο και για την δική μας σωτηρία. Την μόνη αλήθεια για τον Χριστό, για την πραγματική του ουσία και σχέση Του με τον Θεό Πατέρα. Γιατί μόνο αυτός ο Χριστός μπορεί να μας σώση. Μας εξασφαλίζουν έτσι εις τον αιώνα την βασικώτερη προϋπόθεση, για να μείνωμε ενωμένοι με τον ενανθρωπήσαντα Σωτήρα μας, αλλά και όλοι μαζί ενωμένοι μέσα στο ένα σώμα Του, την Εκκλησία. Να γιατί η προσφορά των Αγίων Πατέρων είναι η μεγαλύτερη από όσες θα μπορούσε να δεχθή ποτέ ο άνθρωπος και ο κόσμος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» 

http://www.impantokratoros.gr/

Ορ­θοδοξία θα πει πατερική παράδοση. (Κυριακή των 318 Αγίων Πατέρων)

 

Η αυριανή ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι η αρχή της αρχιερατικής προσευχής του Ιησού Χριστού. Ύστερα από το μυστικό Δείπνο, ο Ιησούς Χριστός μίλησε προς τους Αποστόλους και τους έδωσε τις τελευταίες του υποθήκες. Μετά την ομιλία του ο αιώνιος και Μέγας Αρχιερέας της Εκκλησίας, «επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν…», σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό κι άρχισε να ομιλεί με τον ουράνιο Πατέρα. Η αρχιερατική προσευχή του Ιησού Χριστού είναι και τα δύο· και προσευχή και «διάλεξις», καθώς ερμηνεύουν οι ιεροί Πατέρες. Ο Ιησούς Χριστός σαν άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό, και σαν Υιός συνομιλεί με τον Πατέρα.

Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· «Πατέρα, ήλθε η ώρα· δόξασε τον υιό σου, κι ο υιός σου θα σε δοξάσει, με την εξουσία που του έδωκες επάνω σ’ όλους τους ανθρώπους να δώσει στον καθέναν απ’ αυτούς ζωή αιώνιο. Κι αυτή είναι η αιώνιος ζωή, να γνωρίσουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, και τον Ιησού Χριστό που έστειλες στον κόσμο. Εγώ σε δόξασα στη γη, τέλειωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασέ με συ, Πατέρα, με εκείνη τη δόξα που είχα κοντά σου πριν κτίσε­ως κόσμου. Φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήσαν και τους έδωσες σε μένα κι αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα γιατί εγώ τους έδωσα τα λόγια που μου έδωσες κι αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν πως εγώ βγήκα στ’ αλήθεια από σένα και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες. Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ· δεν παρακαλώ για τον κόσμο, μα γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Κι όλα τα δικά μου είναι δικά σου και τα δικά σου είναι δικά μου, κι έχω δοξασθεί ανάμεσα σ’ αυτούς. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως είναι στον κόσμο κι εγώ έρχομαι προς εσένα. Πατέρα άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξέ τους στο όνομά σου, για να είναι ένα καθώς εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους, εγώ τους φύλαγα στο όνομά σου αυτούς που έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, κι έτσι εκπληρώθηκε η γραφή. Και τώρα έρχομαι σε σένα και τα λέγω αυτά, ενώ ακόμα είμαι στον κόσμο, για να είναι η ψυχή τους γεμάτη από τη δική μου χαρά».

Τρεις φορές το χρόνο η Εκκλησία εορτάζει μνήμες Πατέρων την έκτη τώρα Κυριακή μετά το Πάσχα, μια Κυριακή μέσα στο μήνα Ιούλιο και μια Κυριακή μέσα στο μήνα Οκτώβριο. Αυτό δείχνει πόσο η Εκκλησία τιμά τους αγίους Πατέρες, αφού και ονομάζεται χαρακτηριστικά Εκκλησία Πατέρων, το ίδιο όπως ονομάζεται Εκκλησία Μαρτύρων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι κληρικοί όλων των βαθμών, Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ακόμα δε και απλοί μοναχοί· όχι απλώς σοφοί και, καθώς λέμε σήμερα, μορφωμένοι και διανοούμενοι, αλλά άνθρωποι πνευματικής πείρας και αγιοσύνης. Σήμερα στον καθένα, που μπορεί να λέγει και να γράφει πέντε λόγια, που ασχολείται με τα γράμματα και τις τέχνες, εύκολα χαρίζομε τον τίτλο του πνευματικού άνθρωπου. Όμως πνευματικότητα είναι πείρα αγιοσύνης, κι αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι άνθρωποι με ορθόδοξο φρόνημα, με αγιότητα βίου και με πνευματική πείρα.

Αλλά, όταν λέμε πως η Εκκλησία είναι Εκκλησία Πατέρων, εννοούμε πως η ορθόδοξη πίστη μας είναι διδαχή και παράδοση των αγίων Αποστόλων, που φτάνει σε μας με εγγύηση και κύρος διαμέσου τής ερμηνείας των αγίων Πατέρων. Στο Σύμβολο της πίστεως ομολογούμε πως η μία και αγία και καθολική Εκκλησία είναι αποστολική· είναι δηλαδή η Εκκλησία του Χριστού, σύμφωνα με τη διδαχή και την παράδοση των αγίων Αποστόλων. Αυτή την αποστολική παράδοση η Εκκλησία την κατέχει διαμέσου των αγίων Πατέρων. Οι Πατέρες είναι οι γέφυρες από τις οποίες περνά και διαιωνίζει στην Εκκλησία η αποστολική παράδοση. Όταν λέμε λοιπόν την Εκκλησία αποστολική, είναι το ίδιο σαν και να λέγαμε πατερική· οι Πατέρες μέσα στην Εκκλησία εγγυώνται για την αποστολικότητα της πίστεως και για την ορθοδοξία. Ορθοδοξία θα πει πατερική παράδοση. Το βλέπουμε αυτό στον τρόπο, με τον οποίο διατυπώνονται οι αποφάσεις των οικουμενικών Συνόδων. Η απόφαση της τέταρτης οικουμενικής Συνόδου αρχίζει έτσι «Επόμενοι τοις αγίοις πατράσι…». Το ίδιο και η απόφαση της έβδομης οικουμενικής Συνόδου· «Επακολουθούντες τη θεηγόρω διδασκαλεία των αγίων Πατέρων ημών και τη παραδόσει της καθολικής Εκκλησίας…». Αυτά θα πουν πως οι Πατέρες, η διδασκαλία τους δηλαδή, είναι το ποτάμι, που ρέει πάντα μέσα στην ίδια κοίτη της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Στην ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται αύριο στη θεία Λειτουργία, ο Ιησούς Χριστός προσεύχεται προς τον ουράνιο Πατέρα για τους μαθητές του και για την Εκκλησία. Οι μαθητές του είναι εκείνοι που του δόθηκαν από τον Πατέρα· τους δίδαξε και τους φύλαξε και δεν χάθηκε απ’ αυτούς παρά μόνο «ο υιός της απω­λείας», εκείνος που από μόνος του προτίμησε και θέλησε να χαθεί. Ήλθε η ώρα κι ο διδάσκαλος τώρα θα φύγει, ενώ οι μαθητές του θα μείνουν, σηκώνοντας το βάρος μιας τιμής και μιας ευθύνης. Η τιμή τους είναι ότι τους κάλεσε ο Θεός· η ευθύνη τους ότι, μένοντας αυτοί στον κόσμο, πρέπει να ποιμάνουν την Εκκλησία. Και πρώτ’ απ’ όλα να μείνουν ενωμένοι και να κρατήσουν ενωμένους τους πιστούς. Η Εκκλησία πριν απ’ όλα είναι μία, και δεν μπορεί να είναι ούτε αγία ούτε καθολική ούτε αποστολική, αν δεν είναι μία. Μα η ενότητα της Εκκλησίας δεν φυλάγεται παρά με την ενότητα των ποιμένων της Εκκλησίας κι αυτό πάλι δεν γίνεται παρά με το φόβο και τη δύναμη και το φόβο του Θεού. Γι’ αυτό προσεύχεται ο Μέγας Αρχιερέας- «Τήρησον αυτούς εν τω ονόματι σου, ους δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς»· αυτούς που μου έδωσες φύλαξέ τους στο όνομά σου, για να είναι ένα, καθώς είμαστε εμείς.

Αυτό το απόσπασμα από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου είναι ένα άρτιο ποιμαντικό κείμενο. Φτάνει να το διαβάσουμε προσεκτικά, για να δούμε σ’ αυτό τί είναι η Εκκλησία, τί είναι οι ποιμένες της Εκκλησίας και ποιό είναι το έργο τους. Γι’ αυτό και διαλέχτηκε να διαβάζεται στη μνήμη των αγίων Πατέρων, που είναι οι ποιμένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, διάδοχοι των αγίων Αποστόλων. Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση· είναι η βασιλεία του Χριστού, η οποία «ουκ εστίν εκ του κόσμου τούτου»·  δεν έχει εγκόσμια προέλευση και δεν στηρίζεται σε συνθήκες του κόσμου τούτου η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Προφήτες, οι Ιεράρχες, οι Όσιοι και οι Δίκαιοι, όλος ο λαός του Θεού, που συγκροτούν το σώμα του Χριστού. Ένας-ένας χωριστά, ως πρόσωπα και μέλη του σώματος, κι όλοι μαζί το σώμα, με κεφαλή τον Ιησού Χριστό! Πρώτη ιδιότητα και γνώρισμα αυτού του σώματος, για να υπάρχει και να ζει, είναι η ενότητα, η Εκκλησία να είναι μία. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα είναι ο μεγάλος εσωτερικός εχθρός της Εκκλησίας, που λυμαίνεται και καταστρέφει την ενότητά της. Κι αυτό υπήρξε και είναι πάντα το πρώτο και κύριο έργο των Πατέρων και Ποιμένων της Εκκλησίας, ότι κράτησαν δηλαδή και κρατούν ενωμένη την Εκκλησία και αδιαίρετο το σώμα του Χριστού.

 

Στην προσευχή του, που συνεχίζεται και μετά την αυριανή ευαγγελική περικοπή, πέντε φορές ο Μέγας Αρχιερέας παρακαλεί τον ουράνιο Πατέρα για την ενότητα της Εκκλησίας· «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς». Και πρέπει ακριβώς εδώ να προσέξουμε στο «καθώς ημείς»· πρότυπο δηλαδή της ενότητας της Εκκλησίας είναι η ενότητα και απόλυτη συμφωνία των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που είναι ο ένας και αληθινός Θεός.

 

Κάθε φορά που η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη των αγίων Πατέρων τιμά όλους τους Πατέρες και Ποιμένες της, τους αρχαίους και τους νέους, τους επιφανείς και τους αφανείς- τον κάθε μεγάλο, μα και τον κάθε μικρό και ταπεινό ιερέα, που έζησε με το βάρος της ιεροσύνης και με τη βαθειά συναίσθηση της ευθύνης απέναντι των ανθρώπων, που του εμπιστεύτηκε ο Μέγας Αρχιερέας της Εκκλησίας. Το πιό μεγάλο κακό στην Εκκλησία είναι η αίρεση και το σχίσμα και το πιό μεγάλο κρίμα για τον ποιμένα της Εκκλησίας είναι εξαιτίας του να διχαστούν οι πιστοί, είτε για κακοδιδασκαλία είτε για φιλοδοξία είτε για αμέλεια και απροσεξία στο βίο του είτε για οποιαδήποτε άλλη κακή γνώμη του και πράξη. Η Εκκλησία τους κακούς ποιμένες τους αναθεματίζει, τους καλούς τους τιμά και τους εορτάζει· είναι οι Ποιμένες και Διδάσκαλοι και Πατέρες. Αμήν.

 

(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, «Επί πτερύγων ανέμων» τ. Α΄, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, σ. 124-128)

 

Η απάντηση της ταπείνωσης. (Κυριακή του Τυφλού)


«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ»

 

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.

Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.

 

Η σιωπή του Θεού

 

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με το Θεό, και γι’ αυτό η άρνηση του Κυρίου είναι άμεση και κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).

Ο Θεός ήλθε στον κόσμο αλλά κρύβεται ακόμη και μέσα στη φανέρωσή Του. Ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νιώσει. μέσα σ’ αυτή τη σιωπή δηλώνει την αγάπη Του για τον άνθρωπο. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.

Κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Γι’ αυτό ο Θεός κλείνεται μέσα στη σιωπή της οδυνώμενης αγάπης Του. Ο Θεός δε δίνει διαταγές. Μας προσκαλεί σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Ο Πατέρας είναι Πατέρας χωρίς να επιβάλει την πατρότητά του. Ο Χριστός έρχεται για να καθίσει στο «τραπέζι των αμαρτωλών», και σταυρώνεται από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτά ένας ασκητικός συγγραφέας του 6ου αι., «πέθανε ποτέ για τη σύζυγό του, και ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ να παντρευτεί έναν εσταυρωμένο; Ο Κύριος μνηστεύθηκε την Εκκλησία, της έδωσε μια προίκα με το αίμα Του, και της σφυρηλάτησε ένα δαχτυλίδι με τα καρφιά της σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.

 

Συ, πιστεύεις;

 

Ο Χριστός δεν απευθύνεται ποτέ στη λογική, δεν παραθέτει αποδείξεις, μήτε επιχειρήματα, δε ρωτά: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Το μόνο που ρωτά είναι: «Πιστεύεις;». Και στο ερώτημα αυτό μια καθαρή καρδιά μόνο αυτό μπορεί να απαντήσει: «Πιστεύω, κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Την ώρα. λοιπόν, που μας βαραίνει η αμφιβολία για την παρουσία του Θεού, την ώρα που μας βαραίνει η μοναξιά, μόνο η βαθιά ταπείνωση έρχεται σε βοήθειά μας. Αυτή, η ταπείνωση, κάνει τον άνθρωπο να καταθέτει μπροστά στον Σταυρό του Χριστού ολόκληρο το είναι του. Και τότε έξαφνα ο Χριστός σηκώνει αντί για μας αυτό το βάρος: «Μάθετε απ’ εμού… ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστι» (Ματθ. 11, 30). Και ο λόγος αυτός δεν είναι απάτη· είναι φως μέσα στην κόλαση του σημερινού κόσμου.

 

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 136-138)

Πώς αλλάζει ο κόσμος;


 

     Τί νόημα έχουν όλες αυτές οι ευαγγελικές αφηγήσεις θαυμάτων του Χριστού, που έγιναν πριν από 2.000 χρόνια σε μια εποχή σαν την σημερινή, όπου η καθημερινή επικαιρότητα είναι τόσο εντυπωσιακή, που κάνει να ξεχαστούν και τα πιό συγκλονιστικά γεγονότα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα;

      Δεν είναι άλλωστε λίγοι οι χριστιανοί εκείνοι, που αποφεύγουν να διαβάζουν την Άγια Γραφή, με τη δικαιολογία ότι όσα γράφει είναι γνωστές ιστορίες, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εποχή μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όσο εντυπωσιακές κι αν είναι οι ιστορίες αυτές, αν τις δούμε απλώς ως αφηγήσεις για γεγονότα που συνέβησαν πριν από είκοσι αιώνες, η άξια τους χάνεται και συχνά μας αφήνουν εντελώς αδιάφορους.

      Όμως την Αγία Γραφή δεν την διαβάζουμε για να μάθουμε το τί έγινε το 1200 π.Χ. ή το 60 μ.Χ., αλλά επειδή πιστεύουμε ότι περιέχει τον ζωντανό λόγο του Θεού, που, ως τέτοιος, απευθύνεται στους ανθρώπους όλων των εποχών. Ως ζωντανός λόγος του Θεού, η Άγια Γραφή δεν χάνει ποτέ την επικαιρότητά της, αλλά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν αποκτούν σε κάθε εποχή καινούριο νόημα, ανάλογα με τα ερωτήματα που κάθε φορά θέτουμε στο κείμενο.

     Είναι ο Ίδιος ο Θεός, αυτός που απαντά στα ερωτήματά μας, αυτός που μας ανοίγει τα μάτια, για να κατανοήσουμε τις απαντήσεις Του και να δούμε κάθε φορά τα πράγματα από μιαν άλλη οπτική γωνία. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε να δούμε. Με αυτό το πρίσμα οφείλουμε να προσεγγίσουμε και τις αφηγήσεις για τα θαύματα του Χριστού. Στόχος δεν είναι ο εντυπωσιασμός των ακροατών με την περιγραφή της δύναμης του Ιησού, αλλά συνιστούν ένα διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας, για το ποιός είναι ο Ιησούς και ποιό είναι το έργο Του.

      Τα θαύματα είναι δείκτες αυτού που αποκαλούμε «βασιλεία του Θεού», παραστατικές εικόνες, που μας βοηθούν να καταλάβουμε το πώς θα είναι ο καινούριος κόσμος τον οποίο ο Χριστός εξήγγειλε με τη διδασκαλία Του, εγκαινίασε με την Ανάστασή Του, και οι ανά τους αιώνες μαθητές Του, από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα, αγωνιζόμαστε να πραγματώσουμε.

      Ο Ιησούς με τα θαύματά Του δεν άλλαξε τον κόσμο, δεν απάλλαξε τον κόσμο από το κακό, αλλά οι αφηγήσεις των θαυμάτων αυτών λειτουργούν για μας ως παραδείγματα, που δείχνουν σε επιμέρους περιπτώσεις τις δυνατότητες που έχουμε ως χριστιανοί να εξαφανίσουμε το κακό από τον κόσμο…

     Η συνέπεια όμως της ατομοκεντρικής νοοτροπίας μας είναι ότι έχουμε πάψει πια να πιστεύουμε στην αποτελεσματικότητα των μέσων που διαθέτουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο. Κατ’ εξοχήν τέτοια μέσα είναι η προσευχή και η νηστεία. Δυστυχώς κατανοούμε την προσευχή και τη νηστεία ως θρησκευτικές υποχρεώσεις μας, ως μέσα που εξασφαλίζουν την ατομική μας σωτηρία, και όχι ως μέσα για να επιτύχουμε τη μεταμόρφωση της κοινωνίας,

     Έτσι, όταν η προσευχή περιορίζεται σε αιτήματα για την ατομική μας ευημερία και δεν έχει ως στόχο και προοπτική τον κόσμο ολόκληρο, όταν δεν είναι ένας ειλικρινής διάλογος με τον Θεό, προκειμένου να οδηγηθεί κανείς σε ορθές επιλογές στη ζωή του, αλλά γίνεται από ανάγκη ή από φόβο, τότε δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

      Και αν η νηστεία μας δεν είναι μια συνειδητή πράξη παραίτησης από ορισμένα αυτονόητα δικαιώματά μας, όπως είναι π.χ. το φαγητό, όταν δεν αποτελεί μια συνειδητή δήλωση ότι είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε κάτι από τον εαυτό μας υπέρ των άλλων και του κόσμου ολόκληρου, τότε είναι άχρηστη…

 

(Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Καθηγητή Α.Π.Θ., «Κυριακοδρόμιο», εκδ. Ἀρτος Ζωής)

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers