Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ’ Category

Από τις συμβουλές του Γέροντος Πορφυρίου.

Ιανουαρίου 14, 2012 1 Σχολιο

 

1. Κάνε το σταυρό σου και περιφρόνησε το διάβολο.

 

Άφησέ τον αυτόν, μου έλεγε ο π. Πορφύριος για το διάβολο. Μην του δίνεις σημασία. Όσο του δίνεις σημασία, τόσο περισσότερο σε πλησιάζει. Αν θέλεις να τον διώξεις, να τον απομακρύνεις από κοντά σου, πάψε να του δίνεις σημασία. Περιφρόνησέ τον. Μόνο η περιφρόνηση του αξίζει. Από τη στιγμή που θα αρχίσει να την εισπράττει, θα αρχίσει και θα υποχωρεί. Μέχρι που, τελικά, θα τραπεί σε φυγή. Η περιφρόνηση αποτελεί το δεύτερο όπλο, μετά τον Τίμιο Σταυρό, κατά του διαβόλου! Και τον μεν Τίμιο Σταυρό τον φοβάται και, κυριολεκτικά, τον τρέμει και τρέπεται σε άτακτη φυγή. Την δε περιφρόνηση δεν την αντέχει. Γιατί είναι υπερόπτης και σκάει από το κακό του! Εξάλλου, αυτή η υπεροψία ήταν αιτία να εκπέσει και να γίνει αυτό που έγινε. Εισέπραξε την τιμωρία του…

 

2. Άλλο το κόμπλεξ, άλλο η ταπείνωση, άλλο η μελαγχολία.

 

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: « Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση· άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι, ότι μερικοί χριστιανοί, από σφάλματα δικά τους ή των άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια. Και οι μέν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζούν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει».

 

3. Να φυλαχθείς από το άγχος.

 

Ανάπηρη κοπέλα, ζήτησε την ευλογία του Γέροντα και τις συμβουλές του, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ζώντας πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο Γέροντας την ευλόγησε και της είπε μεταξύ άλλων: « Προ πάντων να φυλαχθείς από το άγχος. Το άγχος είναι ασθένεια της ψυχής και δεν εξαρτάται από υλικές ελλείψεις. Μπορεί ένας υγιής άνθρωπος να έχει πολλά εκατομμύρια στην Τράπεζα και να ζεί μέσα στο άγχος. Το άγχος καταπολεμείται με την εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού και τον καλόν αγώνα».

 

4. Να μην κατακρίνουμε, διότι ο Θεός θα επιτρέψει να πέσουμε κι εμείς στις ίδιες αμαρτίες.

 

            Μου έλεγε: « Έτσι, μια νοικοκυρά σ’ ένα χωριό, την ώρα που άναβε φωτιά στο φούρνο της για να ψήσει ψωμί, ευχήθηκε να μπορούσε να σουβλίσει και να κάψει ζωντανή στο φούρνο της μια κοπέλα απο γειτονικό χωριό, που έμεινε έγκυος με κάποιο άγνωστο. Σε λίγα χρόνια, όταν ο άνδρας της ξενιτεύτηκε, έμεινε κι εκείνη έγκυος με κάποιο συγχωριανό της». Και κατέληξε: « Γι’ αυτό ο Θεός μας συμβουλεύει να μήν καταρώμεθα κανένα, ούτε τον εχθρό μας, και να ευλογούμε όλους, ακόμη και τους εχθρούς μας».

 

5. Να μην καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε.

 

«Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί· με την κατανόηση και τη βοήθεια θα σωθεί. Τον αμαρτωλό πρέπει να τον αντικρίζουμε με αγάπη και με σεβασμό στην ελευθερία του. Όταν ένα οικογενειακό μας πρόσωπο ρίχνει ένα βάζο από το τραπέζι και το σπάει συνήθως οργιζόμαστε. Αν εκείνη τη στιγμή, την κρίσιμη, με μια κίνηση ψυχικής ανύψωσής μας, δείξουμε κατανόηση και δικαιολογήσουμε τη ζημιά, κερδίσαμε τη ψυχή μας και τη ψυχή του αδελφού μας. Κι αυτή είναι όλη η πνευματική ζωή μας: μια κίνηση ανύψωσής μας, μέσα στις δοκιμασίες των θλίψεων, από την αγανάκτηση του εγωισμού στην κατανόηση της αγάπης».

 

6. Δεν είναι όλοι παλιάνθρωποι, που κάνουν εγκλήματα.

 

« Δεν είναι, βρέ, όλοι φονιάδες, ούτε όλοι παλιάνθρωποι που κάνουν εγκλήματα, αλλ’ είναι ατείχιστοι, δεν αγωνίζονται, δεν εξομολογούνται, δεν μεταλαμβάνουν, δεν προσεύχονται, δεν προσπαθούν. Κι είναι καλές ψυχές, αλλά μένουν έτσι, ξέφραγα αμπέλια, όπως λέει η λαϊκή έκφραση. Και τους πιάνει και τους σηκώνει το κακό. Και τους βάνει να κάνουνε φόνο και να κάνουν τόσα και μετά, μετά από λίγο μετανοιώνουνε, στενοχωριούνται, υποφέρουνε, νιώθουν σαν να’ ναι στην κόλαση».

 

7. Με την κατάκριση σπρώχνουμε τον αδελφό μας πιο χαμηλά.

 

«Όταν ο αδελφός μας σφάλλει, εμείς πρέπει να βαστάξουμε τον πειρασμό του. Η αληθινή αγάπη μας εμπνέει να κάνουμε θυσίες χάριν του πλησίον. Όπως ο Χριστός, όταν τον σταύρωναν, παρακαλούσε τον ουράνιο Πατέρα του να συγχωρήσει τους σταυρωτές του, διότι δεν ήξεραν τί κάνουν. Χωρίς θυσία, με την κατάκριση μας, σπρώχνουμε τον αδελφό μας που αμάρτησε, να πέσει πιο χαμηλά, ενώ με τη σιωπηλή θυσία της αγάπης μας και τη μυστική προσευχή μας για εκείνον, ξυπνάμε τη συνείδησή του, που σηκώνεται και τον κατηγορεί κι έτσι μετανοεί και διορθώνεται».

 

8. Ψυχολογικές δυσκολίες.

 

«Όταν σου κάνει κλοιό ο σατανάς και σε πιέζει, μη μένεις ακίνητος, όπως μερικοί που μελαγχολούν και σκέπτονται επί ώρες, σαν να τους απασχολούν πολύ σοβαρά προβλήματα, ενώ δεν συμβαίνει τίποτε απ’  αυτά απλώς τους έχει καθηλώσει ο σατανάς. Να έχεις ετοιμότητα αντιδράσεως, να αντιστέκεσαι, να αποκρούεις την πολιορκία του σατανά, όπως ένας άνθρωπος που τον πιάνουν κάποιοι κακοποιοί και τον καθηλώνουν και τότε εκείνος κάνει μια απότομη κίνηση και τινάζοντας τα χέρια του, τους πετά από δω κι από κει, ξεφεύγει το σφίξιμό τους και στρέφεται πρός την άλλη κατεύθυνση, πρός τον Χριστό, που τον ελευθερώνει».

 

(Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου, «Ανθολόγιο Συμβουλών», εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι – Αττικής).

Κατηγορίες:ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Λόγος στην παραμονή των Φώτων. (Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου)

Ιανουαρίου 5, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο


 

      [...] Αλλά τί να πούμε και για τον προερχόμενον από την έρημον Ιωάννη, το παράδοξο αυτό και πολυπόθητο για τους Ισραηλίτες θέαμα, τον άγγελο του Θεού, ο οποίος χειροτονήθηκε απόστολος πριν τους Αποστόλους; Όμως ένας τόσο μεγάλος Βασιλιάς τέτοιο στρατιώτη έπρεπε να έχει, αυτόν τον τόσο μεγάλο Προφήτη, ο μέγιστος Αρχιερεύς. Και ας κατανοήσουμε ποιό και πόσο μεγάλο μυστήριο έχουμε ενώπιον μας: επειδή ήταν ανάρμοστο, ενώ παρευρίσκεται ο νυμφαγωγός, να απουσιάζει ο νυμφίος, και ενώ η φωνή αναβοά, να μην ακούεται ο Λόγος, τί γίνεται, πώς τα οικονόμησε ο Θεός; Συστέλλεται κάπως στην αφάνεια ο Ιωάννης από τη βρεφική ακόμη ηλικία, ζώντας υπερφυσικά σαν κάποιος «λύχνος υπό μόδιον (κάδο)» μέσα στην έρημο· και εκεί ακούει θείες φωνές και αξιώνεται να δει θείες οπτασίες· μυσταγωγείται στα απόρρητα και διδάσκεται, όπως τότε που ήταν ακόμη έμβρυο, ποιός είναι ο Ιησούς, ότι δηλαδή είναι Υιός Θεού, και ότι εκείνος στον οποίο θα δει την πνευματοειδή περιστερά να «καταβή και να μείνη επ’ αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίσων (που θα βαπτίσει) εν Πνεύματι Αγίω».

Και όταν συμπληρώθηκε «το μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» και η περίοδος της τριακονταετούς παρατάσεως έλαβε τέλος, τότε  «και ο λύχνος επί την λυχνίαν καιόμενος, και φαίνων πάσι τοις εν τη οικία αγαλλιάσιμα» – εάν εννοήσουμε ως οικία την Ισραηλιτική Συναγωγή. Επεφάνη δε τότε και το αληθινό φως που φωτίζει τον κόσμο. Ω του θαύματος! Ο ήλιος προς τον αστέρα, ο λόγος προς τη φωνή, ο νυμφίος προς τον φίλο, επειδή αυτό ήταν το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, ώστε με αυτόν τον τρόπο της προσεγγίσεως να εκπληρωθεί στο πρόσωπο του Ιησού «πάσα δικαιοσύνη», και για να μιλήσουμε ευαγγελικά, «ο μεν ένας να αυξάνη, ο δε άλλος να ελαττούται». Πράγματι, πώς θα ήταν δυνατόν να μη ελαττωθεί το φως του λύχνου, ή και να αποσυρθεί εντελώς, αφού ήδη ο Ήλιος της δικαιοσύνης με τα θαύματά του αστραποβολούσε εξαίσια; Βλέπεις πόσο χρονικό διάστημα χρειάσθηκε για να ολοκληρωθεί σωματικά ο Ιησούς, κατά την διάρκεια του οποίου υποτασσόταν στους γονείς του; «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού»! Γιατί άραγε; Όσοι είναι υψηλοί στις θεωρητικές αναβάσεις και γνωρίζουν τα βάθη του Πνεύματος, ας δώσουν ο καθένας τη δική του εξήγηση· κατά τη δική μου γνώμη όμως, για δύο λόγους: για να νομοθετήσει ο νομοθέτης όλων των νομοθετών με τη δική του υποταγή την υπακοή των τέκνων προς τους γονείς και για να αγιάσει όλα τα στάδια της ηλικίας και τρίτον για να μην επιδείξει ο παντέλειος κάποια ξένη προς τη δική μας και ανόμοια βιοτή, εφ’ όσον μάλιστα ήθελε να μας παρουσιάσει τον τέλειο τρόπο ζωής. Αφού και τώρα, μολονότι είχε φθά­σει στην τελεία ανδρική ηλικία, ο Άρειος τόλμησε να διακηρύξει ότι το σώμα του ήταν άψυχο· ο δε Απολινάριος, ακολουθώντας τον προηγούμενο ως προς την ασέβεια, να φλυαρήσει ότι ο Κύριός μας δεν είχε νου· ο δε νέος Μανιχαίος φθάνοντας στο αποκορύφωμα της ασέβειας, να δογματίσει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται. Και ας δούμε πόση είναι η διαφορά του ενός από το άλλο· αυτός μεν που δίδει τον χαρακτηρισμό του άψυχου, αφαιρεί τη ζωή από το σώμα του Δεσπότη· διότι ό,τι στερείται ψυχής, βρίσκεται βεβαίως και έξω από τη ζωή. Εκείνος δε που φλυαρεί ότι ο Κύριος είναι άνους, τον συναριθμεί με την άλογη φύση επειδή κάθε τι που δεν έχει νου είναι και άλογο· ο άλλος δε που υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται, αρνείται εντελώς τη σωματική φύση του Δεσποτικού σώματος· διότι αφού δεν εικονίζεται σημαίνει ότι είναι ασώματο. Πράγματι αν έχει σώμα, και κάθε σώμα μπορείς να το αγγίσεις, και έχει κάποιο χρώμα, αναγκαίως έπεται ότι ημπορεί και να εικονισθεί, έκτος βέβαια εάν περιττολογούμε· διότι εάν δεν είναι δυνατόν να εικονισθεί, τότε αναμφιβόλως εξέρχεται από τα όρια του σωματικού και ανήκει στη φύση των ασωμάτων. Τίποτε, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα που ασεβεί, όταν υποστηρίζεται και από τη δύναμη της εξουσίας.

     Ας ανυψώσουμε όμως το βλέμμα στις προφητικές θεοπτίες και ας δούμε πως προτυπώνεται σ’ αυτές το ιερότατο βάπτισμα· διότι σ’ αυτό μας καλεί η συνέχεια του λόγου. Τί λέγει λοιπόν ο Ησαΐας; Ας αναφέρουμε εκλεκτικά- «Ευφράνθητι έρημος διψώσα, ότι ερράγη (θα αναβλύσει) εν ερήμω ύδωρ, και φάραγξ εν γη διψώση». Απευθύνεται δηλαδή στην ανθρωπινή φύση, αυτή που είναι έρημος όσον αφορά την καρποφορία, η οποία προϋποθέτει πίστη και αγαθά έργα· και ως εκ τούτου, επειδή διψά το ύδωρ της υιοθεσίας, ανέβλυσε προς χάριν της σαν ρεύμα ποταμού το ύδωρ του Βαπτίσματος στον Ιορδάνη· και τότε τί έγινε; «Και έσται η άνυδρος εις έλη», εννοεί πλούσια σε πίστη· «και εις την διψώσαν γην, πηγή ύδατος έσται», η κρήνη αυτή της υιοθεσίας δηλαδή· «και εκεί έσται ευφρο­σύνη ορνέων», εκείνων δηλαδή που αναγεννιούνται με το βάπτισμα, οι οποίοι ως προς τον τρόπο της ζωής μοιάζουν με τα όρνεα, αφού και αυτά εκ φύσεως ευχαριστούνται να διαβιώνουν στα νερά. Αλλά και κατά τον Γεδεών τί είναι η πλήρης ύδατος λεκάνη; Και εδώ ο λόγος σημαίνει την όμοια με μήτρα κολυμβήθρα, η οποία έχει σχήμα κυκλικό και είναι τορνευμένη από παντού, όπως η αναμαρτησία· σ’ αυτήν ξεχύθηκε η ιαματική δροσιά του νοητού πόκου, η πλήρης Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναγεννιούνται οι «νεοτελείς παίδες» του Θεού αντικαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την «εκ σαρκός και αίματος» γέννησή τους· και ανυψώνονται «εις άνδρα τέλειον» τό­σον, ώστε να κατανικούν με την Τριαδική λατρεία το γένος των δαιμόνων. Και κατά τον Ηλία όμως, τί είναι η τριπλή έκχυση του ύδατος επάνω στο θυσιαστήριο και στο ολοκαύτωμα; Θεωρώ ότι φανερώνει ή την τριττή υπόσταση της θείας μακαριότητας, την οποίαν επικαλείται ο ιερέας κατά το βάπτισμα, ή την τριττή κατάδυση του βαπτιζόμενου. Και ο Νεεμάν ανέρχεται από το νερό, σύμφωνα με τη διαταγή του Ελισαίου, πλήρως καθαρισμένος· «επέστρεψε», λέγει, «η σαρξ αυτού ως σαρξ παιδαρίου μικρού, και εκαθαρίσθη». Το θαύμα αυτό συμβολίζει την πλήρη απαλλαγή του βαπτιζομένου από τις πληγές των αμαρτιών, και σημαίνει ότι αυτός ανέρχεται από το νερό με ψυχή καθαρισμένη από κάθε κηλίδα των προηγούμενων πλημμελημάτων.

Εάν μάλιστα θέλεις να μάθεις και το άμισθο της πνευματικής αναγεννήσεως, άκουσε τον Ησαΐα που λέγει; «Οι διψώντες. πορεύεσθε εφ’ ύδωρ και όσοι μη έχετε αργύριον, βαδίσαντες αγοράσατε, και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής». Όποιος δηλαδή επιθυμεί κάποιο χάρισμα, ακόμη και αν δεν το λάβει, κέρδισε ζωή. Αλλά αυτά ούτως ή άλλως λαμβάνονται και μετέχοντα εδώ μερικώς· και η ιδική μου δε πτωχή διάνοια προσκόμισε ανάλογο με τη δεκτικότητά της αφιέρωμα στα προεόρτια. Συ όμως, παρακαλώ, κοίταξε τι γεγονότα θαυμαστά παρατηρούνται· οι κολυμβήθρες έχουν γεμίσει από νερά·  βλέπουμε τις πηγές και τις βρύσες, τους ποταμούς και τις λίμνες να έχουν γίνει δοχεία του Πνεύματος· η φύση των υδάτων ανυψώθηκε σε τιμή υπέρτιμο· φώτα πολύμορφα που μοιάζουν με αστέρια ετοιμάζονται να φωτίσουν  όλη τη γη κατά την ιερή εκείνη νύκτα. Σε κάθε δε πόλη και χώρα υπάρχουν κήρυκες της Εκκλησίας, οι οποίοι ιερουργούν τα θεία και υψηλά αυτά μυστήρια και αγιάζουν τα ύδατα διά της επιφοιτήσεως σε αυτά του θείου Πνεύματος. Είθε με την μετάληψή τους να αγιαστούμε και εμείς και να φωτισθούμε αυτή την ημέρα από το γεμάτο φως Πνεύμα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

 

(Πηγή: «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, σ. 642-646.)

 

 

Ο γέρων Πορφύριος «με μια παρέα χίπηδες».

Ο Γέροντας Πορφύριος διηγήθηκε κάποτε: «Μιά φορά με επισκέφθηκε ένας χίπης. Ήταν ντυμένος με κάτι πολύχρωμα, παράξενα ρούχα, φορούσε χαϊμαλιά και κοσμήματα και ζητούσε να με δει. Οι μοναχές ανησύχησαν, ήρθαν και με ρώτησαν και είπα, ας περάσει. Μόλις κάθισε απέναντι μου, είδα την ψυχή του. Είχε καλή ψυχή, αλλά πληγωμένη και γι’ αυτό επαναστατημένη.

Του μίλησα με αγάπη κι εκείνος συγκινήθηκε. Γέροντα, μου λέει, κανείς μέχρι σήμερα δεν μου μίλησε έτσι. Είπα το όνομά του κι εκείνος παραξενεύθηκε, πώς το γνώριζα. Έ, του λέω, ο Θεός φανέρωσε και τ’ όνομα σου και ότι ταξίδεψες μέχρι την Ινδία και γνώρισες εκεί τους γκουρού και τους ακολούθησες. «Απόρησε πιο πολύ. Του είπα κι άλλα πράγματα για τον εαυτό του, κι έφυγε ευχαριστημένος. Την άλλη εβδομάδα, νά σου και καταφθάνει ο ίδιος με μια παρέα χίπηδες.
Μπήκαν όλοι μαζί στο κελί μου και κάθισαν γύρω μου. Ήταν μαζί τους και μια κοπέλα. Τους συμπάθησα πολύ. Ήταν καλές ψυχές, αλλά πληγωμένες. Δεν τους μίλησα για το Χριστό, γιατί είδα ότι δεν ήταν έτοιμοι ν’ ακούσουν. Τους μίλησα στη γλώσσα τους, για πράγματα που τους ενδιέφεραν. Όταν τελειώσαμε και σηκώθηκαν να φύγουν, μου είπαν: Γέροντα, θέλουμε μιά χάρη: να μας επιτρέψεις να σου φιλήσουμε τα πόδια. «Εγώ ντράπηκα, αλλά τι να κάνω, τους άφησα. Μετά μου έδωσαν δώρο μιά κουβέρτα. Θα φωνάξω να τη φέρουν, να την δεις. Είναι πολύ ωραία. «Έπειτα από καιρό με επισκέφθηκε η κοπέλα, η χίπισσα, μόνη της. Την έλεγαν Μαρία.
Είδα ότι η Μαρία ήταν πιό προχωρημένη στην ψυχή από τους φίλους της και της πρωτομίλησα για το Χριστό. Δέχτηκε τα λόγια μου. Ήρθε κι άλλες φορές, έχει πάρει καλό δρόμο. Είπε μάλιστα η Μαρία στους φίλους της: «Βρέ παλιόπαιδα, δεν φαντάσθηκα ποτέ, οτι θά γνώριζα το Χριστό, μέσα από μιά χίπικη παρέα».

Μου έκανε εντύπωση το περιστατικό. Το διορατικό και ποιμαντικό χάρισμα του Γέροντα συνεργάσθηκαν για να ελκύσουν, με την αληθινή αγάπη, τα παραστρα­τημένα, αλλά αξιοσυμπάθητα αυτά παιδιά, που ίσως κάποιοι πιετιστές θα τα αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση. Τα παιδιά αυτά ζήτησαν από τό Γέροντα κάτι, που μ’ έκανε να ντραπώ για τον εαυτό μου: Να φιλήσουν τα πόδια του• κι ήταν η πρώτη τους επίσκεψη! «Εγώ τόσα χρόνια πηγαινοερχόμουν και δεν είχα την ταπείνωση να διανοηθώ κάτι τέτοιο. Τα παιδιά, σαν την αμαρτωλή, που έπλυνε τα πόδια του Χριστού με το μύρο και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, φίλησαν τα πόδια του Γέ­ροντα και του χάρισαν και μια κουβέρτα. ο Γέροντας χαιρόταν το δώρο τους σαν παιδί, όχι βέβαια για την υλική αξία του, αλλά για ό,τι πνευματικό συμβόλιζε.

Θαύμασα τους απίθανους δρόμους που ακολουθεί η θεία χάρη, για να σώσει ψυχές.

Από την ημέρα εκείνη φιλούσα κι εγώ τα πόδια του Γέροντα, όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, χωρίς να τον ερωτώ.

ΠΗΓΗ:
Πενταπόσταγμα.

Κατηγορίες:ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

 

 
 Μεσημέρι, δύο η ώρα, βρίσκομαι στην Πλατεία Αγίων Αναργύρων Αθηνών. Είμαι σταματημένη στο φανάρι προς Αθήνα. Με πλησιάζει ένας κύριος. -Μενίδι, σας παρακαλώ, πάμε; -Όχι! του απάντησα, δεν προλαβαίνω. Όντως δεν προλάβαινα, γιατί τρεις η ώρα έπρεπε να παραδώσω το ταξί στον Πειραιά.
Ο κύριος στεκόταν μπροστά μου περιμένοντας να περάσει άλλο ταξί. Κάτι μέσα μου μου έλεγε να τον εξυπηρετήσω. Του έκανα νόημα να έρθει. Μόλις μπήκε στο ταξί αναφώνησε: «-Δεν είναι δυνατόν!» Και παίρνει τη φωτογραφία του Γέροντα Πορφυρίου στα χέρια του και τη φιλάει. Την στιγμή εκείνη έχει ανάψει το φανάρι και έστριβα το τιμόνι προς Μενίδι. Ήθελα να του πάρω από τα χέρια τη φωτογραφία, μα όταν τον είδα με τι λαχτάρα τον κοιτούσε, ντράπηκα για τη σκέψη μου.
-Τον γνωρίσατε, με ρώτησε.
-Όχι, από τα βιβλία του τον γνώρισα και τον αγαπώ πάρα πολύ.
-Θέλεις, κοπέλα μου, να σου πω πώς τον γνώρισα εγώ;
-Και βέβαια θέλω, του είπα με χαρά.
-Άκου η γυναίκα μου ήταν άρρωστη βαριά, είχε καρκίνο- οι γιατροί μάς έδωσαν τρεις μήνες το πολύ ζωή. Εκείνη τη χρονιά ο γιος μου ο μεγάλος τελείωνε το Λύκειο. Και μας ανακοίνωσε πως έχει κανονίσει με άλλα δέκα παιδιά, συμμαθητές του, να πάνε στο Άγιο Όρος για μια εβδομάδα. Είπαμε εντάξει. Τα παιδιά έφυγαν.
Στο μεταξύ η γυναίκα μου χειροτέρεψε. Ο γιατρός που την παρακολουθούσε μας είπε πως το τέλος ήταν κοντά. Τον ρωτήσαμε με αγωνία: «-Γιατρέ, τι μπορούμε να κάνουμε, να της δώσουμε λίγη ζωή ακόμη;» «-Θα κάνουμε ένα χειρουργείο ακόμη και ο Θεός βοηθός!» μας απάντησε. Εγώ συμφώνησα, η γυναίκα μου όμως αντέδρασε, γιατί ήθελε να περιμένουμε να γυρίσει το παιδί.
Ο γιος μου γύρισε τόσο ευτυχισμένος, τόσο χαρούμενος, που έτσι δεν τον είχαμε δει ποτέ. Μας διηγιόταν πόσο όμορφα ήταν εκεί, πόσο εγκάρδια τους υποδέχθηκαν οι μοναχοί, πόση γαλήνη ένιωσαν μεσ’ στην ψυχή τους. Τόσο πολύ ένιωσε την παρουσία του Θεού, που είχε ξεχάσει πως η μητέρα του ήταν άρρωστη. Τη θυμήθηκε, όταν παρουσιάστηκε μπροστά τους ο Γέρων Πορφύριος. Μας είπε για τον Γέροντα Πορφύριο θαυμαστά πράγματα, που μας φαίνονταν απίστευτα.
-Συγγνώμη, αυτά που λέτε πότε γίνανε; τον διέκοψα.
-Πριν δυο χρόνια.
-Α, πρόσφατα! Λοιπόν, για πέστε μου.
-Όλα τα παιδιά καθόντουσαν κάτω από ένα δένδρο, μιλούσανε και γελούσανε, όταν ξαφνικά είδανε έναν καλόγερο να τα πλησιάζει. Σηκώθηκαν, του φίλησαν το χέρι και ο Γέροντας άρχισε να τους μιλάει προσφωνώντας κάθε παιδί με το όνομά του. Όπως καταλαβαίνεις, τα παιδιά απόρησαν, πού ήξερε τα ονόματά τους και τα οικογενειακά τους. Στο γιος μου είπε: «-Πες της μαμάς σου να μην κάνει χειρουργείο, είναι καλά!» «-Την ξέρετε;» «-Την ξέρω, όλους σας ξέρω!» «-Ποιος είστε;» τον ρώτησε. «-Είμαι ο Γέροντας Πορφύριος», είπε και έφυγε.
Στο γυρισμό από το Άγιο Όρος, σταμάτησαν στην Ουρανούπολη, σε ένα φαρμακείο να πάρουν ασπιρίνες, γιατί τους πείραξε η θάλασσα και ζαλίστηκαν. Μπαίνοντας στο φαρμακείο είδαν την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου και είπαν: «-Να ο Γέροντας Πορφύριος που είδαμε στο Άγιο Όρος!» Μόλις το άκουσε η φαρμακοποιός, σάστισε. «-Συγγνώμη, παιδιά, είδατε αυτόν τον Γέροντα στο Άγιο Όρος;» «-Ναι, τώρα από εκεί ερχόμαστε.» «-Είστε σίγουροι;» «-Βέβαια είμαστε σίγουροι, αφού μιλήσαμε μαζί του.
Και μάλιστα απορήσαμε πού ήξερε τα ονόματά μας και τα οικογενειακά μας. Όταν τον ρωτήσαμε ποιος είναι, μας είπε πως ήταν ο Γέροντας Πορφύριος». «-Παιδιά, είμαι σίγουρη ότι τον είδατε, όμως… Μην τρομάξετε μ’ αυτό που θα σας πω… Ο Γέροντας πέθανε πριν πέντε χρόνια!» Τα παιδιά έπαθαν σοκ! «-Αδύνατον!» της είπαν, «αφού μιλήσαμε!»
Και εγώ και η γυναίκα μου πιστέψαμε πως κάποιον άλλον είδαν, που τον έλεγαν κι αυτόν Πορφύριο και του έμοιαζε. Άλλωστε όλοι οι καλόγεροι μοιάζουν μεταξύ τους. «-Δεν με πιστεύετε, ε; Τέλος πάντων, εμένα μου είπε να μη πας για χειρουργείο, είσαι καλά», είπε το παιδί στη μητέρα του.
Σε δύο μέρες μπήκαμε στο νοσοκομείο. Την επομένη το πρωί θα γινόταν το χειρουργείο. Η ώρα του χειρουργείου έφτασε και, ενώ εγώ περίμενα απ’ έξω με αγωνία, ξαφνικά, βλέπω τη γυναίκα μου να βγαίνει. Έτρεξα κοντά της: «-Τι έγινε;» «-Δεν κάνω χειρουργείο, είμαι καλά!» Από πίσω της βγήκε και ο γιατρός. «-Τι έγινε, γιατρέ;» «-Δεν ξέρω, δεν θέλει να χειρουργηθεί!» «-Σας είπα, είμαι καλά!» «-Κορίτσι μου, τρελάθηκες;» Την πήρα αγκαλιά και προσπαθούσα να την πείσω, πως πρέπει να γίνει η εγχείρηση. «-Σου είπα νιώθω καλά, κάντε μου εξετάσεις και θα δείτε ότι είμαι καλά, το νιώθω!» «-Ωραία!» είπε ο γιατρός, «ας μην την πιέσουμε, αφού νοιώθει καλά.» «- Δεν με πιστεύετε; Ωραία! Κάντε μου εξετάσεις για να πειστείτε.»
Πράγματι έγιναν οι εξετάσεις. Την επομένη μέρα μας ήρθαν και οι απαντήσεις.
Εδώ ο κύριος πήρε μια βαθιά ανάσα.
-Τι έδειξαν οι απαντήσεις;
-Πως ποτέ δεν την άγγιξε η αρρώστια! Οι γιατροί να βλέπουν τις παλιές εξετάσεις και τις καινούργιες και να έχουν τρελαθεί! Δεν μπορεί, θα πρέπει να μπερδεύτηκαν με άλλες, θα ξανακάνουμε αύριο, έλεγαν απορημένοι.
Ωστόσο ήρθε ο γιος μου, που βλέποντας τους γιατρούς μπερδεμένους με τις εξετάσεις, μου λέει.
-Γιατί δεν πιστεύεις αυτά που μου είπε ο Γέροντας Πορφύριος στο Άγιο Όρος;
Τότε πετιέται ένας γιατρός:
-Τι είπες; Ο Γέροντας Πορφύριος τι σου είπε;
-Πως η μαμάς μου είναι καλά και να μην κάνει χειρουργείο!
Ο γιατρός έβγαλε από την τσέπη του τη φωτογραφία του Γέροντα Πορφυρίου.
-Αυτόν είδες, αγόρι μου, στο Άγιο Όρος;
-Ναι, Αυτόν!
-Οι εξετάσεις είναι σωστές! Η γυναίκα σας είναι καλά, μπορείτε να φύγετε και τώρα μάλιστα! Ετοιμαστείτε!
Στη γυναίκα μου οι γιατροί είχαν δώσει τρεις μήνες το πολύ ζωή. Έχουν περάσει δυο χρόνια και είναι μια χαρά, πιο καλά από ότι ήταν πριν την αρρώστια. Γι’ αυτό αγαπούμε πάρα πολύ τον Γέροντα Πορφύριο. Έχουμε πάει και στο Μοναστήρι του πολλές φορές. Και όποτε έχουμε δυσκολίες, εκείνος μας στηρίζει.
Η αφήγηση του κυρίου για ένα ακόμη θαύμα του Γεροντάκου μου, μου έδωσε μεγάλη χαρά. Το μόνο που ψέλλισα, καθώς κατέβαινε ο κύριος, ήταν «ευχαριστώ!»
ΠΟΡΦΥΡΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ: “ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ  ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ”.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers