Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ’ Category

Περί κατάρας – (γ. Παϊσίου)

ΠΟΤΕ ΠΙΑΝΕΙ Η ΚΑΤΑΡΑ;
Γέροντα, πότε πιάνει η κατάρα;
- Η κατάρα πιάνει, όταν υπάρχη στη μέση αδικία. Αν λ.χ. κάποια κοροϊδέψη μια πονεμένη ή της κάνει ένα κακό και η πονεμένη την καταρασθή, πάει, χάνεται το σόι της. Όταν δηλαδή κάνω κακό σε κάποιον και εκείνος με καταριέται, πιάνουν οι κατάρες του. Επιτρέπει ο Θεός και πιάνουν, όπως επιτρέπει λ.χ. να σκοτώση ένας κάποιον άλλον. Όταν όμως δεν υπάρχη αδικία, τότε η κατάρα γυρνά πίσω σε αυτόν που …την έδωσε.
- Και πως απαλλάσσεται κάποιος από την κατάρα;
- Με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Έχω υπόψιν μου πολλές περιπτώσεις . Άνθρωποι που ταλαιπωρήθηκαν από κατάρα, όταν το κατάλαβαν ότι τους καταράσθηκαν γιατί είχαν φταίξει, μετάνοιωσαν, εξομολογήθηκαν και τακτοποιήθηκαν. Αν αυτός που έφταιξε πη: « Θεέ μου, έκανα αυτό και αυτό, συγχωρεσέ με … » και εξομολογηθή με πόνο και ειλικρίνεια, τότε ο Θεός θα τον συγχωρήση. Θεός είναι.
- Και τιμωρείται μόνον αυτός που δέχεται την κατάρα ή και αυτός που την δίνει;
- Αυτός που δέχεται την κατάρα, βασανίζεται σε αυτήν την ζωή, θα βασανίζεται και στην άλλη, γιατί ως εγκληματίας θα τιμωρηθή εκεί από τον Θεό, αν δεν μετανοήση και δεν εξομολογηθή. Γιατί, εντάξει, μπορεί κάποιος να σε πείραξε. Εσύ όμως με την κατάρα που δίνεις, είναι σαν να παίρνης το πιστόλι και να τον σκοτώνης. Με ποιο δικαίωμα το κάνεις αυτό; Ό,τι κι να σου έκανε ο άλλος ,δεν έχεις δικαίωμα να τον σκοτώσης . Για να καταρασθή κανείς, σημαίνει ότι έχει κακία. Κατάρα δίνει κανείς, όταν το λέη με πάθος, με αγανάκτηση.

Η κατάρα, όταν προέρχεται από άνθρωπο που έχει δίκαιο, έχει μεγάλη ισχύ. Ιδίως η κατάρα της χήρας. Θυμάμαι, μια γριά είχε ένα αλογάκι και το έβαζε στην άκρη του δάσους να βοσκήση. Επειδή ήταν λίγο ζόρικο, είχε βρει ένα γερό σκοινί και το έδενε. Μια φορά πήγαν στο δάσος τρεις γυναίκες να κόψουν ξύλα. Η μία ήταν πλούσια, η άλλη χήρα ήταν ορφανή και πολύ φτωχιά . Είδαν το άλογο που ήταν δεμένο με το σχοινί και βοσκούσε και είπαν: « Δεν παίρνουμε το σχοινί να δέσουμε τα ξύλα; » Το έκοψαν στα τρία και πήρε η καθεμιά από ένα κομμάτι να δέσουν τα δεμάτια τους. Επόμενο ήταν να φύγη το άλογο. Όταν ήρθε η γριά και δεν βρήκε το ζώο, αγανάκτησε. Άρχισε να το ψάχνη παντού.  Παιδεύτηκε πολύ να το βρη. Τελικά, όταν το βρήκε, είπε αγανακτισμένη: « Με το ίδιο το σχοινί να την κουβαλήσουν αυτήν που το πήρε » . Μια μέρα, ο αδελφός της πλούσιας έκανε αστεία με ένα όπλο από αυτά που είχαν αφήσει οι Ιταλοί – και χτύπησε την αδελφή του στο λαιμό. Έπρεπε να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο και χρειάσθηκε σχοινί, για να την δέσουν επάνω σε μια ξύλινη σκάλα. Εκείνη την ώρα βρέθηκε το ένα κομμάτι σχοινί, το κλεμμένο, αλλά δεν έφθανε. Έφεραν και οι δύο άλλες γειτόνισσες τα δικά τους κλεμμένα κομμάτια και την έδεσαν στην σκάλα και την μετέφεραν στο νοσοκομείο. Έτσι πραγματοποιήθηκε η κατάρα της γριάς. « Με το ίδιο σχοινί να την κουβαλήσουν ». Και τελικά πέθανε η καημένη. Ο Θεός να την αναπαύση. Βλέπετε, έπιασε η κατάρα στην πλούσια, που δεν είχε οικονομική ανάγκη. Οι άλλες είχαν την φτώχεια τους, είχαν κάποια ελαφρυντικά.

Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! (Γέροντος Παϊσίου)

Μαρτίου 26, 2012 1 Σχολιο

 

 

Στην πνευματική ζωή είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο, τότε νιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν τη χαρά! Να μάθετε να χαίρεστε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι, όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα Σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ, αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!

Ένα πρωί στο Καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στη πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιός είναι, γιατί δεν ήταν ακόμη η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώματα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα τη πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για τη ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. «Τί δουλειά κάνεις, παλληκάρι;», τον ρώτησα. «Τί δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στη φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρόνων». «Καλά, βρω παλληκάρι, τί έκανες, και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε τη καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου, άλλα και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτίρια, αίθουσες κ.λπ. ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά· δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη»· εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στη φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στη φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στη φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν, καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές». Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλό και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνεις. Άκου τί θα σου πω. Θα με ακούσεις;». «Θα σε ακούσω, πάτερ», μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτήν την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθείς με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημά σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτε να δώσει σε ένα φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί, εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στη καρδιά». Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει τη συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα του από τις φυλακές του Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα έξης: «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις, που σου γράφω πάλι από τη φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή τη φορά υπηρετώ μια φυλάκιση την όποια είχα υπηρετήσει· κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι, επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά τη πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Διά Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από τη χαρά που ένιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!

-     Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;

Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε Συναξάρια ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στη φυλακή, τον είχαν μέσα στη πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθεί, άλλα πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μια φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δυό φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη! Τη χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν τη δική του χαρά.

Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθώ και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

 

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Γ΄», σ. 74-77-αποσπάσματα. Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)

Κατηγορίες:ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Θα εύχομαι να σε δω… θεότρελλη! (Γερ. Παϊσίου Αγιορείτου)

Μαρτίου 19, 2012 1 Σχολιο


 

 

Ο θείος  έρως

- Γέροντα, ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;

Ο θείος έρως είναι κάτι ανώτερο από την αγάπη για τον Θεό· είναι τρέλλα. Αγάπη-έρως-τρέλλα, όπως φθόνος-μίσος-φόνος. Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει την καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθεί, και ενώνεται με τον Θεό.

Ο θειος έρως λυγίζει τα σκληρά κόκκαλα και γίνονται τόσο μαλακά, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί όρθιος, πέφτει κάτω! Γίνεται σαν την λαμπάδα που βρίσκεται σε θερμό χώρο και δεν μπορεί να σταθεί όρθια· πότε λυγίζει από εδώ, πότε λυγίζει από εκεί. Τη σιάζεις, αλλά πάλι λυγίζει, πάλι πέφτει, γιατί είναι θερμός ο χώρος, πολύ θερμός… Όταν κανείς βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση και πρέπει να πάει κάπου ή να κάνει κάποια δουλειά, δεν μπορεί· παλεύει, προσπαθεί να βγει από αυτή την κατάσταση…

- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση του θείου έρωτος, αν πονάει, το αισθάνεται;

Ό πόνος, αν είναι πολύ δυνατός, μετριάζεται και γίνεται υποφερτός· αν είναι λίγος, χάνεται. Βλέπεις, όσοι είναι ερωτευμένοι, συνεπαίρνονται τελείως, ούτε ύπνος τους πιάνει. Μου έλεγε ένας μοναχός: «Γέροντα, ο αδελφός μου έχει ερωτευθεί μια γύφτισσα, και ούτε να κοιμηθεί μπορεί. Συνέχεια “Παρασκευούλα μου, Παρασκευούλα μου” λέει. Μάγια του έχουν κάνει; δεν ξέρω! Εγώ τόσα χρόνια καλόγερος, δεν αγαπώ την Παναγία ούτε όσο αγαπάει ο αδελφός μου αυτή τη γύφτισσα! Καθόλου να μη σκιρτάει η καρδιά μου!».

Δυστυχώς υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που σκανδαλίζονται με τη λέξη «θείος έρως». Δεν έχουν καταλάβει τι θα πει «θειος έρως» και θέλουν να βγάλουν τη λέξη αυτή από τα Μηναία και από την Παρακλη­τική, γιατί λένε ότι σκανδαλίζει. Πού φθάσαμε! Αντίθετα, οι κοσμικοί που έχουν ζήσει τον κοσμικό έρωτα, αν τους μιλήσεις για θείο έρωτα, αμέσως λένε: «Κάτι ανώτερο θα είναι αυτό». Πόσα παιδιά που γνώρισαν τον κοσμικό έρωτα τα φέρνω αμέσως σε λογαριασμό, όταν τους μιλώ για τον θείο έρωτα! «Εσείς πέσατε κάτω καμμιά φορά από την αγάπη που νιώσατε; τα ρω­τάω. Νιώσατε ποτέ εσείς έτσι που να μην μπορείτε να κουνηθείτε, να μην μπορείτε να κάνετε τίποτε;». Αμέσως καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι ανώτερο και συνεννοούμαστε. «Αν εμείς, λένε, από αυτό το κοσμικό κάτι νιώθουμε, φαντάσου τί θα είναι εκείνο το ουράνιο!».

 

Η θεία τρέλλα

-   Πώς μπορείς να παλαβώσεις, Γέροντα, από την αγάπη του Θεού;

 

Να συναναστρέφεσαι με …παλαβούς, για να σου μεταδώσουν τη τρέλλα τους την πνευματική! Θα εύχομαι να σε δω …θεότρελλη! Αμήν.

 

Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα από την πνευματική τρέλλα, η οποία προέρχεται από το θείο έρωτα. Φθά­νει τότε ο άνθρωπος στη θεία αφηρημάδα και δεν θέλει να σκέφτεται τίποτε εκτός από το Θεό, τα θεία, τα πνευματικά, τα ουράνια. Ερωτευμένος πια θεϊκά, καίγεται εσωτερικά, γλυκά, και ξεσπάει εξωτερικά, παλαβά, μέσα στο θείο χώρο της σεμνότητος, δοξολογώντας σαν Άγγελος μέρα-νύχτα το Θεό και Πλάστη του.

-   Είναι έκστασις αυτό, Γέροντα;

Ναι, είναι εκτός εαυτού τότε ο άνθρωπος, με την καλή έννοια. Αυτό είναι… «εκστηθί φρίττων ουρανέ».

Η θεία τρέλλα βγάζει τον άνθρωπο έξω από την έλξη της γης· τον ανεβάζει στο θρόνο του Θεού, και νιώθει πια ο άνθρωπος τον εαυτό του σαν το σκυλάκι στα πόδια του αφεντικού του και του γλείφει τα πόδια με χαρά και ευλάβεια.

 

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Ε΄», σ. 205-207 –απόσπασμα- . Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης)

Μοναχισμός και μαρτύριο.(Γερ. Παϊσίου)

Δεκεμβρίου 29, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

«Πρέπει να πέσουν μερικοί για να σωθεί η κατάσταση!»

 

Δύσκολα χρόνια!… Θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πει τράνταγμα; Αν δεν έχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δεν θα αντέξετε. Θεός φυλάξοι, θα φθάσουμε να έχουμε ακόμη και άρνηση πίστεως. Κοιτάξτε να αδελφωθείτε, να ζήσετε πνευματικά, να γαντζωθείτε στο Χριστό. Αν γαντζωθείτε στο Χριστό, δεν θα φοβάστε ούτε διαβόλους ούτε μαρτύρια. Οι άνθρωποι στον κόσμο έχουν από πολλές πλευρές στριμώγματα, φόβους. Αλλά, όταν κανείς είναι κοντά στο Χριστό, τί να φοβηθεί; Θυμάστε τον Άγιο Κήρυκο: Τριών χρονών ήταν και, όταν πήγε να τον… κατηχήσει ο τύραννος, του έδωσε μια κλωτσιά. Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία.

Αυτή η ζωή δεν είναι για βόλεμα, θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τουλάχιστον να πεθάνουμε σωστά! Μια που δεν κάνουμε τίποτε άλλο, αν μας αξιώσει ο Θεός για ένα μαρτύριο, καλά δεν θα είναι; [...]

Ο μοναχός πρέπει να είναι πάντοτε έτοιμος, και τότε δεν φοβάται τίποτε. Τί να φοβηθεί; Το θάνατο; Αυτός θα του ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου, γιατί κάτω από την πλάκα του τάφου είναι κρυμμένο το κλειδί της αιωνιότητας. Άλλωστε ο μοναχός, όποτε και αν πεθάνει, εν μετανοία βρίσκεται. Η φυγή του από τον κόσμο και το σχήμα του αυτό δηλώνουν. Μετανοεί και προχωρεί να κάνει λεπτή πνευματική εργασία. Όσο αυξάνει η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον, τόσο ελαττώνεται η αγάπη για τον εαυτό του, και δεν τον υπολογίζει. Και τότε ισχύει εκείνο που γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Τίποτε δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού».

Τους κοσμικούς η σκέψη τού μαρτυρίου τους αναγκάζει να καταφεύγουν στο Θεό και να λένε από φόβο «Χριστέ μου, Παναγία μου», ενώ ο μοναχός θέλει να είναι συνέχεια κοντά στο Θεό, γιατί Τον αγαπάει. Πολλοί από τους κοσμικούς κάνουν το καλό, γιατί φοβούνται να μην πάνε στη κόλαση. Ο μοναχός όμως κάνει το καλό από ευγνωμοσύνη, για να ευχαριστήσει τον Ευεργέτη του Θεό.

-Γέροντα, πώς θα νιώσω το μαρτύριο και την άσκηση;

-Για να νιώσεις και εσύ λίγο τί θα πει μαρτύριο, να δέχεσαι έστω με χαρά την περιφρόνηση. Εκείνοι που θέλουν να μαρτυρήσουν για την αγάπη του Χριστού, αλλά δεν υπάρχει μαρτύριο, μπορούν την αγάπη τους αύτη, από την οποία καίγονται, να την εκδηλώσουν με άσκηση σωματική για τις ψυχές των κεκοιμημένων που καίγονται, για να βρουν λίγη ανάπαυση. Όπως το μαρτύριο είναι πανηγύρι, έτσι και η άσκηση είναι πανηγύρι, γιατί αποφεύγει κανείς όλη την ανθρώπινη παρηγοριά και βρίσκει την θεία,

Οι άγιοι Μάρτυρες ένιωθαν μεγάλη χαρά που τούς δινόταν ή ευκαιρία να μαρτυρήσουν. Από το μαρτύριο ξεκίνησε ο ασκητισμός στην πνευματική ζωή. Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Μέγας Κωνσταντίνος, έβγαλε τους Χριστιανούς από τις φυλακές -γιατί τους είχαν εκεί, για να τους τελειώσουν- άλλους σακατεμένους κ.λπ., και σταμάτησαν τα μαρτύρια. Αλλά εκείνοι που περίμεναν στις φυλακές με χαρά τη σειρά τους, για να μαρτυρήσουν, όταν ελευθερώθηκαν, πολύ στενοχωρήθηκαν που τους χάλασε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη δουλειά. Εκεί που περίμεναν το μαρτύριο με χαρά, βρέθηκαν ελεύθεροι. Οπότε, από την αγάπη τους προς το Θεό και τη φλόγα που είχαν να μαρτυρήσουν, πήραν τα βουνά. Γι’ αυτό τα μαρτύρια που θα τους έκανε ο Διοκλητιανός, ο Μαξιμιανός, τα έκαναν μόνοι τους στον εαυτό τους με την άσκηση. Άλλος πήγαινε και κρεμιόταν με σχοινιά από τα χέρια σε κανένα δένδρο· προσευχόταν με πόνο, αλλά αγαλλόταν θεϊκά. Άλλος δενόταν για την αγάπη του Χριστού. «Έτσι θα με έδενε, έλεγε, ο Διοκλητιανός»! Και ένοιωθαν μεγάλη χαρά που βασάνιζαν τον εαυτό τους. Ξεκίνησαν οι πρώτοι με αυτή τη θεία τρέλλα, τη θεία παλαβομάρα, και δόθηκαν στην άσκηση για την αγάπη του Χριστού και μετά τους μιμήθηκαν στην άσκηση και άλλοι. Έτσι μπήκε ο ασκητισμός στη θρησκεία μας. Άλλοι πάλι πιο…παλαβοί είπαν «είμαστε πρόβατα του Χριστού!» και έτρωγαν μόνο χορτάρι από τη γη. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι «βοσκοί». Ζούσαν τόσο έντονα τις ευεργεσίες του Θεού και τη δική τους μηδαμινότητα. που έλεγαν: «Είμαι ζώο αχάριστο, σε όλη μου τη ζωή θα τρώω χόρτα», και έτσι έκαναν. Έτρωγαν χόρτα και χαίρονταν. Φτερούγιζε η καρδιά τους από αγάπη προς το Χριστό. «Πρόβατο του Χριστού, έλεγαν, δεν είμαι; Θα τρώω χόρτα». Αργότερα όμως το απαγόρευσε η Εκκλησία, γιατί οι κυνηγοί πολλούς τους περνούσαν για άγρια ζώα και τους σκότωναν.

Σήμερα αυτά δεν μπορούν να τα καταλάβουν οι άνθρωποι θεωρούν ανοησίες! «Γιατί να τρώω χόρτα σαν το ζώο;», λένε ή «για ποιό σκοπό να κρεμιέμαι έτσι και να ταλαιπωρώ το σώμα μου;». Είδες όμως τί λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός να κάνουμε τέτοιες αταξίες», να φθάσουμε σ’ αυτή την πνευματική αταξία.

 

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι. Β΄» – Πνευματική αφύπνιση. Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης-αποσπάσματα)

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers