Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ’ Category

Η τελευταία μέρα του Γέροντα Ιακώβου(+21-11-1991)

Νοεμβρίου 21, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονεμένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περίπου σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτω ση. 21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. Τόσο πολύ που τίποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία. Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του Γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξεχείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.

Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί. 
Στις 10 η ώρα εξομολόγησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύγεις.
Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του Γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρησαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως – γι’ αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του. Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθάριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό Γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτινοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.
Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλλίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σιγά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταματούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μοναστήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο…και το ‘χε βρει ερείπιο, διαλυμένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαινισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι. 
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι.
Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέξιος, μα ο Γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρότανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμισε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του Γέροντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προσεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο…και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ…Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος…ψάλε το Απολυτίκιο τους…
-Παιδί μου, άνοιξε την πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.

Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του…Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι…» κι έγειρε, χάνοντας την ευστάθεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγχρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα…Γονάτισε δίπλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια…άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κάνανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανεπαίσθητος…Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα…έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία…και μια στιγμή έκανε με τα σεπτά χείλη του ένα μικρό φύσημα…
Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ
Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
ΠΗΓΗ.ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΌΛΠΙΟ

Το Πρόσφορο του Γέροντα Ιάκωβου, η γιαγιά & τα εγγονάκια της

Νοεμβρίου 17, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
Εκείνη την εποχή, τα πρώτα χρόνια της ιερωσύνης του, ο π. Ιάκωβος πολλές φορές λειτουργούσε, γιορτές και Κυριακές, στα γύρω μικρά χωριά.
Οι προσκυνητές της Μονής τότε (1950-1970) ήσαν σχεδόν ανύπαρκτοι ή ελάχιστοι. Κι εγώ ο ίδιος, καίτοι είχα υπηρετήσει στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος
ως Πρόεδρος Πρωτοδικών την 2ετία 1971-1973 και είχα έπισκεφθεί προσκυνηματικά πολλά Μοναστήρια της περιοχής (Αγίου Νικολάου Γαλατάκη,
Αγίου Γεωργίου Ιλίων, Αγίου Νικολάου Αμαρύνθου κ.λπ.) δεν είχα επισκεφθεί τον Όσιο Δαβίδ ούτε μία φορά.Μια γιορτή λοιπόν ο Γέροντας λειτούργησε στην εκκλησία ενός μικρού χωριού στο νότιο μέρος της Μονής. Τότε αυτοκίνητο η Μονή δεν διέθετε, γι΄ αυτό
οι Πατέρες εξυπηρετούντο με ένα μουλάρι της Μονής. Είχε μεταβεί λοιπόν ο π. Ιάκωβος στην εκκλησία ενός χωριού με το μουλάρι, με το οποίον,
αφού ετελείωσε την Θεία λειτουργία, την κατάλυση και όλα τα σχετικά, επέστρεφε.

Στο δρόμο ανηφορίζοντας, υπήρχε αριστερά ένα αγροτικό σπιτάκι, στο όποιον έμενε μια φτωχή αγροτική οικογένεια, αποτελούμενη από τους δύο γονείς,
3 μικρά παιδιά, ηλικίας 2-5 ετών, και μία ηλικιωμένη γιαγιά.

Περνώντας κοντά από το σπιτάκι ο π. Ιάκωβος βλέπει την γιαγιά ξαπλωμένη κάτω από μια συκιά στην αυλή του σπιτιού, σκεπασμένη με κουβέρτες.
Όποτε έπλησίασε και την ρώτησε:

-«Τί κάνεις Γερόντισσα, πως περνάς;».
-«Πώς να περνώ παπά μου, κρυώνω, αλλά τί να κάνω. Το σπίτι είναι μικρό
και δεν παίρνει το αντρόγυνο και τα 3 παιδιά κι έμενα. Κι έτσι μένω εγώ εδώ, μέχρις ότου φθινοπωριάσει. Μετά έχει ο Θεός».Τότε ο π. Ιάκωβος λυπήθηκε την γιαγιά όπως την είδε έξωσμένη από το σπιτάκι, κρυωμένη και πεινασμένη. Αλλά τί να της κάνει. Λεφτά δεν είχε, τρόφιμα δεν είχε. Είχε μόνο ένα μικρό πρόσφορο που περίσεψε από την λειτουργία, και πήρε μαζί του διά τους φτωχούς Πατέρες της Μονής.
Κατέβηκε από το μουλάρι  και το έδωσε στην παγωμένη και πεινασμένη γιαγιά, η οποία φίλησε το χέρι του Γέροντα, του είπε χίλια ευχαριστώ και καλά λόγια και το έκρυψε κάτω από τις κουβέρτες.
Ο π. Ιάκωβος ανέβηκε στο μουλάρι του και ξεκίνησε να φύγει. Δεν είχε όμως απομακρυνθεί ούτε 20 μέτρα, οπότε γυρίζοντας το κεφάλι του να δει τί συμβαίνει, γιατί άκουσε φωνές, βλέπει τα 3 εγγονάκια της γιαγιάς να την έχουν πλησιάσει, να αρπάζουν το πρόσφορο του Γέροντα και μπαίνουν τρέχοντας στο σπίτι τους,  ενώ η γιαγιά έκλαιγε και διεμαρτύρετο με κραυγές.Τότε ο Γέροντας, γυρίζοντας πίσω, κατέβηκε από το μουλάρι, ζήτησε το πρόσφορο από την μητέρα των παιδιών, το έκοψε με το μαχαίρι στα δύο,
έδωσε το ένα κομμάτι, το μικρό στη γιαγιά και το άλλο, το μεγάλο, στην μητέρα των παιδιών με την συναίνεση πάντων. Αλλά και την ικανοποίηση πάντων.
Έφυγε δε, αφού προηγουμένως έβαλε τα παιδιά να φιλήσουν το χέρι της γιαγιάς και να ζητήσουν συγχώρεση. Έτσι ηρέμησαν τα πνεύματα και άπεκατεστάθη η ομόνοια και η γαλήνη στην οικογένεια.
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης όπως τον γνώρισα” του Δημητρίου Αλεξ. Τζούμα (Πρωτοπρεσβυτέρου Αρεοπαγίτου ε.τ.), εκδόσεις “Επτάλοφος”

Η παρρησία του π. Ιακώβου στο Θεό.Σύγχρονες μαρτυρίες

Οκτωβρίου 30, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


του Αρχιμανδρίτη π. Κυρίλλου,

Καθηγουμένου  Ιεράς  Μονής  Οσίου  Δαυίδ Ευβοίας

Από το  περιοδικό  «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ»

1. Ο ιερεύς  π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού του Άγιου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι της Ευβοίας ανέφερε τα εξής: «Είχα ένα ογκίδιο στο δεξί μου χέρι. Έκτος των κινδύνων πού έκρυβε, ήταν και αντιαισθητικό. Γι’ αυτό, όταν οι χριστιανοί μου φιλούσαν το χέρι, το κάλυπτα με το ράσο μου. Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος Ιακώβου (22.11.1991) παρεκάλεσα το Γέροντα για το θέμα αυτό. Και καθώς ασπαζόμουν το ιερό σκήνωμα του, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο λείψανο του. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να υποχωρεί, ώσπου εξαφανίστηκε. Μεγά­λη ή χάρη του οσίου Γέροντα. Ας έχουμε την ευχή του!».

2. Η κ. Ανδρομάχη Πασχάλη, κάτοι­κος Λίμνης Ευβοίας, σε επιστολή πού έστειλε στη Μονή γράφει τα έξης:«Στις 18 Νοεμβρίου 1993 παρουσιά­στηκε στην άκρη της γλώσσας μου ένα μικρό κεράτινο ογκίδιο. Περνώντας οι μέρες αυτό μεγάλωσε, κρεμόταν μπρο­στά στη γλώσσα μου και με ενοχλούσε στην ομιλία, την ώρα πού έτρωγα και όταν έπινα νερό. Πέρασαν δυο μήνες από την ημέρα πού το πρωτοείδα, το ογκίδιο εξακολουθούσε να υπάρχει και ή ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Μέσα στη μεγάλη ψυχολογική ένταση πού βρισκόμουν, κι ενώ σκεπτόμουν ότι από Δευτέρα έπρεπε να πάω στην Αθήνα για γιατρό, άρχισα να λέω το πρόβλημα μου στον παππού Ίάκωβο κοιτάζοντας μία μικρή φωτογρα­φία του πού είχα απέναντι στο τραπέζι μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει, να μην αρχίσω τις ατέλειωτες εξετάσεις στους γιατρούς πού χρειάζονται για τέ­τοιου είδους περιστατικά και κατά τις δυο τα μεσάνυκτα ανέβηκα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Το πρωί πού σηκώθη­κα, την ώρα πού έπινα καφέ, διαπίστω­σα ότι δεν με ενοχλούσε τίποτα στη γλώσσα μου. Όλο αγωνία πήγα στον καθρέφτη και είδα ότι το ογκίδιο πού είχα εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε σημάδι. Έτσι απλά παρακάλεσα τον άγιο Ιάκωβο να με βοηθήσει, κι αυτός έτσι απλά με βοήθησε.»

3. Ο πανιερώτατος μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος σε μία από τις επι­σκέψεις του στη Μονή, ως αρχιμανδρί­της τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων θαυμά­των πού επιτελεί ο άγιος Γέροντας Ιά­κωβος σε Κυπρίους αδελφούς μας, τους οποίους αγαπούσε πολύ, και το εξής θαυμαστό:«Είχα φέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντα. Το 1993 με πήρε στο τηλέφωνο ο εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λάρνακος, ο π. Πανα­γιώτης Ζάρος, και μου είπε: «Πάτερ Νε­όφυτε, δεν είμαι καλά. Έχω ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, αλλά δεν το λέω. Έχω ραγάδες στο έντερο και έχω μεγά­λη αιμορραγία. Και αυτές τις ημέρες έχω έντονους πόνους και μεγάλη ροή αίματος, και σε παρακαλώ κάνε μια πα­ράκληση στον άγιο Γεώργιο, πού ζεις στο μοναστήρι του, και στον πατέρα Ιά­κωβο να μου δίνουν υπομονή, γιατί όταν πονώ υποφέρω πολύ και φωνάζω και στενοχωρούνται και ή παπαδιά και τα παιδιά μου».Λυπήθηκα πολύ και του είπα ότι θα κάμω παράκληση και θα του πήγαινα λαδάκι από το καντήλι του πατρός Ιακώβου, για να σταυρωθεί. Αυτά είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά από δέκα πέντε λεπτά ο π. Παναγιώτης ήρθε στο μοναστήρι και μου είπε: «Ήρθα να πάρω το λαδάκι του Γέροντα μόνος μου, γιατί πιστεύω πολύ σε αυτόν τον άνθρω­πο, ότι ο Θεός τον χαρίτωσε και θα με βοηθήσει». Του έδωσα λάδι και σταυ­ρώθηκε στο μέτωπο και έφυγε. Το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε χαίροντας και κλαίοντας ότι ή ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε έγινε τελείως καλά. Ό π. Παναγιώτης υπέφερε από αυτό από τα εφηβικά του χρόνια και τώρα ήταν περίπου 40 ετών. Όταν έγινε καλά υποσχέθηκε να τελεί θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στο Γέ­ροντα Ιάκωβο κάθε χρόνο σαν αυτή την ήμερα της θεραπείας του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος από το θαύμα αυτό ο π. Παναγιώτης ξέχασε την υπόσχεση του. Τη θυμήθηκε όταν εκείνη την ημέρα (στο χρόνο επάνω) του παρου­σιάσθηκε ελάχιστο αίμα. Εκπλήρωσε  την υπόσχεση του και η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε το θυμάται κάθε χρόνο και επιτελεί θεία Λειτουργία και μνημονεύει το Γέροντα ανάμεσα στους Άγιους.

4. Ο κ. Γιώργος Ιωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο, (προσωπικός τότε γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και τώρα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:«Φεύγοντας από τη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, οπού είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία να πάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ια­κώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος πού ξέχασε πίσω του κάτι πο­λύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει. Πραγματικά γύρισα με το γιο μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέ­ροντα βλέπω κάτω στη γη ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτι­κά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να ‘ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου πού μου έλεγε: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόστα­ση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά. Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την  υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρό­σωπο του, τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό, συ­γκλονίστηκα. Κυριολεκτικά αυτή η ζω­ντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιό­τητας της θείας παρουσίας».

5. Τις ημέρες πού γραφόταν αυτό το κείμενο και συγκεκριμένα στις 10 Οκτωβρίου 2001 ήρθε στη Μονή ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός, από την  Άνδρο και βουρκωμένος χωρίς καν να μπορεί να μιλήσει καλά-καλά από τη συγκίνη­ση και τα κλάματα ανέφερε τα έξης:«Ταξίδευα προ καιρού και ευρισκό­μουν στην Ινδία. Κάποια μέρα αντιμε­τώπισα σοβαρό πρόβλημα με την καρ­διά μου. Στο Νοσοκομείο εκεί πού με πήγαν οι γιατροί είπαν στους συναδέλ­φους μου ότι τελειώνω. Εγώ, παρ’ όλο πού ήμουν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθα ότι κάποια αόρατη θεία δύναμη με βοηθάει. Όταν αργότερα άνοιξα κά­ποια στιγμή τα μάτια μου τον πρώτο πού είδα μπροστά μου ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος πού είχα διαβάσει αρκετές φορές το βιβλίο του. Μου είπε: “Μη φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη, θα σε βοη­θήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξα­ναγυρίσεις στην πατρίδα”. Και από εκείνης της ώρας πράγματι έγινα τελεί­ως καλά».Από τις υπάρχουσες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των πιστών διαπι­στώνεται ότι ο Γέροντας Ιάκωβος έχει μεγάλη παρρησία στο θεό και γι’ αυτό ευχόμεθα να πρεσβεύει υπέρ  υγείας  όλων  μας  στο  δωρεοδότη  Θεό.

Ο πολλαπλασιασμός του πρόσφορου (Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης)

Οκτωβρίου 20, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΝΕΣΤΡΑΣ… (Θαυμαστό γεγονός)
Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 Λιβαναταίοι.
Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία.Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν.
Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικά τις εργασίες, μα ήταν και ο μόνος πού έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη.
Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν, χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γερο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, πού δουλεύανε όλη την ημέρα χειρωνακτικά. Στενοχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, πού θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό.
Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:
- Άγιέ μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τούς δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι (και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.
Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε μισή κατσαρόλα, ναι περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος.
Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος: – Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντάκις χιλίων!
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers