Αρχείο

Archive for the ‘ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ’ Category

Είπε Γέροντας με πολλή αγάπη και διάκριση. (Γερ. Εφραίμ Κατουνακιώτη)


 

«Δικαιούσαι τόση χάρι, όσο μέγεθος πειρασμού μπορείς να βαστάσεις με ευχαριστία».

Έλεγε συχνά: «Χριστέ μου, τα κουλούρια σου είναι πολύ νόστιμα, αλλά τα πουλάς πολύ ακριβά», εννοώντας την απόκτηση της χάριτος.

«Ανάλογα με την πίστη και την ευλάβεια που έχεις σε κάποιον, ωφελείσαι και παίρνεις χάρι».

 «Ο λόγος πού βγαίνει από την Χάρι και την πείρα, έχει δύναμη».

«Οι προσευχές ποτέ δεν πάνε χαμένες, αν και στην αρχή φαίνεται ότι δεν πιάνουν, ότι δεν μας ακούει ο Θεός».

       «Θέλεις να αποκτήσεις κατάσταση πνευματική; Βίασε τον εαυτό σου πρώτα στην υπακοή, υστέρα στην ευχή και σε όλα».

      «Από την υπομονή στις θλίψεις διακρίνονται όσοι αγαπούν τον Θεό».

«Όταν ο Θεός θελήσει να βοηθήσει μία ψυχή βασανισμένη, δεν την απαλλάσσει από τις θλίψεις, αλλά της χαρίζει υπομονή».

       «Όλοι οι Άγιοι στην θλίψη εδοκιμάσθηκαν και όχι στην χαρά. Και ο Χριστός στους μακαρισμούς την θλίψη εμακάρισε και όχι την χαρά».

      «Να ευχώμεθα ο Θεός να μας δίνη υπομονή και όχι να μας πάρει τα βάσανα, γιατί αυτά μας πηγαίνουν στον Παράδεισο».

«Ο άνθρωπος δοκιμάζεται με τα βάσανα, με την θλίψη, με την ασθένεια, με τις κακουχίες. Εκεί θα πάρεις τον μισθό σου. Ξάπλα, κοιμώμενος δεν παίρνεις μισθό».

Είπε σε κάποιον: «Ουδέποτε λειτούργησα χωρίς δάκρυα και πολλές φορές με περιέλαμψε άκτιστο φως».

 «Να μην υπάρχει κενό μεταξύ του νου και του Θεού, για να μην εισχωρούν ξένοι λογισμοί».

«Οι λογισμοί έρχονται και παρέρχονται, τα φρονήματα μένουν».

«Όταν πάμε στην Λειτουργία και κοινωνάμε και μετά καθόμαστε να κεραστούμε, μετά πέφτουμε σε αργολογία και κατάκριση, τότε είναι σαν να ξερνάμε τον αγιασμό που πήραμε».

        «Οι ελεημοσύνες πρέπει να δουλεύονται. Να ξεχρεώνονται με προσευχές και Λειτουργίες».

        «Και στην ευρυχωρία και στην ανάπαυση δεν μανθάνει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό έδωσε ο Θεός πειρασμούς. Οι πειρασμοί διδάσκουν τον άνθρωπο. Η χά­ρις δεν διδάσκει τόσο όσον οι πειρασμοί».

       «Αν στα μικρά είσαι αμελής, στα μεγάλα θα προκόψεις;».

«Οι άνθρωποι σε ακούν εάν όσα τους λες, συμφωνούν με το δικό τους το μυαλό· εάν όμως δεν συμφωνούν, δεν σε ακούν».

«Έρχονται εδώ διάφοροι, αλλά όλους δεν μπορώ να τους αναπαύσω. Ήρθε μία φορά ένας καθηγητής Πανεπιστημίου και μου είπε ότι έχει πρόβλημα με την γυναίκα του. Του είπα ότι φταις εσύ, γιατί δεν την αγαπάς πραγματικά, και έφυγε σκανδαλισμένος. Περίμενε να του δώσω δίκαιο».

«Κάποια γυναίκα μου έστειλε γράμμα. Πήγα να τ’ ανοίξω και βρωμούσε. Κατάλαβα ότι είχε πάει σε μάγους».

(πηγή: «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση», Αγ. Όρος 2011) 

Ορθοδοξία και Σοφία. (Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου)

Μαΐου 24, 2012 1 Σχολιο


 

Η σοφία είναι ιδιότητα του θείου. Εξάλλου με αυτήν ο Θεός δημιούργησε όλη την κτίση. Ακόμη και αυτήν την στιγμή με σοφία, δύναμη και αγάπη διατηρεί ο Θεός τον κόσμο.

Η κακία δεν είναι δημιούργημα του Θεού. Όλοι οι φυσικοί νόμοι δείχνουν πως με απερίγραπτη ακρίβεια συνεργάζονται, για να υπάρχει στη γη μας η ζωή. Αν ο Θεός ήταν δημιουργός της κακίας, τότε η κακία του θα ήταν ταυτόχρονα παντοδύναμη και τα αποτελέσματα αυτής της κακίας θα ήταν εμφανή, με το να καταστρέφει ό,τι δημιουργεί, και αυτή του η κακία να είναι η χαρά και η ηδονή του. Όμως αντίθετα εμείς διαπιστώνουμε ότι όλοι οι φυσικοί νόμοι που έχουν τεθεί, λειτουργούν «λίαν καλώς», και μόνον οι τεχνικές παρεμβάσεις του ανθρώπου, εξαιτίας της ασοφίας του, καταστρέφουν τη φύση προς τιμωρία του.

Ο άνθρωπος, ως εικόνα του Θεού, είναι το μόνο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να κατανοεί τους φυσικούς νόμους, που διέπουν την κτίση, διά της λογικής και της σοφίας. Μπορεί να καθορίζει τις σχέσεις του με την κτίση και το φυσικό περιβάλλον, διότι από τον ίδιο τον Δημιουργό του δόθηκε η εντολή να εξουσιάζει πάνω σε όλα τα κτίσματα της αισθητής δημιουργίας.

Η ανυπέρβλητη σοφία, με την οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν, με τους μοναδικούς φυσικούς νόμους που το διέπουν, προκαλεί εκστατική διάθεση δοξολογίας προς το Θείον, όχι μόνον στους απλοϊκούς πιστούς, αλλά και στους ίδιους τους επιστήμονες που το μελετούν, όπως τον Αϊνστάιν, ο οποίος, μετά την εκπληκτική ανακάλυψη του νόμου της μετατροπής της ύλης σε ενέργεια, αναφώνησε: «είναι αδύνατον να μην υπάρχει Θεός». Την μεγαλύτερη σοφία – αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ανθρωποπρεπή αυτή έκφραση για το Θείον – χρησιμοποίησε ο Θεός στην κατασκευή του ανθρώπου. Ενώ για όλη την κτίση χρησιμοποίησε μόνο το λόγο, αφού όπως λέει η Γραφή, «είπε και εγεννήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλ. 32,9), για τον άνθρωπο μόνο έδειξε από την αρχή την ιδιαίτερη αγάπη και ευαισθησία Του. Μαζί με τα υπόλοιπα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είπε: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» (Γέν. ι,26). Οπότε μετά την δημιουργία του άνθρωπου και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος εσκίρτησαν από πνευματική ευχαρίστηση, όταν είδαν το δημιούργημα να είναι ένα αντίτυπο του Προτύπου, ένας μικρός θεός. Απ’ όλη τη δημιουργία μόνος ο άνθρωπος μπορεί αυτόβουλα, εκούσια να εννοήσει, να θαυμάσει, να δοξολογήσει, να ευχαριστήσει την παντοδύναμη Σοφία του Θεού και να γίνει μέτοχος και κοινωνός των θείων δωρεών της ακτίστου Χάριτός Του.

Στα ανθρώπινα δεδομένα η σοφία εκφράζεται σε διαφόρους τομείς, όπως στο σχεδιασμό, στην επιτυχία προγραμμάτων με συγκεκριμένους στόχους και στο διορατικό βάθος του χειρισμού των διαφόρων υποθέσεων. Τα προηγούμενα βρίσκονται σε οριζόντιο επίπεδο και θα έλεγε κανείς γήινο.

Είναι όμως και ένας άλλος τομέας, όπου η σοφία χρειάζεται πολύ περισσότερο, ο τομέας των ιδιαιτέρων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Οι σχέσεις αυτές μεταξύ των ανθρώπων ξεκινούν από τη γη και έχουν μία κάθετη προοπτική, η οποία ανάλογα με το χειρισμό ή οδηγεί τους ανθρώπους πολύ υψηλά ως τους υπερβατικούς αόρατους πνευματικούς χώρους ενώσεως με το Θείο ή πολύ χαμηλά στον ατομισμό, στη μόνωση, στην πνευματική αίσθηση του άγχους που είναι πρόγευση της κολάσεως.

Η σοφία του Θεού έχει ήδη εκφραστεί μέσα στο γενικό σχέδιο της δημιουργίας του κόσμου με υπερφυή και πολλές φορές ακατάληπτο τρόπο. Έχει τοποθετήσει τους στόχους της Δημιουργίας, που είναι η παραγωγή, ή αν θέλετε η δημιουργία «τεχνητών θεών». Η σοφία Του εκφράστηκε διά της αγάπης σε μία ασύγκριτη κατασκευή, την κατασκευή του ανθρώπου.

Υπερφυής και ακατάληπτος είναι ο τρόπος της δημιουργίας του σύμπαντος. Σε πολλά πράγματα η ανθρώπινη επιστήμη και ο πειραματισμός δίνει απαντήσεις, όμως αυτό δεν απασχολεί τον Δημιουργό Θεό.

Για τον Κύριο, ο λόγος της δημιουργίας, δηλαδή η σκοπιμότητά της, είναι σαφώς η δημιουργία θεών, ως έκφραση της υπερφυσικής Του αγαθότητας, που τον αναγκάζει, κατά κάποιο τρόπο, να εξέλθει από τον εαυτό Του και να επιθυμεί να μεταδώσει από τις απερίγραπτες αρετές και ιδιότητές Του στους ανθρώπους, που έχουν την δυνατότητα, αλλά και επιθυμούν να του μοιάσουν στο χαρακτήρα.

Σε αυτό το σημείο, ο ίδιος ο Θεός συνέλαβε ένα υπερφυές σχέδιο, που είναι και θα παραμείνει ακατανόητο στους αιώνες, θα δημιουργεί πάντοτε έκπληξη και θαυμασμό σε όσους εννοούν μεν το σχέδιο, το γεγονός και την αγαθότητα που το προήγαγε, αδυνατούν όμως να εννοήσουν τον τρόπο ή το πως υλοποιήθηκε.

Ο Θεός Λόγος σχεδίασε και πραγματοποίησε την ενανθρώπησή Του με υπερφυή και μυστηριώδη τρόπο για τη λογική του ανθρώπου. Εμφανίστηκε ανάμεσά μας ως άνθρωπος -πρότυπο για μίμηση- οδηγός για τις σχέσεις που οδηγούν στην ανάβαση, ενυπόστατο φως αθανασίας για τους θνητούς, ζωντανή αλήθεια, όπου μπορεί να καθρεφτίζεται κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και να βλέπει πόσο προσεγγίζει το σκοπό της δημιουργίας του και της υπάρξεώς του ή πόσο απέχει από αυτόν. Η αλήθεια πλέον για κάθε έναν άνθρωπο δεν είναι ιδέα ή έννοια, δεν είναι αυτόβουλος προοπτική, που τη χαράζει κανείς όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, αλλά είναι πρόσωπο, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εξάλλου ο Κύριος είναι ο μόνος που τόλμησε να πει «εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιω.14,6).

 

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, Άγ. Όρος 2012, σ. 277-281.- αποσπάσματα-)

 

 

Ψυχική Αρμονία – Η Εμπειρία της Ειρήνης.(Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου)

 

 

      Για ένα τόσο μεγάλο και σοβαρό θέμα. όπως είναι η αρμονία των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου και η ψυχική ειρήνη, είναι μάλλον επιβεβλημένο να επιστρέψουμε στους παλαιούς ερευνητές και σοφούς της Πάατερικής φιλοσοφίας, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως βάση τις παρατηρήσεις των προγενεστέρων, αρχαίων, κυρίως Ελλήνων, φιλοσόφων. Ιδιαιτέρως όμως, μας μετέφεραν διά των γραπτών κειμένων την δική τους εμπειρία, αφού ανέλυσαν πρακτικά και σε βάθος το ανθρώπινο είναι και έφθασαν οι ίδιοι στο βίωμα της «υπέρ νουν ειρήνης» (βλ. Φιλιπ. 4,7), που έρχεται άνωθεν, όπως αναφέρει ο Κύριος: «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμἰν» (Ιω. 14-27)·

 

     Κατά τους σοφούς της Πατερικής φιλοσοφίας, οι δυνάμεις της ψυχής είναι τρεις· το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό. Οι βασικές αυτές δυνάμεις της ψυχής λειτουργούν λογικά ή παράλογα, αρμονικά ή όχι, ανάλογα με την γνώση του κάθε άνθρωπου και τις καλές ή κακές επιλογές που κάνει, εφόσον όλοι οι άνθρωποι έχουμε κρίση και συνεχώς την χρησιμοποιούμε στις επιλογές μας. Από την φυσική χρήση των τριών δυνάμεων της ψυχής, που προαναφέραμε, προκύπτει η ψυχική αρμονία και πηγάζει η υπερφυσική ειρήνη, που δίνει μία γαλήνια μορφή στο πρόσωπο, θερμαίνει την καρδία και δίνει προσήνεια, χαρά και γλυκύτητα στην επικοινωνία με τον συνάνθρωπο.

 

     Όταν στρέφουμε το βλέμμα μας σήμερα στην ρουτίνα της καθημερινής μας ζωής, συνήθως ακούμε το γνωστό· ότι η αγάπη δεν διέπει πια τις σχέσεις των ανθρώπων, αλλά μάλλον πλεονάζει η κακία. Μάλιστα κάποιες ανατολικές θρησκείες ανάγουν την κακία σε θεότητα, η οποία αντιμάχεται τον θεό του καλού. Σ’ αυτήν την ουσιαστική κρίση για την ψυχική αρμονία και ειρήνη, που αφορά την ορθή γνώση της λογιστικής δυνάμεως κάθε ψυχής, οι Πατέρες της Εκκλησίας απαντούν ότι το κακό καθ’ εαυτό είναι ανύπαρκτο.

 

     Ολόκληρη η κτίση, ως δημιουργία, όταν γίνει αντικείμενο παρατηρήσεως και μελέτης, μαρτυρεί για το ότι έγινε «καλή λίαν» (βλ. Γέν. 1,31). Τα πάντα στην δημιουργία διέπει «η ανθρωπική αρχή», όπως ορίζουν οι επιστήμονες. Δηλαδή τα πάντα έγιναν για να μπορεί να υπάρξει ο άνθρωπος με την συγκεκριμένη μορφή ζωής, είτε εξετάζει κανείς τον μικρόκοσμο είτε τον μακρόκο­σμο οι εποχές, οι βροχοπτώσεις, οι σχετικές με αυτά παραγωγές αγαθών από την γη, τα βασικά συστατικά της ζωής, οι νόμοι που διέπουν το ηλιακό μας σύστημα, οι νύκτες και ημέρες κ.ά. Γι’ αυτό στο σύμπαν δεν υπάρχει κακία, αλλά μάλλον ακολουθούνται νόμοι φυσικοί, που εξυπηρετούν την ζωή μας.

 

     Αν εξετάσουμε, πώς και πότε εμφανίζεται η κακία και πώς επιδρά στις δυνάμεις της ψυχής, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η κακία είναι αποκύημα της δυσαρμονί­ας στις ψυχές μας. Αυτή καταστρέφει την ψυχική ειρήνη του ανθρώπου. Αυτή δημιουργεί δυσάρεστο κλίμα στις σχέσεις του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος και της οικογενείας και ευρύτερα των οποιονδήποτε άλλων σχέσεων.

 

     Η εμφάνιση της ανυπάρκτου κακίας δεν γίνεται αντιληπτή από άσοφες ψυχές, οι οποίες δεν έχουν εμπειρική γνώση της ειρήνης του Θεού, διότι δεν παρουσιάζεται ως κακία, αλλά ως σοφία και δικαιοσύνη για να απατήσει και πλανέσει την άπειρη ψυχή. Υπάρχουν βέβαια και ψυχές, οι οποίες έχουν τόσο πολύ πλέον αποκτήσει έξη της κακίας, ώστε να χαίρονται, που παραδίδουν τις ψυχικές τους δυνάμεις απευθείας στην υποδούλωσή τους.

 

     Η γνώση του καλού και του κακού, όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, έχει δοθεί σε κάθε άνθρωπο και κάθε προσωπικότητα ακολουθεί τον δρόμο της επιλέγοντας το ένα ή το άλλο. Βοηθός της λογιστικής δυνάμεως της ψυχής, για την επίγνωση του καλού ή του κακού, έχει δοθεί από τον πανάγαθο πλάστη και Θεό, από μεν κατασκευής του ανθρώπου η συνείδηση, από δε της ενανθρωπήσεώς Του η προσωπικότητα και το φρόνημά Του, το οποίο και ο απόστολος Παύλος παροτρύνει να μιμούμεθα (βλ. Α΄ Κορ. 11,1). Ο Χριστός σε κάθε έκφραση της ζωής Του, ακόμα και στις δυσκολότερες για έναν άνθρωπο, δεν ανταπέδιδε κακό αντί κακού. Αλλά με ειρήνη και πραότητα, αν και ήταν τέλειος άνθρωπος, έδειχνε στην ανθρώπινη φύση μας, πως μπορεί να ομοιωθεί με τον απαθή αόρατο Θεό, ο οποίος είναι πρωτίστως Θεός ειρήνης και αγάπης προς πάντας και ως εκ τούτου και δικαιοσύνης.

 

     Πριν εμφανισθεί ο Θεός, ως άνθρωπος, με τον Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης ενίσχυσε την ταλαιπωρημένη από κακία ανθρώπινη συνείδηση. Αργότερα με την προσωπική Του παρουσία έδειξε ότι μπορούμε να αρνηθούμε την κακία σε όλη της την έκταση και να αγαπήσουμε τον ενάρετο βίο. Επίσης έδειξε ότι είναι θέμα προσωπικής επιλογής, δηλαδή προαιρέσεως, η κάθε ενέργεια του ανθρώπου προς το καλό ή το κακό, εφόσον με την τήρηση της εντολής της αγάπης, αλλά και όλων των περιεκτικών εντολών, «ου κλέψεις, ου φονεύσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου κ.λπ.» (βλ. Δευτ. 4,6-21), προήγαγε ανάμεσα στους ανθρώπους την ειρήνη και την αγάπη.

 

      Την παράβαση των εντολών του Θεού επακολουθεί σύγχυση και ταραχή των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου. Μετά την κλοπή, την μοιχεία κ.λπ. παρατηρείται διάσπαση της ενότητας και της αγάπης προς το πρόσωπο, που λυπήσαμε, έστω και αν το πρόσωπο αυτό δεν το γνωρίζει. Έτσι συσσωρεύονται ταραχή και παράλογα συναισθήματα στον άνθρωπο, που ενήργησε την κακία. Αν δεν υπάρξει μεταμέλεια και διόρθωση, ο άνθρωπος, που ενεργεί το κακό, φθείρει βαθύτατα την προσωπική του υπόσταση.

 

     Η κακία και η πονηρία σήμερα θεωρούνται από πολλούς εξυπνάδα και τρόπος επιβιώσεως! Όμως πραγματικά έξυπνος και σοφός είναι αυτός που ήδη ζει από την ζωή αυτή μέρος της παραδείσιας ζωής, όπου βασιλεύουν η αγάπη, η ειρήνη και η μακαριότητα· και αυτός είναι ο ενάρετος, ο άγιος.

 

     Ο τρόπος για να πετύχει κανείς την ομαλότητα και την αρμονία των ψυχικών του δυνάμεων και να περάσει ακολούθως, με την Χάρη του Χριστού, στην εμπειρία της «υπέρ νουν ειρήνης», που ο Ίδιος έφερε στην γη, είναι να ζει πάντοτε με βάση τα θεία προστάγματα, επικαλούμενος προς τούτο την θεία συνδρομή και βοήθεια.

 

 [...]. Γενικότερα στην χριστιανική άσκηση, από τους αδαείς δίνεται περισσότερο έμφαση στην κοπιώδη σωματική άσκηση, κυρίως της νηστείας, της αγρυπνίας και των κακοπαθειών, που έχουν σχέση με το σώμα. Στην πραγματικότητα όμως, η χριστιανική άσκηση είναι άσκηση εξυγιάνσεως των εμπαθών εσωτερικών κινήσεων. Ανάλογα δε με την ψυχική και σωματική αντοχή, αλλά και την αντίδραση, που ίσως παρουσιάζεται εξαιτίας των παλαιών κακών συνηθειών, προστίθεται η κατά δύναμιν άσκηση του σώματος. Για να ξεκινήσει κανείς την χριστιανική άσκηση των αρετών, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσει την ουσιαστική ψυχική βλάβη και διαταραχή, που προήλθε από την υποχώρηση στην ποικιλόμορφη κακία και την παράλογη αμαρτία στην «λίαν καλώς» δημιουργημένη από τον Θεό ψυχή του. Όταν ο άνθρωπος συλλάβει λίγο ή πολύ το πρόβλημα αυτό, επιθυμεί να αλλάξει τρόπο ζωής. Η αλλαγή αυτή στον χώρο της Εκκλησίας ονομάζεται μετάνοια. Μετάνοια δηλαδή είναι η μεταστροφή του νου στην φυσιολογική του θέση και βάση του και η επαναφορά του από τα κάτω και χείριστα προς τον Θεό και τα άριστα.

 

     Η προαίρεση βέβαια για την απώθηση της κακίας από την ψυχή ανήκει στον άνθρωπο. Όμως αυτός που μετανοεί, δεν θα αργήσει να εξακριβώσει, μόνος του, ότι είναι αδύνατο να αντισταθεί με τις πτωχές του δυνάμεις στην δύναμη των αμαρτωλών παθών, που έχουν συσσωρευθεί, όσο καιρό δεν ασχολιόταν με τις αρετές, αλλά με τις αμαρτίες. Και τότε ζητεί από τον Θεό με έμπονη προσευχή την δύναμη να αντιστρατευθεί στις κακές συνήθειες, που απέκτησε. Ο αγώνας αυτός είναι νοερός και πολύ ουσιαστικός για την κάθαρση της ψυχής από την αμαρτία, ώστε ο άνθρωπος να γευ­θεί την «υπέρ νουν» ειρήνη του Θεού, που εμφανίζεται στην ψυχή όταν μισήσει και βδελυχθεί κάθε μορφής κακία.

 

 

 

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, Άγ. Όρος 2012, σ. 167-173)

 

Ο Γέροντας Εφραίμ ο Βατοπαιδινός μιλάει για τον παππού Παναγή από την Λύση,τον κοσμικό ερημίτη.

«ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΑΙΟΥ»: Ο ΠΑΠΠΟΥΣ Ο ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΥΣΗ, Ο ΚΟΣΜΙΚΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

Στο παρόν άρθρο δημοσιεύεται το απομαγνητοφωνημένο κείμενο μιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στις 6/7-23/6/2011 στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μεταξύ του καθηγουμένου Αρχιμ. Εφραίμ και του Πρωτοπρ. Ανδρέα Αγαθοκλέους, εφημερίου του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος Λιθροδόντα Κύπρου. Η συζήτηση αναφέρεται σε μια σύγχρονη αγία μορφή, στον παππού τον Παναγή από την, κατεχόμενη σήμερα, Λύση. Η Λύση είναι γνωστή στους περισσότερους ως πατρίδα του εθνομάρτυρα αγωνιστή της ΕΟΚΑ, Γρηγόρη Αυξεντίου. Ίσως λιγότεροι γνωρίζουν τον περικαλλή κεντρικό ναό της Παναγίας και το ξωκκλήσι του Αγίου Ευφημιανού, με εξαιρετικές τοιχογραφίες του 13ου-14ου αιώνα, που συλήθηκαν μετά την εισβολή και βρίσκονται στο μουσείο Μένιλ του Τέξας. Για όσους ζουν ή αγαπούν την Κύπρο η περηφάνεια που χαρακτηρίζει τους Λυσιώτες είναι γνωστή και δικαιολογημένη λόγω της σημαντικής πολιτιστικής, αθλητικής και κυρίως πνευματικής παράδοσης της Λύσης που δικαίως χαρακτηρίζεται ως το «καμάρι της μεσαρκάς».

Γέννημα αυτού του τόπου ήταν και ο παππούς ο Παναής. Τέταρτο από τα οκτώ παιδιά μιας αγροτικής οικογένειας, γεννήθηκε την περίοδο του δεκαπενταυγούστου του 1905 και γι’ αυτό η ευσεβής οικογένειά του τού έδωσε το όνομα της Παναγίας. Με τα αδέλφια του Βασίλη και Τρυφωνού έζησαν την ειρήνη του Θεού. Ο παππούς τελείωσε μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά απ’ ότι φαίνεται ωφελήθηκε αρκετά από την πλούσια πολιτιστική ζωή της Λύσης και την προσωπική του μελέτη. Ασχολήθηκε με τις αγροτικές εργασίες και έμαθε και την τέχνη του τσαγγάρη. Επιπλέον, εργάστηκε για χρόνια πολλά, αμισθί, ως νεωκόρος στον ναό της Παναγίας. Οι Λυσιώτες αναφέρουν ακόμη τις ακολουθίες που τελούσε με τα αδέλφια του και άλλους συγχωριανούς του στο ναό καθημερινά και τις αγρυπνίες στο ξωκκλήσι του αγίου Ευφημιανού. Μετά την τουρκική εισβολή τα τρία αδέλφια έζησαν την ίδια ειρηνική ζωή στη Λάρνακα.

Ο παππούς Παναγής κοιμήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1989. Για τη ζωή και το φρόνημά του ενδεικτικά είναι τα λόγια που είπε ο ίδιος λίγο πριν την κοίμησή του “δκιαβαστικά, νηστείες, ακολουθίες, ούλλα τούτα εχόρτασά τα”. Και στην ερώτηση αν χόρτασε το Θεό, αφού έμεινε λίγο σιωπηλός, είπε: « άραγε, εγεύτηκά Τον;». Την απάντηση τη γνωρίζουν όσοι τον γνώρισαν, τον έζησαν και διδάχτηκαν από αυτόν. Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποια λόγια από τον επικήδειο που εκφώνησε ο καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου, πατήρ Αθανάσιος, ο οποίος υπήρξε και πνευματικός τού παππού, και τον προσφώνησε ως «Πάτερ Παναή, άνθρωπε του Θεού, εργάτα του Κυρίου, ψυχή του Παραδείσου»: «…. Η ζωή του ήτο ομοία ιερέων… Έζη πρωτίστως διά την ανάπαυσιν των εν Χριστώ αδελφών του, θυσιάζοντας την ιδικήν του ησυχίαν και ξεκούρασιν. Ήτο τελείως αφιλοχρήματος, ξένος του κόσμου, τελείως ασυγκίνητος από τας ματαίας χαράς και απολαύσεις, έχοντας όλην την ψυχή του δοσμένην εις τον Θεόν… Κέντρο των πόθων του και καρδία της καρδίας του ήταν η θεία Μετάληψις…».

(Αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία και αποσπάσματα των λόγων του παππού μπορεί κανείς να βρει στο βιβλίο «Εμπειρία Αγιότητος», που επιμελήθηκε ο ιερέας Ανδρέας Αγαθοκλέους και κυκλοφορεί από το Ησυχαστήριο της Αγίας Τριάδος, Λιθροδόντα.)

Στην παρουσίαση αυτή έχουν διατηρηθεί τα προφορικά στοιχεία της συζήτησης. Οι ομιλητές αναφέρονται σε πλήθος πνευματικών ζητημάτων (π.χ. η αναγνώριση της αγιότητος, η πνευματική πατρότητα, η άσκηση στον κόσμο), χωρίς ωστόσο να τα εξαντλούν. Επειδή τα θέματα αυτά σχετίζονται άμεσα με το βίο του παππού του Παναγή και την αίσθηση όσων τον γνώρισαν ότι είχαν μπροστά τους ένα σκεύος εκλογής, ένα ζωντανό φορέα της Χάριτος, διατηρήθηκαν και μένει στον αναγνώστη να τα προσεγγίσει με πνευματική διάκριση και πνεύμα διδαχής.
Στον αναγνώστη οι ομιλητές ανοίγουν ένα παράθυρο στη Βασιλεία. Η θέρμη που χαρακτηρίζει τα λόγια του πατρός Εφραίμ και η πνευματική βεβαιότητά του πως μιλά για έναν άγιο μάς μεταγγίζεται μυστικά αλλά και με έναν εκπληκτικό τρόπο άμεσα. Μας συνεπαίρνει και μας κάνει μετόχους της δικής του εμπειρίας. Όσοι τον γνώρισαν θα θυμηθούν και εμείς οι λοιποί θα γνωρίσουμε έναν άνθρωπο, που έζησε το Θεό. Να έχουμε τις πρεσβείες του παππού του Παναγή και την ευχή του πατρός Εφραίμ. Ως πνευματικά εγγόνια του παππού, ευχαριστούμε τον πατέρα Εφραίμ για τον καρδιακό λόγο του, που μας έφερε ως την άκρη του παραδείσου και μας προσέφερε, με την αρχοντιά και την ευγένεια που τον χαρακτηρίζουν, οσμήν ευωδίας πνευματικής.

Δρ. Νεκτάριος Στελλάκης

π. Ανδρέας: Γέροντα, θέλουμε να μιλήσουμε για την αγιότητα στον κόσμο σήμερα και να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για τον παππού τον Παναή από τη Λύση, τον οποίον γνωρίσατε, ζήσατε. Πώς μπορεί να συνδυαστεί το ένα με το άλλο και πώς μπορεί να εκφραστεί αυτή η αγιότητα σήμερα; Ας αρχίσουμε με το να μας πείτε πώς γνωρίσατε και πότε τον παππού Παναή;

Γέροντας Εφραίμ: Πρώτα, π. Ανδρέα, να σας πω ότι η αγιότητα είναι κάτι το πολύ φυσικό κατ’ αρχήν. Η αγιότητα δεν είναι μονοπώλιο των μοναχών, όπως μερικοί νομίζουν, ή όποιος είναι στον μοναχισμό παίρνει την αγιότητα και όποιος είναι στον κόσμο δεν μπορεί να πάρει την αγιότητα. Η αγιότητα είναι ο σκοπός όλων των μελών της Εκκλησίας. Όταν εντάσσεται κανένας στην Εκκλησία, από την ημέρα που βαπτίζεται μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του, οπωσδήποτε πορεύεται ή καλείται να πορεύεται προς την αγιότητα. Στον μοναχισμό υπάρχουν επιπλέον προδιαγραφές και προϋποθέσεις. Ο μοναχός εξερχόμενος των αιτίων και αιτιατών δεν παύει να είναι άνθρωπος και δεν παύει να έχει αδυναμίες όπως και δεν παύει ένας που είναι στον κόσμο να έχει τις αδυναμίες του και τα πάθη του. Αυτό το οποίο πραγματικά μπορεί να χρησιμοποιήσει ως όπλο μεγάλο για την αγιότητα είναι η μετάνοια.

Και ο γέρο-Παναής, ο μακαρίτης, δεν σου αποκρύπτω και τώρα σαν μοναχός πολλές φορές τον φέρνω στον νου μου στο κελλί μου που είμαι, και φέρνω αυτήν την μορφή που είχε, αυτήν την ιλαρότητα, την ηρεμία, αυτήν την χαρά, την χαροποιό έκφραση του, αυτόν τον σαββατισμό που είχε μέσα του, που ήταν μέσα στον κόσμο αλλά ήταν και εκτός κόσμου. Ακριβώς αυτή η αίσθηση που είχε στην ακολουθία. Όπως θυμάσαι που καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια και έλεγε τον Εξάψαλμο. Αυτή η ώρα του Εξάψαλμου ήταν για μένα μια ιερουργία. Όταν κάναμε αγρυπνίες, φοιτητές λαϊκοί τότε, ερχόταν ο Παναής. Μόλις τον βλέπαμε να μπαίνει στην Εκκλησία λέγαμε «ευτυχώς που ήρθε ο Παναής να πει τον Εξάψαλμο να μας ευχαριστήσει».

π. Ανδρέας: Το θυμάμαι. Και να πω και τούτο. Ως λαϊκός που ήσαστε τότε, ήσαστε από τους πρωτεργάτες που αναπτυχθήκαν οι αγρυπνίες μέχρι τις μία η ώρα στην Λάρνακα. Γιατί τότε οι κληρικοί δεν ήξεραν.

Γέροντας Εφραίμ: Ήταν τότε μια μεταβατική περίοδος που άρχισε και η Κύπρος να μπαίνει μέσα στο πνεύμα της πατερικής παραδόσεως. Και τότε ζήσαμε και εμείς στην περίοδο που άρχισαν να εκδίδονται τα πατερικά βιβλία, άρχισε το Άγιον Όρος να φαίνεται. Τότε ήταν που ο π. Βασίλειος, ο π. Γεώργιος Καψάνης, οι αγιορείτες κατέβαιναν στην Αθήνα. Ήταν η παρουσία του Γέροντος Πορφυρίου, ήταν ακόμα και η μυστική παρουσία του παπά-Θανάση από το Σταυροβούνι, που οπωσδήποτε με ένα μυστικόν τρόπο ήταν μια σοβαρή παρουσία. Τότε άρχισε αυτό το πράγμα να αξιοποιείται και θεολογικά. Και αρχίσαμε και εμείς με τον ενθουσιασμό μας και την αγάπη μας και μεταφέραμε κάτι το οποίο δεν ήταν ξένο, όπως μερικοί νομίζουν, της κυπριακής παραδόσεως. Η αληθινή Κυπριακή παράδοση ποιά ήταν; Ήταν ο π. Κυπριανός Σταυροβουνιώτης. Αυτοί οι άνθρωποι εβίωσαν το πνεύμα το πατερικό και το μετέφεραν. Και θυμάμαι ο παπά -Αγγελής της Τερσεφάνου, που ήταν ένας απλός παπάς, με την αγραμματοσύνη του αλλά με μια συγκρότηση πνευματική. Τον ανέκρινα για να δω πώς απέκτησε μια ιερατική αξιοπρέπεια και ιερατική ζωή. Αυτή την απέκτησε όταν πήγε στο Σταυροβούνι. Μου είπε «μόλις χειροτονήθηκα με έστειλαν στο Σταυροβούνι και εκεί έκανα λίγο καιρό. Εκεί έμαθα να λειτουργώ. Εκεί έμαθα όλη την πατερική ζωή, χωρίς να καταλάβω ότι αυτό ήταν η πατερική ζωή, αλλά αυτό μάθαμε». Δεν είχε τότε ιερατικές ή θεολογικές σχολές. Ακριβώς η παρουσία της πατερικής ζωής ήταν η παρουσία του μοναχισμού. Μέσα από τους απλούς μοναχούς περνούσε στους απλούς ανθρώπους. Ο γέρο Παναής, ο μακαρίτης, για μένα ο Όσιος Παναής, ήταν αυτός ο οποίος πήγαινε για να γίνει μοναχός. Για διαφόρους λόγους που είναι προσωπικοί, εμένα μού τους είπε, δεν έγινε μοναχός. Ήταν τότε η διαμάχη του παλαιού ημερολογίου. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τόσο φιλήσυχος που δεν μπορούσε να αντέξει τους φανατισμούς μέσα στο μοναστήρι γι’ αυτό και δεν ήταν έτοιμος να γίνει μοναχός.

π. Ανδρέας: Και ο πνευματικός του τού είπε να μείνει.

Γέροντας Εφραίμ: Βέβαια. Ο πνευματικός του, ο παπά-Κυπριανός, του είπε: «κάτσε εκεί που είσαι και θα βρεις αυτό που θέλεις, εκεί στο σπίτι σου». Στη Λύση που ήταν, όπως ο ίδιος μας έλεγε, έκανε τις δουλειές του, αλλά το πρώτο ήταν εκεί στην εκκλησία. Λάτρευε την Παναγία της Λύσης. Θυμάμαι τον ρώτησα: «Γέρο-Παναγή είδες την Παναγία;» Τότε ήμουν λαϊκός. Μου λέει: «Την Παναγία δεν την είδα, αλλά πολλές φορές την αισθάνθηκα την Παναγία. Και με παρηγόρησε άπειρες φορές». Ήταν ακριβώς ένας άνθρωπος που δεν ήθελε να δει όνειρα και οράματα, όπως μερικοί θέλουν. Αλλά βίωνε τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Αυτός ο άνθρωπος και στους γάμους είχε την ίδια έκφραση. Και στις κηδείες πάλι με την ίδια έκφραση. Και στις ακολουθίες και τις λειτουργίες ήταν πάντα με την ίδια έκφραση: την έκφραση της ειρήνης. Έβλεπες ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένα δοχείο του Αγίου Πνεύματος. Και τώρα που είμαι μοναχός, σου ομολογώ, τον φέρνω στη μνήμη μου. Πραγματικά αυτό που λέγει ο Απ. Παύλος ότι ο καρπός του Πνεύματος είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρυστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια», αυτά τα είχε στο πλήρωμα τους αυτός ο άνθρωπος. Πηγαίναμε και καθόμαστε εκεί και μας έλεγε τόσα ωραία πράγματα παραβολικά, τόσα ωραία παραδείγματα. Κατ’ αρχήν δεν σταματούσε από την προσευχή και από την μελέτη. Αυτή ήταν η μόνη του απασχόληση. Όταν γέρασε, μετά την προσφυγιά που δεν έκανε τίποτε, δεν δούλευε. Γιατί προηγουμένως ήταν άνθρωπος φιλόπονος, δούλευε πολύ στα χωράφια. Δεν ήταν κανένας τεμπέλης ή ήταν μόνο νεωκόρος της εκκλησίας. Ήταν άνθρωπος της φιλοπονίας και της εργασίας. Και αυτό το οποίο έκανε τράβηξε πολύ κόσμο κοντά του. Πάρα πολύ ελκύσθηκαν και ωφελήθηκαν και πολλοί μοναχοί, ιδιαίτερα μοναχές, έγιναν εξαιτίας του γέρο-Παναή. Βέβαια και ο Βασίλης και η αδελφή του, η Τρυφωνού, ήταν ενάρετοι άνθρωποι αλλά ο Παναής ήταν κάτι το ξεχωριστό.

π. Ανδρέας:Ήταν ο γέροντάς τους.

Γέροντας Εφραίμ: Ήταν ο γέροντας τους μεν ουσιαστικά, αλλά τυπικά ήταν ο υποτακτικός όλων. Πήγαινες εκεί και δε έπαιρνε πρωτοβουλία. Έβλεπες όμως το σεβασμό που τού είχαν όλοι. Και οι συγγενείς του και οι χωριανοί του. Πόσο τον εσέβοντο. Και όταν έρχονται στο μοναστήρι μας Λυσιώτες πολλές φορές τους προκαλώ για τον Παναή από τη Λύση και όλοι λένε: «αυτός ήταν άγιος». Βλέπεις, στη συνείδηση του λαού της Λύσης και όσων τον γνώρισαν ήταν άγιος. Και στη δική μου συνείδηση αυτός είναι άγιος. Δεν ξέρω αν θα κάνουν ανακομιδή των λειψάνων του…

π. Ανδρέας :Έχει γίνει την ημέρα της κηδείας του Βασίλη στις 27 Αυγούστου 2003. Και έγινε αυτό πάλιν κατά θαυμαστόν τρόπο γιατί είχα την έννοια ότι θα έρχονταν πολλοί και κληρικοί για να πάρουν τα λείψανα. Δεν είχε κανένα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα. Είμαστε τρείς παπάδες, ο π. Φίλιππος, ο π. Χρυστόδουλος και εγώ και δύο εργάτες. Και τα οστά έμειναν μέσα στον τάφο. Γιατί η Τρυφωνού, όταν της είπα να θάψουμε αλλού τον Βασίλη και να μείνει άχρι καιρού η ανακομιδή του λειψάνου, είπε «μα πάντα ήταν μαζί, τώρα να τους χωρίσουμε;». Και έτσι για να μην της χαλάσουμε το χατίρι, που είχε άλλωστε το δικαίωμα να εκφέρει την άποψή της, τους αφήσαμε μαζί. Ετοιμάσαμε ένα κιβώτιο, βάλαμε μέσα τα λείψανα και τα βάλαμε μέσα στον τάφο.
Αυτό που λέτε για την αγιότητα που είναι στη συνείδηση του κόσμου και σε σάς και όλων μας νομίζω, ο παππούς ο Παναής είναι ένας σύγχρονος άγιος, όσιος, νομίζετε έχει σημασία για το λαό του Θεού η ανακήρυξη ενός τέτοιου αγίου σήμερα;

Γέροντας Εφραίμ: Κατ’ αρχήν, π. Ανδρέα, όπως ξέρεις δεν υπάρχει στην ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξη αγίου. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ένα νέο δεδομένο, που γίνεται βέβαια. Παρατηρούμε στην Μονή μας, που είναι χιλιόχρονη Μονή, έχομε τόσους Βατοπαιδινούς αγίους. Δεν βρήκαμε επίσημη ανακήρυξη των αγίων. Δεν υπάρχει έγγραφο όπως τώρα που γίνεται πατριαρχικό σιγίλιο και έρχεται ανακήρυξη, που στην ουσία είναι επίσημη κατάταξη στο αγιολόγιο της Εκκλησίας. Αυτό είναι που κάνει η Εκκλησία τώρα. Αυτό που υπήρχε πάντοτε ήταν το βήμα της Εκκλησίας. Όπως ο άγιος Νεκτάριος. Τον είχαν άγιον πριν να κοιμηθεί. Του Αγίου Σάββα του εν Καλύμνω στις σαράντα μέρες του έφτιαξαν την εικόνα. Βλέπετε εδώ πώς η Εκκλησία λειτουργεί. Θυμάμαι τον Γέροντα μας, όταν διάβασε το βίο του Γέροντος Σιλουανού. Μόλις τον διάβασε μας είπε: «αυτός ο άνθρωπος είναι Άγιος». Προτού ανακηρυχθεί ο Γέροντας Σιλουανός Άγιος. Το ίδιο και για τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς που ανακηρύχθηκε πρόσφατα. Ο Γέροντας πριν την ανακήρυξή του έβγαλε σε μοναχό μας το όνομα Ιουστίνος. Και έλεγε «τώρα εορτάζεις του Αγίου Ιουστίνου του φιλοσόφου, αλλά όταν, ίσως δεν ζω εγώ, θα εορτάζεις του Οσίου Ιουστίνου του Σέρβου».

π. Ανδρέας: Τι ακριβώς σημαίνει το γεγονός ότι εάν δεν υπάρξει επίσημη αναγνώριση δεν μπορεί να γίνει ακολουθία ή εικόνα ή εορτασμός;

Γέροντας Εφραίμ: Γίνεται. Δεν γίνεται σ’ όλη την Εκκλησία αλλά κατά τόπους. Η αναγνώριση της αγιότητος κάποιου μέλους της Εκκλησίας ξεκινά από τους ανθρώπους που τον γνώρισαν και μπορούν να μαρτυρήσουν για την αγιότητά του. Αυτοί γνωρίζουν και έχουν βιώματα της αγιότητος του και τον αγαπούν και τον τιμούν και προσεύχονται σ’ αυτόν. Αν θέλει ο Θεός να δείξει την παρουσία του σ’ όλο το κόσμο αρχίζει και κάνει θαύματα. Όπως ο π. Ιάκωβος ο Τσαλίκης. Είναι ένας σύγχρονος άγιος. Έτσι και ο γέρο-Παναής, σ’ αυτούς που τον γνωρίζουν είναι άγιος. Διότι σου ενέπνεε κάτι το υπερφυσικό, κάτι το θαυμαστό, κάτι το μυστηριώδες, κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο. Τώρα θυμάμαι που φέρνω στη μνήμη μου τη μορφή του. Το χρώμα του προσώπου του, η έκφρασή του προσώπου του, η ταπεινή παράστασή του, η συνεχής χαρά που είχε, αυτά ήταν δείγματα αγιασμού. Δεν τα βρίσκεις κατ’ αρχήν εύκολα αυτά τα πράγματα. Ήταν ιδιαίτερο χάρισμα στον Παναή. Ήταν αδιαλείπτως η παρουσία της χάριτος μέσα του.

π. Ανδρέας: Γι’ αυτό νοιώθαμε όταν φεύγαμε από κοντά του μια χαρά.

Γέροντας Εφραίμ: Μια χαρά και μια ασφάλεια. Ήταν άνθρωπος που παρηγορούσε τον κόσμο με την παρουσία του μόνο. Αυτό που λέει στο Γεροντικό, αν θυμάσαι, που πήγαν στον Αββά Αντώνιο. Πήγε μια παρέα και τον ρωτούσαν διάφορα. Ένας απ’ αυτούς σιωπούσε. Του λέει ο Αββάς: «Εσύ δεν θέλεις κάτι να ρωτήσεις;». Του λέει: «Αββά, αρκεί με το βλέπειν σε». Και όντως. Και εγώ δεν τον ρωτούσα τον γέρο-Παναή. Πήγαινα, καθόμουν εκεί και μου άρεσε έτσι που καθόταν και μιλούσε. Εγώ καθόμουν και τον άκουα και χαιρόμουν. Ήταν ένας όσιος εν τω κόσμω.

π. Ανδρέας: Νομίζετε ότι πρέπει να κάνουμε μια εικόνα ή μια ακολουθία σιγά-σιγά με την έννοια της παρηγοριάς του κόσμου.

Γέροντας Εφραίμ: Δεν μπορεί κανείς να εμποδίσει τα μέλη της εκκλησίας αυθόρμητα να προσεύχονται σ’ αυτόν. Δεν δίνει κανείς γραμμή. Ξέρετε, φτιάξτε εικόνα. Σαν εμείς, θυμάμαι, για τον Νικόλαο Πλανά. Μόλις διάβασα τον βίο του, μου δημιουργήθηκε μια αγάπη γι’ αυτόν τον άνθρωπο και παραγγείλαμε εικόνα με το φωτοστέφανο, προτού ανακηρυχθεί επίσημα άγιος. Και την είχαμε. Και είχαμε την αίσθηση μέσα μας ότι κάποτε θα ανακηρυχθεί άγιος. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι δεν μπορείς να εμποδίσεις τα μέλη της εκκλησίας που βιώνουν αυθόρμητα να κάνουν και μια εικόνα για τον γέρο-Παναή. Πήγε ο π. Νήφων στον Οικουμενικό Πατριάρχη και του έδειξε μερικές τοιχογραφίες που υπάρχουν σε ένα παρεκκλήσιο. Είναι ο Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής, ο γέρο-Πορφύριος, ο Γέρο-Παΐσιος, ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, ο Γέρο-Ιάκωβος, ο Γέρων Σωφρόνιος. Του λέγει ο Πατριάρχης: «Πολύ προτρέχεις». «Παναγιώτατε, του λέγει, το βίωμα της εκκλησίας είναι πρώτα και η Εκκλησία βλέποντας το βίωμα έρχεται και επισήμως αναγράφει στο αγιολόγιο της». Ο Πατριάρχης βλέποντας τις αγιογραφίες τις ασπάσθηκε μία μία. Και μάλιστα όταν ήλθε εδώ στο Άγιον Όρος εκεί στη σύναξη των ηγουμένων και αντιπροσώπων στην Ιερά κοινότητα ανέφερε ότι σιγά σιγά η Μήτηρ Εκκλησία θα προβεί στην επίσημη αγιοκατάταξη αυτών των εναρέτων γερόντων. Αυτό είναι πραγματικά, ότι η εκκλησία συνεχίζει και βγάζει αγίους. Όπως έλεγε και ο γερό-Παΐσιος ότι στη Δευτέρα παρουσία θα έχουμε πολλές εκπλήξεις. Βέβαια εκπλήξεις θα έχουμε μ’ αυτούς που θεωρούμε εναρέτους και καμιά φορά δεν είναι. Εκεί δεν θα τους δούμε εναρέτους. Και από την άλλη θα δούμε αυτούς που δεν τους εκτιμήσαμε πολύ και θα λάμπουν ως μεγάλοι αστέρες στην μακαριότητα του Θεού. Γι’ αυτό και ο γερό-Παναής είναι ένας άνθρωπος που δοξάζει την Εκκλησία και οι προσευχές του βοηθούν το νησί μας και όλην την οικουμένη και είναι ένας άνθρωπος που πραγματικά αποτελεί ένα πρότυπο για πολλούς ανθρώπους. Και βλέπει κανείς ότι και μέσα στον κόσμο είναι εφικτός ο αγιασμός. Ο Παναής πώς απέκτησε τον αγιασμό; Μέσα στο λιβάνι, μέσα στις ακολουθίες, μέσα στη μετάνοια, μέσα στην προσευχή, μέσα στις λειτουργίες. Αλίμονο! το Άγιο Πνεύμα πήρε σύνταξη από το κόσμο και είναι μόνο στη έρημο; Ή υπάρχει καλογερική πνευματικότης και κοσμική πνευματικότης; Το ίδιο ευαγγέλιο υπάρχει.

π. Ανδρέας: Ζούσε ασκητικά μέσα στον κόσμο.

Γέροντας Εφραίμ: Χωρίς ασκητική ζωή δεν μπορεί να φτάσει κανείς στον αγιασμό. Το κύριο γνώρισμα της Εκκλησίας μας είναι η ασκητική ζωή. Οι ασκητισμοί δεν είναι μόνο στα μοναστήρια. Οι ασκητισμοί είναι θεολογικά η μορφή της εν Χριστώ ζωής. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι στη Δύση δεν υπάρχει ασκητισμός. Όταν πήγα στην Ιταλία να δω εκεί το έργον του δικού μας του π. Νείλουτου Βατοπαιδινού, πήγα και σε διάφορα μοναστήρια των Καθολικών. Είδα ανθρώπους καλοκάγαθους μοναχούς, καλοσυνάτους αλλά όπως εγώ το βλέπω -δεν λέω ότι εγώ είμαι φορέας της αλήθειας- δεν είδα τη χάρη του Θεού που την είδα στον γέρο-Παναή. Δεν την είδα στα πρόσωπά τους. Διότι είναι ακριβώς η εκκλησία που είναι «μία αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία». Εάν σ’ αυτήν είμαστε και είμαστε ενταγμένοι σωστά και ακολουθούμε τη ζωή της Εκκλησίας το προσδοκώμενο είναι ο αγιασμός.

π. Ανδρέας: Μπορεί δηλ. ένας μοναχός καθολικός να έχει μία παρά πάνω άσκηση από άλλους ορθοδόξους στον κόσμο και όμως αυτός να μην αγιαστεί;

Γέροντας Εφραίμ: π. Ανδρέα, όπως ξέρεις η χάρις του Θεού είναι που αγιάζει. Εάν ο άνθρωπος είναι εκτός Εκκλησίας… Βέβαια εμείς δεν είμαστε οι κριτές. Μιλούμε όμως για την βεβαία οδό αγιασμού πού βρίσκεται στην «αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Τώρα τι θα κάνει ο Θεός μ’ αυτούς και με τους μουσουλμάνους δεν ξέρουμε. Ο Απ. Παύλος μας μιλά για την συνείδηση του καθενός που θα τον οδηγήσει στον δρόμο αυτόν που πρέπει αλλά εμείς μιλούμε για τη βεβαία και ασφαλή οδό αγιασμού που είναι μέσα στην Εκκλησία.

π. Ανδρέας: Ποιο ήταν το μυστικό του παππού Παναή για να έχει αυτή τη χάρη που είχε;

Γέροντας Εφραίμ: Το μυστικό του ήταν η εξάρτησή του από ένα πνευματικό. Όπως είπα και στην τράπεζα, δεν μπορεί κανείς να βιώσει τον αγιασμό αν δεν παρακάθηται στην υπακοή ενός πνευματικού διδασκάλου, γέροντος. Οπωσδήποτε πρέπει κάθε άνθρωπος στον κόσμο να έχει πνευματικό. Και ο καθένας που θέλει να βρει τη χάρη του Θεού, όπως ο μοναχός έχει το Γέροντά του, πρέπει και ο καθένας να έχει τον πνευματικό του. Ο γέρο-Παναής, από το διάλογο που είχαμε μαζί του, κατάλαβα πόση πίστη και εμπιστοσύνη, σεβασμό και αγάπη άκρατο έτρεφε στο Γέροντά του τον παπά-Κυπριανό το Σταυροβουνιώτη. Και έλεγε: «Σ’ αυτόν οφείλονται όλα. Αυτός μας τα είπε αυτά, αυτός μας τα δίδαξε. Εμείς είμαστε, όπως έλεγε, ξύλο απελέκητο. Αυτός μας τα δίδαξε». Θέλω να πω ότι ο άνθρωπος ο οποίος συμβουλεύεται και δεν είναι αυτοσύμβουλος και πραγματικά έχει το Γέροντά του, τον πνευματικόν πατέρα, τότε παίρνει. Και ,όπως σου είπα και κατ’ ιδίαν, χρειάζονται σήμερα οι «εμπνέοντες», οι οποίοι θα μας δίνουν την έμπνευση. Και αυτοί ποιοί είναι; Αυτοί που βιώνουν την ορθόδοξη πνευματικότητα. Εάν όντως ο άνθρωπος βιώνει την ορθόδοξη πνευματικότητα τότε αυτός είναι ο εμπνέων. Τέτοιους ανθρώπους θέλουμε σήμερα. Και ιερείς και αρχιερείς στον κόσμο και ηγουμένους και μοναχούς και ιερομονάχους και αρχιμανδρίτες αλλά και λαϊκούς οι οποίοι να εμπνέουν. Και άνθρωποι λαϊκοί ξέρετε πολλές φορές πόσο βοηθούν, όπως ο γέρο-Παναής. Την εργασία που έκανε ο γέρο-Παναής ποιος κληρικός την έκανε; Σου λέγω, πολύ ελάχιστοι. Πολύ λίγοι. Και όμως με τη σιωπηλή μυστική παρουσία του, που δεν έκανε «ντόρο» ποτέ… Άκουσες ποτέ να κάνει καμιά ομιλία ο γέρο-Παναής; Όμως το σπίτι του ήταν κέντρο συνάξεως των πιστών. Από τη Λύση μέχρι και να κοιμηθεί μαζεύονταν οι άνθρωποι και τους μιλούσε και έφευγαν «πεπλησμένοι» χάριτος. Αυτή η μυστική και σιωπηλή παρουσία του γέροντος Παναή ήταν αυτή που ωφέλησε με ένα αφανή μυστικό τρόπο τα μέλη της Εκκλησίας.

π. Ανδρέας: Γέροντα, παίρνοντας αφορμή από τον Άγιον Συμεών τον Νέον θεολόγο, που ήταν κληρικός και ο Γέροντας του Συμεών ο Ευλαβής ήταν μοναχός χωρίς ιερωσύνη. Μιλά και ο Άγιος Συμεών για την πνευματική πατρότητα. Νομίζω ότι διαφοροποιείται από την εξομολόγηση. Ο παππούς ο Παναής, κατά την αντίληψή μου, την εμπειρία μου, ήταν ένας Γέροντας, πνευματικός πατέρας. Δεν είχε όμως ιερωσύνη. Πείτε μας λίγα λόγια για τη διαφορά. Άλλωστε και ο Γέροντάς σας δεν είχε ιερωσύνη.

Γέροντας Εφραίμ: Οπωσδήποτε έτσι είναι, όπως τα λέτε. Κατ’ αρχήν δεν είναι αναγκαία η σύνδεση της πνευματικής πατρότητας με την ιερωσύνη και στον μοναχισμό. Απόδειξη είναι οι μεγάλοι Πατέρες. Ο Αββάς Αντώνιος δεν ήταν ιερέας. Και ήταν ο πνευματικός πατέρας του Μ. Αθανασίου, που ήταν αρχιερέας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Ο Άγιος Παχώμιος δεν ήταν ιερέας, που ήταν πατέρας χιλιάδων μοναχών. Ο Άγιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος δεν ήταν ιερέας. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης δεν ήταν ιερέας και είναι πατριάρχης του Αθωνικού μοναχισμού. Άρα, λοιπόν, η πνευματική πατρότητα, και πρέπει αυτό να τονισθεί, δεν απαιτεί τη σχέση με την ιερωσύνη. Δεν είναι αναγκαία η σχέση της με την ιερωσύνη. Για την πνευματική πατρότητα είναι αναγκαία η πνευματική γνώση. Και όταν λέμε πνευματική γνώση εννοούμε την πνευματική εμπειρία. Θυμάμαι όταν διάβασα τον «κατά πλάτος» βίο του Αγίου Παχωμίου ότι εκεί λέει ότι μετά τους αποστολικούς Πατέρες προηγούνται οι έχοντες πνευματική γνώση και αυτοί είναι οι πατέρες οι πνευματικοί. Γι’ αυτό και ο Άγιος Νεκτάριος κάπου σε μια επιστολή του, δεν ξέρω αν το διαβάσατε, θεωρεί τον μοναχό ανώτερο του αρχιερέως. Δεν καταφρονούσε την αρχιερατική τιμή. Ξέρουμε ότι ο αρχιερέας και ο επίσκοπος είναι το κύριο και πρώτο θεσμικό όργανο της χάριτος σε μια τοπική Εκκλησία. Η αρχιερατική όμως χάρις είναι χάρισμα και δίνεται δωρεάν. Ενώ η πνευματική γνώση δίνεται δωρεάν αλλά με την ασκητική προϋπόθεση. Άρα, λοιπόν, η πνευματική γνώση προηγείται και της αρχιερατικής τιμής ακόμα. Βέβαια, έχομε τον γέρο-Παΐσιο σήμερα, που είναι ένας απλός μοναχός. Βάλε οποιουσδήποτε αρχιερείς. Σε ποιον θα πάει το ενδιαφέρον μας; Στο γέρο-Παΐσιο. Γιατί; Διότι ήταν άνθρωπος που είχε το πλήρωμα της πνευματικής γνώσεως. Και ο γέρο-Παναής. Ήταν λαϊκός μεν αλλά ήταν πνευματικός καθοδηγητής σε πολλούς ανθρώπους. Και ξέρω ότι έλυνε άλυτα προβλήματα, τα οποία ήταν προβλήματα τόσον δυσχερή και τόσον πολυποίκιλα! Τα έλυνε ο γέρο-Παναής. Αυτά τα προβλήματα δεν μπορούσαν οι πνευματικοί να τα λύσουν. Γιατί; Μήπως δεν λειτουργούσε καλά το μυστήριο της εξομολογήσεως; Όχι. Διότι άλλο το μυστήριο της εξομολογήσεως στο οποίο θα πεις μερικά αμαρτήματα για να πάρεις την άφεση των αμαρτιών και άλλο να πας εκεί για να πάρεις μια πνευματική κατεύθυνση και τη λύση ενός προβλήματος το οποίο να μην εφάπτεται αμαρτίας. Και όμως θέλεις μια λύση που δεν μπορεί ένας πνευματικός που δεν έχει την ανάλογη πνευματική γνώση να σου τη δώσει. Ο γερό-Παναής ήταν άνθρωπος που έδινε τέτοιες λύσεις και μάλιστα και σε ιερείς, και αρχιμανδρίτες και σε μοναχούς. Ο γέρο-Παναής έδινε συμβουλές και έλυνε προβλήματα.

π. Ανδρέας: Αφού και εγώ τον είχα γέροντά μου. Εξομολογούμουν στο Σταυροβούνι τότε.

Γέροντας Εφραίμ: Πολλές μοναχές, π. Ανδρέα, τον είχαν γέροντα. Πάρα πολλές μοναχές. Μάλιστα τον καιρόν που ήταν εκεί ο γέρο-Παναής είχαμε και έλλειψη πνευματικού. Δεν είχαμε πολλούς ιερομονάχους με πνευματική γνώση ώστε να κατευθύνουν τα μοναστήρια, γι’ αυτό βλέπεις ο γυναικείος μοναχισμός πριν πενήντα χρόνια ήταν σε μια κατάπτωση διότι έλειπαν οι πνευματικοί.

π. Ανδρέας: Πείτε μας λίγο γι’ αυτή την πνευματική πατρότητα. Τι εννοούμε λέγοντας να είναι ένας πνευματικός πατέρας, σε τι συνίσταται αυτό και ποια η διαφορά ενός εξομολόγου από τον πνευματικό πατέρα;

Γέροντας Εφραίμ: Κατ’ αρχήν ο εξομολόγος είναι ένας ιερέας, ο οποίος έχει τη χάρη της ιερωσύνης και μπορεί να εξομολογεί. Άλλο πνευματική πατρότητα και άλλο εξομολόγηση. Ξέρω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι εξομολογούνται έξω σ’ ένα πνευματικό, λένε τις αμαρτίες τους και παίρνουν την άφεση και ο πνευματικός θα τους πει «ξέρεις παιδί μου δεν θα κοινωνήσεις για έξι μήνες». Πέραν τούτου δεν μπορεί να τους πει κάτι. Να τους βάλει ένα όρο. Ή μου λέει κάποιος: «Πότε πρέπει να κοινωνώ;» Του λέω: «Παιδί μου πας και εξομολογείσαι;» «Ναι. Αλλά ο πνευματικός δεν μου λέει πότε θα κοινωνώ». «Όποτε πεινάς θα τρως. Ο πνευματικός δεν θα σου πει πότε θα κοινωνάς. Για ένα χρονικό διάστημα δεν θα κοινωνάς διότι είχες επιτίμιο. Πέραν τούτου εσύ θα δεις πως θα κοινωνάς». Και ακριβώς αυτό το πράγμα, η πνευματική μέθοδος αν έχεις σχέση με ένα πνευματικόν πατέρα αυτός θα σου το καθορίσει γιατί σ’ αυτόν αναθέτουμε την όλην ζωή μας και παίρνουμε συμβουλές για όλη τη ζωή μας όχι μόνο μας ενδιαφέρει η συγχώρηση των αμαρτιών. Η συγχώρηση των αμαρτιών είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι πώς θα καθοδηγηθούμε και πώς θα κατευθυνθούμε στην πνευματική οδό που οδηγεί προς τον αγιασμό. Ακριβώς ο πνευματικός πατέρας είναι εκείνος που γεύεται τα θεία και μας τα προσφέρει. Λέμε αυτός είναι παραδοσιακός. Δεν είναι παραδοσιακός αυτός που διαβάζει τα βιβλία. Παραδοσιακός είναι αυτός που παραδίδει την πνευματική ζωή από πρώτο χέρι. Και ακριβώς οι πνευματικοί πατέρες παραδίδουν από το βίωμα τους και την εμπειρία τους σε μας και ένας άνθρωπος μπορεί να είναι απλός, λαϊκός ακόμα, και να βιώνει τη χάρη και να παραδίδει. Γι’ αυτό πνευματικός πατέρας είναι ο ανάδοχος είναι εκείνος που αναδέχεται την όλην ζωήν αυτού που τον έχει πνευματικόν πατέρα και προσεύχεται κατ’ αρχήν γι’ αυτόν τον άνθρωπο, αναπληροί τις ελλείψεις του με την προσευχή του ως πνευματικός πατέρας, όπως ο Απ. Παύλος. Εγώ, λέει, θα μορφώσω τον Χριστόν μέσα σας. Εγώ θα γίνω θύμα για σας για να σας κερδίσω διότι ακριβώς εξέφραζε την πνευματική πατρότητα. Και οι πατέρες στο Άγιον Όρος και όλοι οι άνθρωποι που βιώνουν τη χάρη, χωρίς να το καταλάβουν τους κυνηγά ο κόσμος και πληροφορείται η καρδία του καθενός και πηγαίνουν και τους έχουν πνευματικούς πατέρες. Η πνευματική πατρότητα δεν διαφημίζεται αλλά βιώνεται από τα μέλη της Εκκλησίας.

π. Ανδρέας: Εν Πνεύματι Αγίω.

Γέροντας Εφραίμ: Εν Πνεύματι Αγίω.

π. Ανδρέας: Έχετε αισθανθεί κάτι από τον παππού Παναή.

Γέροντας Εφραίμ: Ακούστε. Ο γέρο-Παναής είναι ένας άνθρωπος αγιασμένος αλλά να σας πω κάτι, τέλος πάντων, έτσι για την τιμήν και την αγάπην στο πρόσωπό του. Μου έλεγε ο παπά-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης κάποτε, ότι όταν μνημονεύεις στην προσκομιδή κάποιο και αισθανθείς μια καύση στην καρδία σου, αυτό είναι πνευματικό γεγονός, που το αισθάνονται οι μοναχοί, να ξέρεις ότι αυτός ο άνθρωπος έχει παρρησία. Δεν σας αποκρύπτω ότι αισθάνομαι όταν μνημονεύω τον γέρο-Παναή μια αυθόρμητη καύση στην καρδία μου. Αυτό είναι δείγμα της παρρησίας του. Διότι ο άνθρωπος αυτός τον μνημονεύομε και ανταποδίδει τις ευχές του με τη δύναμη της ευπαρουσιάστου προσευχής του.

π. Ανδρέας: Το να ανακηρυχθεί επίσημα ένας άγιος δίνεται η δυνατότητα στους πιστούς να επισημοποιήσουν αυτήν την αγιότητα, να την τιμήσουν και να αποκομίσουν απ’ αυτήν. Νομίζω στην Εκκλησίαν της Κύπρου, εδώ και αιώνες έχει ν’ ανακηρυχθεί άγιος.

Γέροντας Εφραίμ: Νομίζω υπάρχουν άγιοι. Δεν ξέρω γιατί δεν ανακηρύχθηκαν. Ο ιερομάρτυρας Κυπριανός, ο εθνομάρτυρας. Αυτός είναι απόλυτα και αυτοί που μαρτύρησαν μαζί του είναι απόλυτα άγιοι. Βλέπετε έρχεται το Οικουμ. Πατριαρχείο και όλους όσοι μαρτύρησαν επί Τουρκοκρατίας και μάλιστα χθες, αν πρόσεξες, γιορτάσαμε δυο-τρεις αγίους τον Άγιον Αμβρόσιον, Νεόφυτον και Μακάριον τους Βατοπαιδινούς που όταν πήγαν την Αγίαν Ζώνη στην Κρήτη τους έπιασαν οι Τούρκοι τους είπαν να αλλαξοπιστήσουν και επειδή αρνήθηκαν τους αποκεφάλισαν. Αυτοί είναι άγιοι. Και έρχεται το Οικουμ. Πατριαρχείο και ανακηρύσσει όσους μαρτύρησαν κληρικούς ως αγίους. Για μένα ο εθνομάρτυρας Κυπριανός είναι ό άγιος ιερομάρτυρας Κυπριανός και η συνοδεία του και δεν σου αποκρύπτω ότι στα τάγματα που βγάζω στην μερίδα των μαρτύρων βάζω και τον ιερομάρτυρα Κυπριανό και αισθάνομαι ότι είναι τέλειος άγιος. Όταν είναι θέλημα Θεού θα ανακηρυχθούν. Ο άγιος δεν είναι μόνο αυτός που κάνει θαύματα. Ο άγιος είναι αυτός που βίωσε τον Χριστό. Ο Απ. Παύλος τι θαύματα έκανε; Ο Άγιος Νεκτάριος πιο πολλά θαύματα έκανε από τον Απ. Παύλο. Και όμως ο Απ. Παύλος θεωρείται από μερικούς ο πρώτος μετά τον ένα. Γιατί ακριβώς εβίωσε το ορθόδοξο ήθος και το μετέφερε και το μετέδωσε σαν τέλειος αληθινός πνευματικός πατέρας.

π. Ανδρέας: Πολύ σημαντικά αυτά. Να τελειώσουμε. Θα ήθελα να μας πείτε από τις εμπειρίες σας κάποια γεγονότα που έμειναν μέσα σας στη επικοινωνία και τη σχέση που είχατε με τον παππού Παναή.

Γέροντας Εφραίμ: Ήδη ανέφερα. Η αίσθηση του στην ακολουθία, η αίσθηση του στη Λειτουργία. Όταν έβλεπες τον γέρο-Παναή μέσα στη Θεία Λειτουργία ιδιαίτερα, έλεγες αυτός ο άνθρωπος είναι εκεί, είναι παρών. Είχες την αίσθηση ότι ήταν μόνος του, όπως λέμε «μόνος μόνω τω Θεώ». Δεν έβλεπε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνεχώς ήταν αφοσιωμένος στο μυστήριο. Ήταν εκτός τόπου και εκτός χρόνου. Είχε τέτοια βίωση. Πήγαινε να μεταλάβει με τέτοιο δέος, με τέτοια αίσθηση, με τέτοιο πόθο. Είχε τον πόθο του Θεού αδιάλειπτο, είχε την αίσθηση του Θεού αδιάλειπτη. Μα αυτά είναι οι καρποί του Πνεύματος. Και αυτή την χαρά, την αγαλλίαση που έδινε. Και σ’ αυτούς που δεν μιλούσαν. Πολλές φορές ένας άγιος άνθρωπος εντυπωσιάζει και αυτούς που δεν μιλούν. Και ένα μεγάλο όπλο που έχουν οι άνθρωποι του Θεού είναι η σιωπή τους. Η σιωπή η οποία λαλεί, βοά με ένα μυστικόν τρόπο. Ο γέρο-Παναής είχε αυτό το χάρισμα όπου πήγαινε. Μια φορά, θυμάμαι, περπατούσα στη Λάρνακα και τον είδα στο αυτοκίνητο. Κάποιος τον έπαιρνε κάπου. Αυτός δεν με είδε. Εγώ τον είδα. Και αμέσως ήρθε μια αγαλλίαση μόνο που τον είδα και πέρασε με το αυτοκίνητο. Αυτό δεν ήταν ένα συναίσθημα. Ήταν ένα αγιοπνευματικό γεγονός. Δεν είναι ένα συναίσθημα, όπως βλέπει μια μάνα το παιδί της και χαίρεται διότι είναι συνδεδεμένη συναισθηματικά. Αυτό δεν έχει σχέση με το συναίσθημα. Ο αγιασμός δεν έχει σχέση με το συναίσθημα. Ο αγιασμός είναι υπέρ φύσιν ζωή που δεν άπτεται του συναισθήματος.

π. Ανδρέας: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Τις ευχές του να έχουμε.

Γέροντας Εφραίμ: Και πιστεύω ότι πάρα πολλοί θα τον είδαν και μετά θάνατον. Νομίζω με την παρουσία και την προβολή τέτοιων ανθρώπων αναπτύσσεται το αίσθημα στο λαό ότι και στον κόσμο είναι εφικτός ο αγιασμός. Διότι εγώ σας λέω, π. Ανδρέα, ότι ο μοναχισμός ως κατάσταση βοηθεί τον μοναχό να γίνει τέλειος χριστιανός. Αλλά σας λέω ότι γνώρισα μερικούς λαϊκούς ανωτέρους σε πνευματική κατάσταση από μοναχούς. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει». Βλέπετε ένας μοναχός φεύγει από τον κόσμο και έρχεται στην έρημο. Δεν έρχεται με καταφρόνηση ότι αυτοί είναι αμαρτωλοί και φεύγουμε. Απλώς φεύγει και απορρίπτει, όχι το ανθρώπινο πρόσωπο, απορρίπτει τον αρρωστημένο τρόπο ζωής. Έρχονται τόσοι άνθρωποι στα μοναστήρια. Υπάρχει οικονομική κρίση στην Ελλάδα και στην Κύπρο έπεται. Βλέπετε έρχονται τόσοι άνθρωποι στο Άγιον Όρος. Για να έρθουν τόσοι άνθρωποι στο Άγιον Όρος χρειάζονται πολλά χρήματα, κόπο και χρόνο. Και όμως έρχονται γιατί αισθάνονται συγγενείς με τους μοναχούς. Σαν να είναι του ιδίου φυράματος, της ιδίας πνευματικής ύλης. Γι’ αυτό έρχονται και συναντούν τους μοναχούς. Γιατί δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ μοναχισμού και της εν κόσμω ζωής. Απλώς υπάρχει μια παραλλαγή πνευματικής ζωής. Π.χ. έρχεσθε εσείς. Δεν σας βγάζουμε έξω από την τράπεζα. Και συντρώγομε και συμπροσευχόμεθα και συλλειτουργούμεθα διότι είναι άπαντα κοινά. Και τα μοναστήρια είναι ακριβώς ένα πνευματικό κέντρο για όλα τα μέλη της Εκκλησίας.

π. Ανδρέας: Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Εύχεσθε και υπέρ ημών.

Γέροντας Εφραίμ: Και σεις να μας μνημονεύετε, γιατί όλοι μας έχομε ανάγκη.


http://www.agiosgeorgiosmakris.com/-ahdoni.blogspot.com

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers