Αρχείο

Archive for the ‘ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ’ Category

Ο Β΄ Τόμος των Απάντων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού (Βιβλιοπαρουσίαση).

Απριλίου 3, 2012 2 σχόλια

 

επιμέλεια:

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου-

πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη

 

Η Ιερά Μεγίστη  Μονή Βατοπαιδίου εξέδωσε τον Β΄Τόμο των Απάντων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.

Ο Β  τόμος περιέχει είκοσι οκτώ(28)  Λόγους του Αγίου, που αναπτύσσονται σε  σε 445 σελίδες.

Οι λόγοι αυτοί γράφτηκαν στην Ρωσία κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του Οσίου στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Ότροτς της Επισκοπής Τβερ  μετά το έτος 1534.

Η μετάφραση από τα ρωσικά στα ελληνικά έγινε από τον Μάξιμο Τσυμπένκο (Κλασικό φιλόλογο, ιστορικό-ελληνιστή, καθηγητή της Φιλοσοφίας του Πολυτεχνείου Κιέβου και της Θεολογικής Ακαδημίας Κιέβου) και η θεολογική θεώρηση της μετάφρασης είναι της κυρίας  Ειρήνης Κασάπη, δρος Θεολογίας.

Τον τόμο προλογίζει ο Μητροπολίτης Άρτας κ. κ. Ιγνάτιος,  ο οποίος μεταξύ των άλλων σημειώνει :

«Οι λόγοι είναι εξόχως σημαντικοί, διδακτικοί και επικοδομητικοί. Μαρτυρούν δε, κατά τον πλέον σαφή τρόπο το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου Μαξίμου, όπως αυτό διαμορφώνεται και εκφράζεται μέσα από την ευρυμάθειά του, την αγιογραφική και αγιοπατερική κατάρτισή του και την οσιακή και ασκητική του ζωή».

Η εισαγωγή του τόμου είναι του κ. Μιχάλη Τρίτου, Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.

(Υπενθυμίζουμε ότι τα έργα του Αγίου Μαξίμου εκδόθηκαν αρχικά από την Θεολογική Ακαδημία του Καζάν από το 1839-1862 σε τρεις τόμους, όπου συμπεριλήφθηκαν εκατόν τριάντα λόγοι του στα παλαιορωσικά.  Στη συνέχεια η Λαύρα του Αγίου Σεργίου επανέκδωσε τους τρεις τόμους το 1910 και το 1996 στα ρωσικά της εποχής εκείνης, ενώ το 2006 στην καθομιλουμένη σύγχρονη ρωσική γλώσσα.)

Περιεχόμενα του Τόμου.

Στον Α΄Λόγο, που φέρει τον τίτλο Ομολογία Πίστεως, ο Άγιος προσπαθεί να αποδείξει στους κατηγόρους του ότι είναι ορθόδοξος μοναχός. Ομολογεί την πίστη του στον Ένα και Τριαδικό Θεό, διακηρύσσει την Θεότητα του δευτέρου  και του τρίτου  προσώπου της Αγίας Τριάδας, αναφέρεται με σεβασμό στις Οικουμενικές Συνόδους, που εδογμάτισαν τα της Ορθοδόξου Πίστεως και ως γνήσιος Αγιορείτης Μοναχός εκφράζει τον ιδιαίτερο σεβασμό που έχει προς το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, για την οποία γράφει και τα εξής.

«Ομολογώ και κηρύττω σε κάθε Ορθόδοξο πιστό την ευλογημένη Δέσποινά μου Θεοτόκο, τη  προστάτιδα και Υπέρμαχο όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, ότι Αυτή είναι Αγία και Πάναγνη και Πανάχραντη και Αειπάρθενη. Ακόμα και πριν από την θεία και άσπορο σύλληψη του ενσαρκωμένου από Αυτήν Μονογενούς Υιού του Θεού, κατά την ίδια την γέννηση και μετά την γέννηση εκείνη παρέμεινε Παναγία Παρθένος. Όπως δεν εγνώρισε πειρασμό ανδρός πριν  από την άσπορη σύλληψη του Εμμανουήλ, έτσι παρέμεινε και μετά την Γέννησή Του. Ας μην επιτρέψει κάποιος από τους χριστιανούς στον εαυτό του να διανοηθεί σχετικά με αυτά κάτι βλάσφημο για την Παναγία και Αειπάρθενο, την Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ασυγκρίτως ενδοξοτέρα των Σεραφείμ!»(σελ.26).

Παράλληλα αναφέρεται σε θέματα ορθοπραξίας, όπως αποφυγή της  κερδοσκοπίας, της τοκογλυφίας, της αδικίας, της αρπαγής έργων και περιουσιών.

Στην συνέχεια αντικρούει τις κατηγορίες για την προσβολή του ρωσικού κράτους. Τις χαρακτηρίζει ψευδείς και ανυπόστατες. Γράφει σχετικά:

«Σας ικετεύω λοπόν, ορθόδοξοι, μην ακούτε αυτές τις άδικες συκοφαντίες …Φωτιζόμενος και νουθετούμενος από την Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ακατάπαυστα με όλη την ψυχή μου προσεύχομαι στον κοινό Άρχοντα και Δημιουργό να ελεεί και να σώζει το θεοφύλακτο κράτος και να δίνει μακροζωία και υγεία στον ευσεβή και μεγάλο ηγεμόνα της Ρωσίας Ιωάννη, γιο του Βασιλείου, και στον αδελφό του, τον ηγεμόνα Γεώργιο. Κάθε μέρα δέκα φορές γονατιστός προσεύχομαι γι’ αυτούς μπροστά στον βασιλεύοντα στους ουρανούς Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον οποίο καλώ ως μάρτυρα ότι λέγω την αλήθεια. Πού βασίζονται λοιπόν ορισμένοι και με συκοφαντούν άδικα αποκαλώντας με προδότη και εχθρό του θεοφύλακτου Ρωσικού κράτους; Ας μην τους καταλογίσει Κύριος ο Θεός αυτήν την αμαρτία!…Δεν είναι ούτε καλό ούτε πρέπον στους ιερείς του Κυρίου Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, του Υψίστου αρχιερέα, να υπερχειλίζουν από οργή, θυμό και μνησικακία, να μισούν άδικα και να καταδιώκουν με εχθρότητα τους αθώους και μάλιστα αυτούς που προσεύχονται για σας ακατάπαυστα και αγωνίζονται με θείο ζήλο και εργάζονται για την ευαγγελική αλήθεια και την ευταξία του μοναχικού βίου.(σελ.31)

Επίσης κάνει ιδιαίτερη αναφορά ο Όσιος σε ορισμένους αδόκιμους, μεταφραστικούς όρους όπως π.χ. «καθίσας» και «εκάθισας», για τους οποίους κατηγορήθηκε για εισαγωγή αιρετικών διδασκαλιών, αφού στερεί τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού από την θέση του εκ δεξιών του Πατρός. Αποκαλύπτει ότι δεν φταίει ο ίδιος αλλά οι Ρώσοι μεταφραστές Δημήτριος και Βλάσιος, οι οποίοι τους μετέφρασαν από την λατινική στην Ρωσική, αφού ο ίδιος δεν είχε ακόμα επαρκή γνώση της ρωσικής.

«…Εγώ καλώντας ως μάρτυρα τον Θεό, τον μόνο καρδιογνώστη, από τον οποίο δεν μπορεί να κρυφθεί κανείς, σας απαντώ …Εάν πίστευα ποτέ ή πιστεύω τώρα ή σχεδιάζω να πιστεύω στο μέλλον μία τέτοια μεγάλη βλασφημία κατά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όπως με κατηγορούν άδικα οι συκοφάντες μου, ας μου στερήσει ο Κύριος την μέλλουσα κοινωνία με τους πιστούς και ας μου αρνηθεί την εκ δεξιών θέση δίπλα στον φοβερό Κριτή όταν έλθει Αυτός να δικάσει ζώντας και νεκρούς. Ας αφορισθώ από τα πρόσωπά τους και ας στερηθώ την αιώνια δόξα και την αγαλλίαση και ας καταδικαστώ στο πυρ  το εξώτερο μαζί με τον αισχρό Άρειο! Εγώ ωστόσο μαζί με τον θείο Απόστολο Παύλο κηρύττω ορθά και λέω με όλη την ψυχή μου: «Ος ων απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, φέρων τε τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού, δι΄εαυτού καθαρισμόν ποιησάμενος των αμαρτιών ημών εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς…»(Εβρ.1,3)…Ας γνωρίζετε θεοφιλέστατοι επίσκοποι και λαμπροί ηγεμόνες και βογιάροι, ότι όταν εγώ ο αμαρτωλός πραγματοποίησα την διόρθωση του Τριωδίου, μετέφραζα τις λέξεις στους μεταφραστές σας Δημήτριο και Βλάσιο στην λατινική γλώσσα, επειδή δεν γνώριζα ακόμα πλήρως την γλώσσα σας …..δίκαιο είναι να αναγνωρισθούν αίτιοι αυτής της αμελείας εκείνοι και όχι εγώ, επειδή δεν γνώριζα τότε την διαφορά αυτών των εκφράσεων. Αν το γνώριζα δεν θα σιωπούσα, αλλά οπωσδήποτε θα διόρθωνα αυτή την απρεπή παραδρομή. Ποιο όφελος άραγε θα είχα από αυτά τα μαύρα κουρέλια, τις προσευχές, τον μοναχικό βίο και αυτές τις πολυετείς κακουχίες μου, αν αποδειχθώ ότι βλασφημώ τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μου, τον Ιησού Χριστό, στον οποίο ευελπιστώ από την νεότητά μου; ..»(σελ.29,30).

Οι Λόγοι Β, Γ και Δ είναι αντιρρητικοί κατά των Ιουδαίων, που αρνούνται το μεγάλο γεγονός της Θείας του Σωτήρος Ενανθρωπήσεως. Ο Άγιος Μάξιμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στα κείμενα του Σαμουήλ του Ιουδαίου,  τα οποία μετέφρασε ο Νικόλαος Γερμανός από την λατινική στην ρωσική.

Ο Ε Λόγος είναι στηλιτευτικός κατά της ελληνικής πλάνης και γελοιοποιεί  τους Θεούς του Ολύμπου. Υπερτονίζει την μοναδικότητα της χριστιανικής αλήθειας και εκλαϊκεύει δύσκολες θεολογικές έννοιες όπως το δόγμα της Αγίας Τριάδας.

«Ο Θεός δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον Λόγο και το Πνεύμα, που είναι ίσοι και ομοούσιοί Του, όπως ούτε ο ήλιος χωρίς την θερμότητα και τις ακτίνες του, ούτε η νοερή ψυχή χωρίς τον νου και τον λόγο. Όπως πρέπει να πιστεύετε ότι Αυτός είναι ένας στην ουσία Του, έτσι πρέπει να τον ομολογείτε ως τρισυπόστατο, αλλά και ως ασυναίρετα συνηρημένη ύπαρξη….»(σελ.62)

Οι Λόγοι ΣΤ, Ζ ,Η στρέφονται κατά του Μωάμεθ του Κυνός τον οποίο  χαρακτηρίζει κόλακα, λύκο ντυμένο με προβιά και πρόδρομο του αντιχρίστου , ασεβέστατο, σκοτεινό, κακό λύκο, ενσαρκωμένο δαίμονα με ήθος κτηνώδες, πλήρες κακίας και δαιμονικής πονηρίας.

Αντίθετα εξαίρει την θεότητα του Χριστού και καλεί τους πιστούς σε πνευματική συστράτευση  εναντίον της ασεβείας των αθέων Αγαρηνών και του αισχρού Μωάμεθ, στον οποίο εγαταστάθηκε ο θεομίσητος διάβολος.

Ο Θ Λόγος είναι απολογητικός λόγος εναντίον της κακοδοξίας  των Αρμενίων. Γράφει τα εξής στην αρχή του λόγου:

«Η συγκροτηθείσα από διάφορες αιρέσεις κακοδοξία των Αρμενίων εμπεριέχει τρεις βασικές και σημαντικότερες από τις λοιπές ασεβείς και μιαρές αιρέσεις. Η πρώτη και χειρότερη από αυτές συνίσταται στην άποψη ότι κατά την διάρκεια των σωτηρίων παθών του Θεού-Λόγου, η απαθής Θεότητά του πέθανε, όπως και η ανθρώπινη φύση Του. Η δεύτερη στον ισχυρισμό τους ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού μετά την Ανάληψή του απεκδύθηκε την θεία σάρκα Του, την οποία έλαβε από τα πανάμωμα αίματα της Παναγίας Θεομήτορος. Και η τρίτη από ότι αναμιγνύουν τις δύο φύσεις,  που ενώθηκαν ασυγχύτως στον Χριστό, την θεία και την ανθρωπίνη, πρεσβεύοντες ότι δήθεν έγιναν μία. Αυτές είναι οι κυριότερες αιρέσεις…»(σελ.139)

Ο Όσιος προτρέπει τους πιστούς να μην έχουν κοινωνία με τους Αρμένιους, γιατί αυτοί βρίσκονται σε πλάνη, αφού βρίσκονται σε αντίθεση με την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

«Γι αυτό λοιπόν σας συμβουλεύω, ως πιστούς φίλους και αγαπημένους αδελφούς, να απομακρυνθείτε από την αισχρή φιλία και την δολία συζήτηση μαζί τους, αν πράγματι επιθυμείτε μέχρι τέλους να διατηρήσετε τους εαυτούς σας υγιείς στην ορθή πίστη που κληρονομήσατε από τους προγόνους σας…. Αφού οι καταραμένοι Αρμένιοι αντιστέκονται στην διδασκαλία όχι μόνο μίας ή δύο αλλά επτά ολόκληρων Συνόδων πώς μπορούμε να τους θεωρούμε αξίους επικοινωνίας και συζητήσεως; Όποιος θελήσει να γιατρεύσει τον λεπρό, θα αρρωστήσει και ο ίδιος από την λέπρα του και δεν θα τον θεραπεύσει. Να ξέρετε επίσης ότι κάθε αίρεση έχει αρχηγό της τον διάβολο, επειδή αυτός είναι ο ίδιος ο αναφερόμενος στο Ευαγγέλιο εχθρός. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που μέσα στο σιτάρι της καθαρής ευαγγελικής θεογνωσίας έσπειρε τα πονηρά ζιζάνια, δηλαδή τις διάφορες αιρέσεις με τις οποίες ο αισχρότατος προσπαθεί να μας παρασύρει και δια αυτών να μας απομακρύνει από την άμωμη ορθόδοξη πίστη….»(σελ.146).

Έντονο αντιλατινικό και απολογητικό χαρακτήρα έχουν οι Λόγοι Ι, ΙΑ, ΙΒ ,ΙΓ, ΙΔ  και ΙΕ που βρίσκονται στις σελίδες 149-279 του βιβλίου. Αναφέρονται στις πλάνες των Λατίνων με αφορμή την πραγματεία του γιατρού Νικολάου Γερμανού περί ενώσεως των Ορθοδόξων με τους Λατίνους. Ο Άγιος Μάξιμος με δογματική ακρίβεια, βιβλική και πατερική θεμελίωση ανατρέπει τις θέσεις του Νικολάου Γερμανού, τις γνωστές κακοδοξίες των Ρωμαιοκαθολικών για το καθαρτήριο πυρ, το filioque και την χρήση των Αζύμων. Επίσης με  τις λατινικές κακοδοξίες ασχολείται και ο Λόγος ΚΒ ( σελ.369-390)   και με τις πλάνες του Λατινόφρονα  Νικολάου Γερμανού ασχολείται  ο  Λόγος ΚΕ(σελ.411-428).

Στους λόγους ΙΖ, ΙΗ, ΙΘ, Κ, και ΚΑ αναπτύσσονται θέματα σχετικά με την αστρολογία, τον τροχό της Τύχης δίνοντας απαντήσεις στον Θεόδωρο Ιβάνοβιτς  Κάρπωφ. Ο Μάξιμος έγραψε και κατά των διαφόρων δεισιδαιμονιών, που παρατήρησε στην Ρωσική κοινωνία. Κατέκρινε την πίστη στα όνειρα, στην αστρολογία και στα ζώδια, στην μοίρα κ.λ.π.. Ειδικότερα στον λόγο του «Περί του ότι η Θεία Πρόνοια και όχι τα άστρα ή ο τροχός της Τύχης ορίζουν την μοίρα του ανθρώπου»(Λόγος ΙΖ) γράφονται και τα εξής:

“Η ψευδής και ασεβής διδασκαλία των αστρολόγων και των μάντεων της μοίρας του ανθρώπου κατά την ημέρα της γεννήσεώς του αποκαλύφθηκε στους Χαλδαίους, τους Έλληνας και τους Αιγυπτίους από τους ίδιους τους πονηρούς και μισανθρώπους δαίμονες για την καταστροφή όσων τους πιστεύουν και όχι άνωθεν δια της Χάριτος του Αγίου Παρακλήτου…..

Η αστρολογική πλάνη είναι λίαν ψευδής και θεομίσητη και δεν μπορεί να σώσει όσους την ενστερνίζονται. Αντιθέτως όσοι την ασκούν και την αποδέχονται, σαν ξύλα θα βασανίζονται στο αιώνιο πυρ και δεν θα μπορούν να σώσουν τις ψυχές τους από τις φλόγες… “(σελ.315,318)  

 

Στον ΚΓ Λόγο του στρέφεται κατά των Λουθηρανών, οι οποίοι αρνούνται την προσκύνηση των Αγίων εικόνων. Ο Όσιος διατυπώνει την ορθόδοξη θεολογική θέση για την προσκύνηση των αγίων εικόνων και χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Παλαιά Διαθήκη και από την Ορθόδοξη Παράδοση ( π.χ. το γεγονός ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστόρησε την εικόνα της Θεοτόκου ) αποδεικνύει γιατί η τιμητική προσκύνηση των εικόνων δεν συνιστά ειδωλολατρία.

Ως γνήσιος Αγιορείτης μοναχός και μάλιστα προερχόμενος από το Θεομητορικό μοναστήρι του Βατοπαιδίου στον ΚΔ Λόγο του ασχολείται με το Σεπτό και πανακήρατο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στρέφεται ιδιαίτερα κατά των βλασφημούντων την Θεοτόκο. Γράφει σχετικά :

«….πώς τολμούν ορισμένοι ευρισκόμενοι μακράν της σωφροσύνης να απορρίπτουν το ανυπέρβλητο ύψος της αγιοσύνης και της δόξας της Παναγίας και αειμακαρίστου Θεομήτορος, της υψηλοτέρας των ουρανών και πασών των νοερών ουράνιων δυνάμεων, και να ισχυρίζονται ότι αυτή ήταν ένδοξη και αγία μόνο κατά την διάρκεια της κυήσεως του Εμμανουήλ στην παναγία κοιλία Της, ενώ όταν Τον γέννησε και τον θήλαζε έπαψε ολότελα να διαφέρει από τις υπόλοιπες γυναίκες; Ω, τι θεομάχος σκέψη και λόγος! Ω, τι ακραία αμάθεια και άγνοια των θεοπνεύστων γραφών! Πώς και δεν κατάλαβαν, οι άσωτοι, τι είπε για αυτήν ο προπάτωρ της στον προελθόντα από αυτή σαρκωθέντα Θεό-Λόγο; «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Ποια είναι αυτή «η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη», ανόητοι και αναίσθητοι στην καρδιά; Και εκ δεξιών Τίνος παρέστη αυτή; Μήπως δεν γνωρίζετε την υψηλή θέση του Μονογενούς, για τον οποίο ο γεννήτωρ Πατήρ Του είπε: «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου… εκ γαστρός προ εωσφόρου εξεγέννησά σε», καθώς και, «ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος εναντίον μου και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα»[4]. Εκεί στέκεται επίσης και η Βασίλισσα και Παντάνασσα εκ δεξιών του Παντοκράτορος Υιού και δημιουργού της ικετεύοντας Αυτόν για την σωτηρία όλων, όσοι προσεύχονται με πίστη και στερεά πεποίθηση και ζητούν από αυτή την βοήθεια και την σωτηρία από τις δυστυχίες που τους έχουν κυριεύσει. Ακούστε όμως, κωφοί, τι λέγει σε αυτήν ο προπάτωρ Της: «Ακουσον, θύγατερ, και ιδέ και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου, ότι επεθύμησεν ο βασιλεύς του κάλλους σου»], δηλαδή της ασύγκριτης αγνότητας και της σωφροσύνης και της πανάγνου παρθενίας Της. «Ότι αυτός εστιν ο κύριός σου», επειδή δηλαδή Αυτός, ο Δημιουργός και Θεός Της, ευδόκησε να γίνει και Υιός Της. Γι’ αυτό «και προσκυνήσουσιν αυτώ» ως Θεό και Υιό Σου, «θυγατέρες Τύρου», δηλαδή οι λαοί που ήσαν προηγουμένως ειδωλολάτρες, διότι έτσι ακριβώς ήταν η πόλη Τύρος, που ύστερα διά της πίστεως στον Χριστό και του θείου λουτρού της παλιγγενεσίας έγινε θυγατέρα του Θεού, και «εν δώροις, το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν»], την Παναγία Μητέρα του Θεού τους. Επίσης και «το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού» με δέος και αγάπη γονατίζοντας ενώπιον της πάναγνης και αξιολάτρευτης εικόνας Σου, όπως ακριβώς τελούν εμπράκτως έως σήμερα όχι μόνο οι ορθόδοξοι, αλλά και όλοι γενικώς οι κακόβουλοι αιρετικοί Λατίνοι και Αρμένιοι, αρχίζοντας ήδη από τους χρόνους των αποστόλων, όταν ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε την τιμία εικόνα Της και την έφερε σε αυτήν, όταν ήταν ακόμη εν ζωή. Ευχαριστημένη από το γεγονός εκείνη είπε: «Η χάρη που υπάρχει μέσα Μου να βρίσκεται σε αυτήν την εικόνα». Ας ακούσουμε όμως παρακάτω την ίδια προφητεία, πόσο υπέροχη και αληθινή είναι! «Πάσα η δόξα αυτής θυγατρός βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Ως αυτή την «δόξα αυτής θυγατρός βασιλέως» τι άλλο πρέπει να εννοούμε εκτός από την ασύγκριτη αγνότητα αυτής και την ισαγγελική παρθενία Της; Ενώ «κροσσωτοίς χρυσοίς», ονομάζονται οι θείες αρετές που ανταποκρίνονται στην αγνότητα και αντιστοιχούν στην ταπεινοφροσύνη, την πραότητα, την ησυχία, το αγνό και ειλικρινές ήθος, την καλοπροαίρετη βούληση, την φιλανθρωπία και τις άλλες παρόμοιες αρετές, που κοσμούν τον κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού άνθρωπο. Όλες αυτές οι αρετές κοσμούν αυτήν την αξιέπαινη θυγατέρα του Βασιλέως των Ουρανών, χάρη στις οποίες αυτή υπερέχει όλων των θυγατέρων των Ιεροσολύμων, ακριβώς όπως ο πάνσοφος Σολομώντας είχε πει σαφώς γι’ αυτήν: «Πολλαί θυγατέρες εκτήσαντο πλούτον, πολλαί εποίησαν δυνατά, συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας. Ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλος γυναικός· γυνή γαρ συνετή ευλογείται, φόβον δε Κυρίου αύτη αινείτω». Σε ποιαν άλλη αρμόζουν περισσότερο αυτοί οι θαυμάσιοι έπαινοι του Σολομώντα παρά στην μία και μόνη Παναγία και αειπάρθενο Θεομήτορα; Μολονότι και πριν από αυτήν οι άλλες θυγατέρες των ανθρώπων απέκτησαν πλούτο και δημιούργησαν δύναμη, δηλαδή την αρετή και άλλα αξιοθαύμαστα προτερήματα, όπως η Σάρρα, η Ρεβέκκα, η Λεία, η Ραχήλ, η Μαριάμ, η Εσθήρ, η Ιουδίθ, η προφήτιδα Αννα, η Σουσάννα, η Ιαήλ, καμία από αυτές δεν μπορεί να συγκριθεί με την Παναγία Αειπάρθενο, την Μητέρα του Εμμανουήλ…

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο προτελευταίος τελευταίος λόγος του Αγίου, ο (ΚΖ), όπου ο Όσιος αντικρούει τον ισχυρισμό «ότι το ανθρώπινο γένος ήταν προορισμένο να αυξάνεται δια της σαρκικής γενετήσιας πράξεως και της φυσικής γεννήσεως, ακόμα και αν δεν είχαν αμαρτήσει οι προπάτορες.» Πιστεύει ο Όσιος ότι «ο πάνσοφος Δημιουργός είχε υπ’ όψιν του κάποιον άλλο τρόπο, για να αυξάνει το γένος μας, υψηλότερο, που θα υπερέβαινε τον νου του ανθρώπου και θα άρμοζε στην ύπαρξη αυτού που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού.»(σελ.439)  

Τέλος στον Λόγο ΚΗ αναπτύσσει  με συντομία, γιατί η υπερηφάνεια μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη αμαρτία, που αρχικά εμφανίστηκε στον αγγελικό κόσμο και προκάλεσε την πτώση του Εωσφόρου και στην συνέχεια με αυτή κατάφερε ο θεομίσητος διάβολος να αποπλανήσει και τον πρωτόπλαστο, εμπνέοντας σε αυτόν την επιθυμία του να γίνει όμοιος με τον Θεό.

Α/Α ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
1 ΛΟΓΟΣ   Α΄ Ομολογία ορθοδόξου πίστεως, με την οποία ο όσιος Μάξιμος πληροφορεί περί του Ιησού Χριστού κάθε ορθόδοξο ιερέα και ηγεμόνα ότι ο ίδιος είναι όντως ορθόδοξος μοναχός και τηρεί στο ακέραιο την ορθόδοξη πίστη χωρίς την παραμικρή αλλοίωση.
2 ΛΟΓΟΣ  Β΄ Λόγος στην Γέννηση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και κατά Ιουδαίων.
3 ΛΟΓΟΣ  Γ΄ Συμβουλή προς την ορθόδοξη Σύνοδο κατά του Εβραίου Ισαάκ, του μάγου και αγύρτη.
4 ΛΟΓΟΣ  Δ΄ Αντιρρητικός κατά των κεφαλαίων του Σαμουήλ, του Ιουδαίου.
5 ΛΟΓΟΣ  Ε΄ Λόγος στηλιτευτικός κατά της ελληνικής πλάνης.
6 ΛΟΓΟΣ  ς΄ Λόγος ελεγκτικός κατά της πλάνης των Αγαρηνών και εκείνου που την επινόησε, του Μωάμεθ του κυνός.
7 ΛΟΓΟΣ  Ζ΄ Λόγος δεύτερος επί του ιδίου θέματος προς τους ευσεβείς χριστιανούς κατά του θεομάχου και κυνός Μωάμεθ. Εδώ εν μέρει γίνεται και αναφορά στην συντέλεια του αιώνος τούτου.
8 ΛΟΓΟΣ  Η΄ Απάντηση των χριστιανών κατά των Αγαρηνών που λοιδορούν την ορθόδοξη πίστη μας.
9 ΛΟΓΟΣ  Θ΄ Λόγος κατά της κακοδοξίας των Αρμενίων.
10 ΛΟΓΟΣ  Ι΄ Εγκωμιαστικός λόγος στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Εδώ γίνεται και έλεγχος των τριών μεγάλων λατινικών αιρέσεων.
11 ΛΟΓΟΣ IA΄ Κατά της ψευδούς πραγματείας του Νικολάου Γερμανού περί της ενώσεως των ορθοδόξων με τους Λατίνους.
12 ΛΟΓΟΣ  ΙΒ΄ Κατά Λατίνων, ότι δεν πρέπει να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε τίποτε από την θεία ομολογία της αμώμητης χριστιανικής πίστεως.
13 ΛΟΓΟΣ  ΙΓ΄ Συνέχεια του προηγούμενου λόγου.
14 ΛΟΓΟΣ  ΙΔ΄ Κατά του Νικολάου του Λατίνου περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.
15 ΛΟΓΟΣ  ΙΕ΄ Επιστολή στον πολυμαθή Νικόλαο Γερμανό.
16 ΛΟΓΟΣ  Ις΄ Επιστολή στον κύριο Θεόδωρο Ιβάνοβιτς Κάρπωφ.
17 ΛΟΓΟΣ  ΙΖ΄ Περί του ότι η θεία Πρόνοια και όχι τα άστρα ή ο τροχός της Τύχης ορίζουν την μοίρα του ανθρώπου.
18 ΛΟΓΟΣ ΙΗ΄ Κατά των όσων επιχειρούν δια της αστρολογίας να προλέγουν το μέλλον καθώς και περί της ελευθέρας βουλήσεως του ανθρώπου.
19 ΛΟΓΟΣ ΙΘ΄ Παραινετική επιστολή προς έναν ηγεμόνα περί του ψεύδους της αστρολογίας και παρηγορητική σε όσους ζουν εν θλίψει.
20 ΛΟΓΟΣ  Κ΄ Επιστολή σε έναν μοναχό, ηγούμενο κατά την μοναστική τάξη, περί της γερμανικής πλάνης της επονομαζόμενης Τύχης και του τροχού της.
21 ΛΟΓΟΣ  ΚΑ΄ Κατά Νικολάου του Γερμανού, αγύρτου και αστρολόγου.
22 ΛΟΓΟΣ ΚΒ΄ Λόγος εν μέρει στηλιτευτικός κατά της λατινικής κακοδοξίας και κατά του «Αλμανάκ» που προφήτεψε κατακλυσμό πιο ολέθριο από εκείνον του παρελθόντος.
23 ΛΟΓΟΣ  ΚΓ΄ Κατά Λουθηρανών. Περί της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων.
24 ΛΟΓΟΣ  ΚΔ΄ Κατά των βλασφημούντων την Παναγία Θεοτόκο.
25 ΛΟΓΟΣ  ΚΕ΄ Απάντηση στον Νικόλαο τον Λατίνο.
26 ΛΟΓΟΣ  Κς΄ Εξήγηση περί του χειρογράφου των αμαρτιών.
27 ΛΟΓΟΣ  ΚΖ΄ Κατά των ισχυριζομένων ότι το ανθρώπινο γένος ήταν προορισμένο να αυξάνεται δια της σαρκικής γενετήσιας πράξεως και της φυσικής γεννήσεως, ακόμη και αν δεν είχαν αμαρτήσει οι προπάτορες.
28 ΛΟΓΟΣ  ΚΗ΄ Περί του ποια αμαρτία είναι πρώτη στην ανθρώπινη φύση.

Στο βιβλίο επίσης περιέχονται .

-Σαν θέμα του εξωφύλλου, ο  Πύργος της Παναγίας της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου στον οποίο στεγάζεται η Παλαιά Βιβλιοθήκη, όπου σώζονται όλα τα χειρόγραφα που μελετούσε ο Άγιος Μάξιμος σαν μοναχός κατά την περίοδο της διαμονής του στην Μονή.(1506-1516).

-Στην σελ.7 σύγχρονη φορητή εικόνα του Αγίου Μαξίμου από το Αγιογραφείο της Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου.

-Στην σελ.9 φωτογραφία  σελίδας χειρογράφου από Συλλογή των έργων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Ρωσική Εθνική Βιβλιοθήκη.

-Στην σελ.10 φωτογραφία σελίδας χειρογράφου από Συλλογή των έργων του Αγίου. Ρωσική Κρατική Βιβλιοθήκη.

 

Επίλογος.

 

«..Στους  είκοσι οκτώ (28)  λόγους  του τόμου αυτού φανερώνεται μια νεοπατερική μορφή, ένας ιδεώδης μοναχός, ένας συνεπέστατος αγωνιστής της Ορθοδοξίας, ο οποίος δεν θυσιάζει την αλήθεια στην καιρική σκοπιμότητα, αλλά ασκεί δριμύτατη κριτική στην εκκοσμίκευση, στον συγκρητισμό, στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και προτρέπει στην ορθοπραξία, στην μετάνοια, στην κοινωνική αλληλεγγύη και κυρίως στην κάθαρση των αισθήσεων από τον συσκοτισμό της καθημερινότητας. Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις, πιστεύει ο Άγιος Μάξιμος ότι θα αξιωθούμε της θείας και Θαβωρείου φωτοχυσίας και της θεώσεως  της υπάρξεώς μας στην ατέρμονη αιωνιότητα «όπου ήχος καθαρός εορταζόντων.»

Αυτός ο μεγάλος άγιος και φωτιστής των Ρώσων πρέσβευε αυτό, που για την χριστιανική κοινωνιολογία αποτελεί βασική και αναντίρρητη αλήθεια. Ότι η διόρθωση του κακού αρχίζει και θεμελιώνεται στην προσωπική μετάνοια του κάθε ανθρώπου και ότι η αλλαγή του κόσμου θα γίνει με την χριστοποίηση των θεσμών και των δομών του παρόντος.»(Μιχάλης Τρίτος-Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.-Εισαγωγή σελ.19,20)

Διάθεση του βιβλίου:

  • Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, 630 86 Καρυές Άγιον Όρος, τηλ. 23770-41488, e-mail: monastery@vatopedi.gr

Η πριγκίπισσα με τη μεγάλη καρδιά.(Η Αγία Θεοδώρα η πολιούχος της Άρτας).Βιβλιοπαρουσίαση.

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

‘Ενα καινούργιο βιβλίο για την Αγία Θεοδώρα, την βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και πολιούχου της Άρτας κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κυριακίδη.Συγγραφέας του βιβλίου η Αρτινή Φιλόλογος και Θεολόγος Αρετή Κασσελούρη.

Η ταραχώδης και ρομαντική ιστορία μιάς Ελληνίδας, που από νωρίς αξιώθηκε να γίνει βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και μετά από ποικίλες προσωπικές δοκιμασίες να αντέξει και να αναδειχθεί μοναχή και αγία της Εκκλησίας μας, περιγράφεται με ελκυστική λογοτεχνική γλαφυρότητα και ελκυστική δεξιοτεχνία στο βιβλίο αυτό.

Γράφει σχετικά η συγγραφέας του βιβλίου.

“Η ζωή της μοιάζει με παραμύθι.Και θα είχε ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκαν πολλές παραμυθένιες ζωές στο διάβα της ιστορίας. Όμως αυτή η πριγκίπισσα είχε κάτι αλλιώτικο από τους άλλους .Ήταν μιά πριγκίπισσα με μεγάλη καρδιά. Τόσο μεγάλη ήταν η καρδιά της, που χωρούσε όλους τους ανθρώπους μέσα της, και τους καλούς και τους κακούς.

Ήταν τόσο γερή και δυνατή, που κατάφερε να είναι ζωντανή ακόμα και σήμερα. Και έδωσε αίμα, για να έχουν ζωή οι κάτοικοι που έζησαν και ζουν σε αυτό τον τόπο. Τους κράτησε ανόθευτη την πίστη και ατόφια την Ελλάδα μέσα τους. Και αφού άντεξε τόσα χρόνια η καρδιά της ,σίγουρα ποτέ δεν θα πεθάνει. Γιατί ό,τι αντέχει στο χρόνο, είναι αυτό που κρατάει ζωντανό τον κόσμο”.

.

Χαρακτηριστικά του βιβλίου – Περιεχόμενα.

Σε πέντε  κεφάλαια και σε 166 σελίδες η συγγραφέας κατορθώνει με τρόπο γλαφυρό  και ευχάριστο να παρουσιάσει την πολυκύμαντη ζωή της Αγίας.

“Θα διηγηθώ, (γράφει η κ.Κασελούρη), σαν την μητέρα μου, με τρόπο μυθοπλαστικό, τον βίο της πριγκίπισσας Θεοδώρας, που δεν ήταν καθόλου παραμυθένιος, στηριγμένη στα λίγα στοιχεία που αναφέρονται στην βιογραφία της, στην τοπική παράδοση και στην ιστορία του Δεσποτάτου της Ηπείρου (που δημιουργήθηκε το 1204 μ.Χ και κράτησε μέχρι τα μισά του 14ου αιώνα ). Και εύχομαι, αφού την γνωρίσουμε , “να ζήσουμε και μεις καλύτερα”, όπως μας έλεγε η μάνα μας, όταν τέλειωνε το παραμύθι. (Εισαγωγή σελ.10)

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην παιδική και εφηβική ζωή της Αγίας.  Περιέχει δε και ιστορικά στοιχεία από την Ιστορία του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφεται η πολυτάραχη ζωή της Αγίας. Η γνωριμία της, ο  αρραβώνας  της και ο  γάμος της με τον Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄Κομνηνό, ο ερχομός της στην Άρτα, ο διωγμός της από το παλάτι, λόγω της παράνομης σχέσης του συζύγου της με την  Γαγγρινή, η περιπλάνησή της στα ορεινά Τζουμέρκα, η γέννηση του πρώτου γυιού της Νικηφόρου, η ανακάλυψή της από τον ιερέα  της Πρένιστας (σημερινό Κορφοβούνι)  στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, η μετάνοια του συζύγου της, η απομάκρυνση της Γαγγρινής  και η επιστροφή της  Θεοδώρας στο παλάτι.

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην υπόλοιπη  ζωή της Αγίας και των παιδιών της, μέχρι τον θάνατο του συζύγου της Μιχαήλ Β΄Άγγελου Κομνηνού. Οι διπλωματικές δραστηριότητες της Ειρηνοποιού Αγίας, η ορθόδοξη θρησκευτική της πολιτική στο εσωτερικό του Δεσποτάτου της Ηπείρου, απόδειξη της οποίας είναι η ανοικοδόμηση πολλών βυζαντινών ναών είναι μερικά από τα περιεχόμενα του κεφαλαίου αυτού.

Αξιοσημείωτη είναι η  ιδιαίτερη αναφορά στην ζωή της θυγατέρας  της Οσίας Θεοδώρας Eλένης, συζύγου του βασιλιά των δύο Σικελιών Μανφρέρδο, για την οποία  η ιστορική έρευνα απέδειξε ότι θα πρέπει να συγκαταριθμηθεί στο Ορθόδοξο Αγιολόγιο, ως ομολογήτρια Αγία, λόγω των πολλών της αντιπαπικών αγώνων που της στοίχισαν την ζωή την δική της και των τριών της παιδιών.

Το τέταρτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην ζωή της Αγίας ως μοναχής ,μέχρι την οσιακή κοίμησή της.

Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στην ανακομιδή των λειψάνων της Αγίας καθώς και σε ορισμένα θαύματά της.

Το βιβλίο είναι εμπλουτισμένο με πολλές εικόνες. Η εικονογράφηση έγινε από τον Κομποταίο Αγιογράφο Κων/νο Κωτσιάκη, ο οποίος παριστάνει στιγμιότυπα από την ζωή της Αγίας. Οι φωτογραφίες από τα Βυζαντινά μνημεία της Άρτας και τον ναό της Αγίας  είναι του Αρτινού φωτογράφου Βασιλείου Γκανιάτσα.

Τέλος η πλουσιότατη βιβλιογραφία, που ξεπερνά τα 30 βιβλία και άρθρα παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου και αποδεικνύει την γνήσια ιστορική έρευνα της συγγραφέως.

“…Η Αγία Θεοδώρα, η Πριγκίπισσα με τη μεγάλη καρδιά, είναι η πολιούχος Αγία, που απλώνει τη χάρη της και προστατεύει πάντοτε την Άρτα και όλο τον κόσμο. Αποτέλεσε και αποτελεί πρότυπο, γιατί τη συναντούμε σε όλους τους ρόλους, που μπορεί να παίξει μια γυναίκα μέσα στον κόσμο.

…αποτελεί διαχρονικό πρότυπο ζωής για όλες τις ηλικίες των ανθρώπων. Μεσιτεύει στον Κύριο και για πάντα θα τον παρακαλεί για μας και για όλα μας τα προβλήματα. Μένει πάντα εκεί στον Ναό της με τα Λείψανά της και η ψυχή της κοντά στο Θεό, μαζί με τους Αγγέλους . Σιωπηλά μας μιλά και όλους μας προτρέπει:

“-Να έχετε αγαπητοί μου συμπολίτες ,που ζείτε  ή επισκέπτεσθε την Άρτα μια ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με τον Θεό και να του μιλάτε ,όποια στιγμή και αν τον χρειάζεστε. Είναι ο Μόνος που πραγματικά αγάπησε τους ανθρώπους και έτοιμος να σας συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο στο διάβα της ζωής σας…. Εγώ θα είμαι, να είστε σίγουροι γι΄αυτό, δίπλα σε όλους . Και σε αυτούς που με αγαπούν και σ΄αυτούς που δεν με σέβονται και με πικραίνουν. Γιατί από μικρή μεγάλωσα με μεγάλη καρδιά, που σας χωράει όλους.

Η Βασίλισσα της Άρτας Θεοδώρα, που με τιμάτε και με έχετε ως πολιούχο προστάτιδα, ήμουν και θα είμαι πάντοτε

Η  Π ρ ι γ κ ί π ι σ σ α   μ ε  τ η ν μ ε γ ά λ η κ α ρ δ ι ά. (σελ.162)

Το βιβλίο διατίθεται στα θρησκευτικά βιβλιοπωλεία και η τιμή του είναι 15 ευρώ.

Κατηγορίες:ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ

Βιβλιοκρισία του βιβλίου «Σοκ και δέος. Ο Θεός στην μετά-Χριστόν εποχή» του Αρσενίου Μέσκου, από τον Σωτήρη Γουνελά

Ιανουαρίου 15, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Αρσενίου Μέσκου, «Σοκ και δέος. Ο Θεός στην μετά-Χριστόν εποχή», Αρμός 2009, σ. 332.

«Ανευ αισθήσεως νοεράς, των θείων εν
αισθήσει την ηδονήν αδύνατον γεύσασθαι…
ο γαρ μη ορών και ακούων και αισθανόμε-
νος πνευματικώς, νεκρός εστι» (Γρηγορίου
Σιναΐτου, κεφ. 97, Φιλοκαλία δ’ τόμ.).

Ο συγγραφέας του ηχηρού Σοκ και δέος Μάρκος Μέσκος μπορεί να διεκδι­κήσει για τον εαυτό του τα εύσημα του υβριστή, αν όχι του παραληρούντος λιβελογράφου εναντίον των κυρίων προ­σώπων της χριστιανικής ιστορίας και παράδοσης, δηλαδή του Χριστού, του Παύλου και των Πατέρων. Δεν πρόκει­ται μόνο για το τι λέει αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συγγράφει το βιβλίο του. Συνδυάζοντας μία μίζερη και ρα­σιοναλιστική προσέγγιση με υπόγειες ανασυνθέσεις αρχαιότερων καταβολών γνωστικισμού, αρχαιοελληνισμού ή άλλων αιρετικών καταστάσεων που παρουσιάστηκαν στην πορεία της ιστορίας, στρέφεται κατά παντός υπερασπιστή της χριστιανικής Αλήθειας κατηγορώντας τον μάλιστα για εξαπάτηση των μαζών, για συστηματική απόκρυψη της Αλήθει­ας και για επίσης συστηματική και μόνι­μη προώθηση ψευδούς ιδεολογίας ή θε­ωρίας ή πίστης.

Χρειάζεται να πούμε ωστόσο, ότι εδώ και μερικά χρόνια το σκουλήκι της αμφισβήτησης έχει αρχίσει να υποσκά­πτει θεμέλια και θέσεις που παλαιότερα θεωρούνταν ακλόνητα και αδιαμφισβή­τητα. Οι αμφισβητήσεις αυτές ακολουθούν τάσεις και ρεύματα παρουσιασμέ­να κατά καιρούς στην Ευρώπη στα πλαί­σια της υπερκριτικής που ανέλυσε φύλλο και φτερό την Αγία Γραφή -τί λογής «ανάγνωση» είναι αυτή που διαβάζει τη Βίβλο σαν ένα οποιοδήποτε βιβλίο;- πά­ντα ρασιοναλιστικά, πάντα θετικιστικά, πάντα χωρίς καμιά επίγνωση του μυστη­ρίου της ζωής, χωρίς ίχνος αναρώτησης για το είδος της συνέχειας της πνευμα­τικής ιστορίας, για την πραγματικότητα πριν το Σχίσμα, για τη χιλιόχρονη παρά­δοση του Βυζαντίου – Ρωμανίας, για τις πνευματικές κορυφώσεις που έλαβαν χώρα κατά καιρούς σε μία δυσχιλιετή χρονική περίοδο, για τα έργα και τον πο­λιτισμό που παρήγαγαν οι άνθρωποι που βίωσαν αυτή την χριστιανική εμπει­ρία. Όπως καταγγέλλεται από τους φω­στήρες της Νεωτερικότητας (Μάρξ-Νίτσε-Φρόυντ) η θρησκεία -διάβαζε κάθε μορφή πνευματικής εμπειρίας μη αν­θρωποκεντρική- ως νεύρωση, ψύχωση ή απάτη, θα πρέπει κάποτε να τους επι­στραφεί η διατύπωση: η νεύρωση ή η ψύχωση ή η απάτη αφορά τους ίδιους ως προς αυτή τη διάσταση: την πνευματι­κή – εκκλησιαστική – μεταφυσική. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που δεν τολ­μούν να θέσουν σήμερα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Και εδώ γυρνώ στον Μέσκο. Με εξαιρετικά απλουστευτικό τρό­πο αναμασάει όλες τις κατηγορίες, τις κρίσεις και επικρίσεις που κατά καιρούς διατυπώθηκαν ενάντια στον χριστιανι­σμό, την Εκκλησία, τη θεολογία, την Πί­στη, την μεταφυσική Αλήθεια. Τί μας χρειάζεται η καταγγελία του όταν υπάρ­χουν αυτοί που προανέφερα και πλήθος άλλων που συχνά είναι σοβαρότεροι στην κριτική τους; Όμως, φαίνεται ενδόμυχα να σκέφτηκε πως αξίζει τον κόπο να μεταφέρει όλα αυτά μέσα στον ορθόδοξο κόσμο. Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν: Περιμένουν με ορθάνοιχτα αυτιά τόσοι και τόσοι χριστιανοί ορθό­δοξοι, αμφισβητίες και αυτοί, μη βιώσαντες πραγματικά την Πίστη και την συνακόλουθη θεολογία και εκκλησιαστικότητα. Μα γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο πέφτουν θύματα. Να τι μας λέει το Ευαγγέλιο… : «Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, διέρ­χεται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και ουχ ευρίσκει. Τότε λέγει: εις τον οίκον μου επιστρέψω όθεν ήλθον. και ελθόν ευρίσκει σχολάζοντα σεσαρωμένον και κεκοσμημένον. Τότε πορεύε­ται και παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Ματθ. 12, 43-45). Όταν ο Λόγος δεν έχει φυτευτεί καλά μέσα στην καρδιά ως υπαρξιακό κέντρο και δεν με­ριμνά ο άνθρωπος για την ανακαίνισή του και δεν ενεργείται το μυστήριο της ένωσης, η κατάσταση του ανθρώπου αυτού, ακόμη κι αν έχει βαπτιστεί και έχει κάποια σχέση με την Εκκλησία, μπορεί να γυρίσει ανάποδα και να εξελι­χτεί σε αρνητή των αληθειών στις οποίες μετείχε αρχικά.

Αλλά ας δούμε κάποια συγκεκριμένα σημεία του βιβλίου.

*

Υπερηφανεύεται ο Μ. ότι πρωτοδιατύπωσε «την άποψη ότι η Πτώση δεν υπήρξε ποτέ» και εξηγεί: «Τί σημαίνει ότι δεν υπήρξε Πτώση; Ότι δεν συνέβη καμιά αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, η οποία να συνδέεται -και ακόμη περισσότερο να εξαρτάται- από κάποιο γεγονός της ιστορίας του homo sapiens. Ο θάνατος, οι καταστρο­φικές διεργασίες, αλλά και ο τρόπος που λειτουργεί σήμερα η ζωή, δεν εμφανί­στηκαν στον πλανήτη Γη με την είσοδο στον κόσμο της αμαρτίας, μετά από κά­ποια παράβαση κάποιου ανθρώπου, αλλά είναι εγγεγραμμένα στις αφετη­ριακές προδιαγραφές του σύμπαντος. Αυτό συνεπάγεται ότι το σύνολο των θεολογικών διδασκαλιών που στηρίζονται στην Πτώση δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα΄ είναι -και αυτό είναι το χειρότερο από όλα- αποκυήμα­τα της φαντασίας των χριστιανών θεολό­γων, πρώτα του απόστολου Παύλου και στη συνέχεια όλων των άλλων, μέχρι τις μέρες μας» (σ. 165-166).

Το πρόβλημα του Μέσκου είναι απο­κλειστικά επιστημονικό, ρασιοναλιστικό και θετικιστικό. Αφού παρατηρώντας το σύμπαν η επιστήμη δεν βρίσκει με τις μεθόδους της και με τις ερμηνείες της πουθενά να… γράφει Πτώση, για να το πω έτσι, ή ότι στην αρχή της δημιουργίας έχουμε άλλη εντελώς κατάσταση του ανθρώπου από αυτήν που έχουμε μεταπτωτικά, άρα Πτώση δεν υπάρχει. Μα η επιστήμη δεν βλέπει και δεν διαβάζει πουθενά ούτε για Δημιουργία εκ Θεού, δεν βλέπει και δεν διαβάζει πουθενά όλα εκείνα που δεν συλλαμβάνονται παρά με πνευματικές αισθήσεις, όπως άλλωστε το ίδιο συμβαίνει με την ίδια την σύλληψη του Χριστού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Επομένως η επιστήμη δεν μας επιβεβαιώνει τίποτα από όλα αυτά. Αρα κατά την κρίση του Μ. ούτε αυτά υπάρχουν!

Όμως. Μιλώντας για τη διαφορά της αρχαιοελληνικής επιστήμης και της σύγ­χρονης, ο γνωστός προτεστάντης θεολό­γος Ρούντολφ Μπούλτμαν γράφει:

«Η επιστήμη έρχεται σε σύγκρουση με την ιδέα της δημιουργίας μόνον όταν φαντάζεται ότι μπορεί να λύσει τα αινίγ­ματα του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω των συμπερασμάτων της [...]. Η ελληνική επιστήμη δεν έκανε ποτέ αυτό το σφάλμα. Διατήρησε το πρωταρχικό μοτίβο της πίστης στη δημι­ουργία. Αλλά διατήρησε… και το δεύτε­ρο μοτίβο, την ιδέα πως η πηγή του κό­σμου, η αρχή, την οποία προσπαθούσε να κατανοήσει, δεν ήταν κάτι το παρελ­θόν αλλά μάλλον κάτι παρόν- το οποίο ακόμη και τώρα καθορίζει την ανθρώπι­νη ύπαρξη [...] δηλαδή ότι η πηγή δεν βρίσκεται πίσω μας σαν κάτι το παρωχη­μένο αλλά είναι μάλλον αιωνίως παρούσα. Η ελληνική σκέψη κατανοεί την αρχή με τη διπλή έννοια της έναρξης και της πηγής …όπου αρχή είναι το αγαθόν (Ρ. Μπουλτμαν Ύπαρξη και πίστη, εκδ. Αρτος ζωής σσ. 274-275).

Δεύτερο απόσπασμα ενισχυτικό του αποσπάσματος του Μπούλτμαν το παρα­κάτω ενός άλλου δεινού μελετητή. Λέει:

«Στα πλαίσια της φυσικής θεωρίας, που κυριαρχεί στη σύγχρονη σκέψη από την εποχή του Γαλιλαίου και του Ντεκάρτ, το αντικείμενο της επιστήμης ορί­ζεται με αυστηρά μαθηματικούς ή ποσο­τικούς όρους [...]. Οι νόμοι του σύμπα­ντος είναι μηχανιστικοί ή αφηρημένοι, χωρίς την οποιαδήποτε ομοιότητα με το συγκεκριμένο πρότυπο της προσωπικής μας ύπαρξης και της κοινωνικής μας ζωής. Αντίθετα, η αρχαιοελληνική θεώρηση συγκεντρώνει την προσοχή της στην περιοχή των ζωντανών όντων, ο κό­σμος της συντίθεται από ποιοτικές δυνά­μεις (όπως λ.χ., το θερμό και το ψυχρό, το ξηρό και το υγρό), που είναι πέρα για πέρα οικείες στην καθημερινή μας εμπειρία, ενώ η ενιαία δομή του λαβαί­νει τη μορφή μιας αρμονικής κοινότητας αντίπαλων οντοτήτων, που συμβιώνουν υπό το καθεστώς ενός κοινού νόμου. Η ελληνική αντίληψη για τον κόσμο διαφυ­λάσσει λοιπόν την έννοια του συνδέσμου μεταξύ ανθρώπου, κοινωνίας και φύ­σης- έννοια που κείται στην καρδιά των αρχαίων μύθων». (Charles Kahn, Ανα­ξίμανδρος και οι απαρχές της ελληνικής κοσμολογίας, Αθήνα 1982, εκδ. Πολύτυπο, σειρά Φιλόσοφος λόγος, σ. 287-288 κλπ.). Για να μην γίνονται παρεξηγή­σεις προσθέτω ότι οι σύγχρονες θεωρίες της φυσικής (θεωρία της σχετικότητας, κβαντομηχανική κλπ.) δεν αίρουν τη ση­μασία και την αξία του αποσπάσματος.

Ας δούμε τώρα μια άλλη πλευρά των πραγμάτων. Στους αντίποδες των όσων λέει ο Α.Μ. και υποστηρίζουν λαοί που η νοοτροπία τους εδράζεται πάνω σε αναγεννησιακές θεωρήσεις και πεποιθή­σεις, εμείς δεν μπορούμε να υιοθετούμε τρόπο ζωής που αφορά λαούς με πολύ μικρότερη χρονικά ιστορία και εξ αυτού και ιστορική μνήμη, τη στιγμή που και μόνη η πλατωνική φιλοσοφία στηρίζει όλη της την ανάπτυξη στην ανάμνηση και μάλιστα ανάμνηση κατά κάποιο τρό­πο της παραδεισιακής αίσθησης της ζωής, όπως μπορούσαν να τη συλλάβουν πριν την Ενανθρώπηση. Κάθε αγαθή πρόθεση του ανθρώπου, κάθε ανύψωσή του από τη μιζέρια και τη χαμέρπεια, κά­θε προσπάθεια υπέρβασης έχει την πηγή της στην αναθύμηση μέσα στην ψυχή της θείας καταγωγής της και του αρχικού της ουράνιου τόπου, από τον οποίο έπεσε μέσα στο σώμα. Ο Σωκράτης έχει αίσθηση πτώσης, όπως και στη Γένεση. Το γεγονός ότι την διατυπώνει με άλλο τρόπο και μάλιστα διαπιστώνοντας διάρρηξη ψυχής και σώματος, αυτό οφείλεται στο γεγονός της πτώσης που συνιστά ακριβώς διάσπαση της ενότητας του δημιουργημένου ανθρώπου. Ο Σω­κράτης δεν μπορεί να πάει πέρα από ένα ορισμένο σημείο που του επιτρέπεται άνωθεν, δεν του αποκαλύπτεται η πλή­ρης Αλήθεια, αυτό θα γίνει με την Ενανθρώπηση του Λόγου.

Αν τώρα θέλουμε να συνδέσουμε ακόμη περισσότερο αυτά τα προχριστιανικά ελληνικά με τη χριστιανική πραγμα­τικότητα χρειάζεται να σταθούμε σε μία άλλη διάσταση, αυτήν του μέτρου και του ορίου μολονότι θαρρείς ότι οι νεοέλ­ληνες την αγνοούν παντελώς. Στους προσωκρατικούς αλλά και στον Σωκράτη-Πλάτωνα ο υπερβατικός λόγος ρυθμίζει την τάξη του κόσμου και τη ζωή των θνητών. Τα πράγματα δηλαδή είναι διο­ρισμένα, έχουν ενδεδειγμένο τρόπο ύπαρξης ή συντέλεσής τους. Αυτό δεν αφορά φυσικά μονάχα τον ελληνικό λό­γο αλλά όλες τις ανατολικές παραδόσεις. Γι’ αυτό άλλωστε η Δίκη παρακολουθεί την τήρηση της τάξης και επαναφέρει όσους εκτρέπονται του καθορισμένου από το Θεό δρόμου. Ο Κόμφορτ ένας σπουδαίος ελληνιστής αναφέρει ότι η σημασία της λέξης “δίκη” «είναι πολύ συγγενική με εκείνη της κινεζικής λέξης Ταό, που δηλώνει επίσης τον ενδεδειγμέ­νο τρόπο ή δρόμο – την καθημερινή και την ετήσια κίνηση των ουρανίων σωμά­των, καθώς και την κανονική εναλλαγή των δυνάμεων του φωτός και του σκό­τους, της ημέρας και της νύχτας, του θέ­ρους και του χειμώνα του θερμού και του ψυχρού» (βλ. Ν. Γιανναδάκη, Κείμε­να, έπ. Μ. Κοπιδάκη, έκδ. Βικελαίας Βι­βλιοθήκης, σ. 33). Η κυκλική εξέλιξη σε όλα τα όντα αναφέρεται και στην Πα­λαιά Διαθήκη με τη διευκρίνηση ότι εκεί η σχέση με τον Θεό δημιουργό είναι προσωπική και ο άνθρωπος πλασμένος κατ’ εικόνα: έχει δηλαδή κληθεί σε υπέρ­βαση φύσης και ξεχωρίζει εξ’ ορισμού από τα άλλα όντα. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι στο βάθος όλα αυτά περί δί­κης και αδικίας που κατοικούν τον λόγο του Ηράκλειτου, του Αναξίμανδρου και αργότερα του Σωκράτη αποτελούν αποσπασματικές συλλήψεις της αρχέγο­νης Πτώσης, της εξόδου από τον Παρά­δεισο κατά την βιβλική διατύπωση. Αυτό που έχει διαπράξει ο άνθρωπος και που αυτοί το συλλαμβάνουν μέσα από ένα «εδιζησάμην εμεωυτόν» ή «με σπερματικό λόγο» κατά την άποψη του φιλόσοφου και μάρτυρα Ιουστίνου (2ος αιώνας), εγγράφεται στα κύτταρά του, όπως θα λέγαμε σήμερα, και οι φιλόσο­φοι αυτοί, μύστες και ποιητές συλλαμ­βάνουν ακριβώς το σφράγισμα των κυτ­τάρων από την διαπραχθείσα αδικία, την παράβαση της εντολής κατά την βι­βλική πάλι έκφραση.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μ. έχεις την αίσθηση ότι όλα τα εδάφια και χωρία του Ευαγγελίου ή της Γραφής αυτός τα διαβάζει κατά γράμμα, με αποτέλε­σμα να απαιτεί και την κυριολεκτική και κατά γράμμα αντίκρουσή τους με βάση τα σύγχρονα πορίσματα της επιστήμης. Όταν λόγου χάρη σημειώνει ότι «Όλον τον 19ο αιώνα ήταν γνωστό ότι ο θάνατος κυριαρχούσε πάνω στη γη από την πρώ­τη στιγμή που εμφανίστηκε η ζωή» μιλά για τον φυσικό θάνατο, μιλά για τη διά­σταση της υλικής, οργανικής φθοράς, δεν καταλαβαίνει τον πνευματικό θάνα­το για τον οποίο κάνουν λόγο οι Γραφές, χριστιανικές, εβραϊκές ή αρχαιοελληνι­κές, από όπου και η σύλληψη της αρχέ­γονης Πτώσης και η σημασία του προ­πατορικού αμαρτήματος. Αυτό το προ­πατορικό αμάρτημα δεν μπορούμε να το διαβάζουμε με τις παραμορφώσεις και παρερμηνείες που σώρευσε η ιστορία των Νεωτέρων χρόνων -ο άκρατος δη­λαδή ανθρωποκεντρισμός- αλλά ξανα­βρίσκοντας τις αποκαλυπτικές, εικονο­λογικές, μεταφυσικές και θεολογικές συλλήψεις όσων έχουν την εμπειρία του πράγματος.

Και έρχομαι στο άλλο μεγάλο θέμα του βιβλίου – αλλά και της ίδιας της εκκλησιαστικής και θεολογικής παράδοσης – την ελευθερία. Είχα επιχειρήσει στο βιβλίο μου Παγκόσμιο και ελληνικό γίγνεσθαι να θέσω διάφορα ζητήματα γύρω από αυτό, καθώς βλέπω από χρό­νια μεγάλες παρερμηνείες. Πρώτα-πρώτα δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμε­σα στο “αυτεξούσιον” της αρχικής δημι­ουργίας, στο άτομο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στον ελεύθερο κατά χά­ριν άνθρωπο, τον ανακαινισμένο, και αγιασμένο, το “πρόσωπο”, ή τον τείνο­ντα προς τα εκεί. Γιατί αν ο πρωτάνθρωπος φέρει την εικόνα του Λόγου δεν την αποκάλυψε, ούτε την λάμπρυνε, αλλά κατά κάποιο τρόπο την απώλεσε καθ’ οδόν. Φιλάνθρωπα η ορθόδοξη θεολο­γία λέει ότι δεν την απώλεσε πλήρως. Και ο Χριστός σαρκώνεται για να την αποκα­ταστήσει. Εδώ μπαίνει το θέμα της ελευθερίας. Αυτός που απώλεσε με την Πτώ­ση το αρχικό «αυτεξούσιον» απώλεσε και την Ελευθερία όπως του την φύτεψε ο Θεός. Τίθεται επομένως θέμα εκ νέου απόκτησης της ελευθερίας δια Ιησού Χριστού, του Λόγου του και των εκκλη­σιαστικών μυστηρίων. Καθώς δηλαδή ανακαινίζεται ο άνθρωπος αποκτάται και η πλήρης ελευθερία σε άλλο επίπεδο και διαφορετικά στον καθένα, ανάλογα με την ιδιαιτερότητά του. Το πώς και πό­σο θα ενεργοποιήσει αυτή την ελευθερία ο άνθρωπος είναι θέμα δικό του. Γιατί τίθεται πάντα ένα ζήτημα τί κάνει ο άνθρωπος με αυτά που του παρείξε ή του παρέχει ο Θεός. Εάν ο άνθρωπος επιλέγει ότι πρέπει να καταστεί “αυτόνο­μος” γιατί αλλιώς δεν φτάνει σε ωριμό­τητα, κατά την διατύπωση του Καντ, εάν βρίσκει με τον συλλογισμό τις απαντή­σεις στα διάφορα ζητήματα μεταφυσικά και φυσικά, δεν είναι επόμενο ότι διαστρεβλώνει τις αλήθειες της Εκκλησίας και το είδος της αρχικής ελευθερίας αλλά και της άλλης που λαμβάνει μέσω της ανακαίνισής του; Και τί λογής ανα­καίνιση υπάρχει (και όσον αφορά την ελευθερία του) όταν ο άνθρωπος ενεργεί ρασιοναλιστικά, αυτονομούμενος από κάθε πνευματική παράδοση και Αλή­θεια;

Μα δεν αρκούν αυτά. Οι περισσότεροι άνθρωποι, χριστιανοί ή μη, αντιλαμβά­νονται την ελευθερία εντελώς φυσικά, πολιτικά και κοινωνικά, για να μην πω και οικονομικά. Έτσι άλλωστε την αντι­λαμβάνονταν και οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού εξ’ ού και η στιχομυθία που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο: όταν ο Χριστός εκφέρει την περίφημη φράση “γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώση υμάς” η απάντηση του πλή­θους είναι «σπέρμα Αβραάμ εσμέν και ουδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε· πώς σύ λέγεις ότι ελεύθεροι γενήσεσθε;» (Ιω. 8, 32-34). Ο Χριστός βέβαια αναφερόταν στην υποδούλωση του ανθρώπου στα πάθη και τις αμαρτίες, πράγματα που κατά την απίθανη ανάπτυξη που περιέ­χει το βιβλίο του Μ. είναι όλα… βιολο­γικά προϊόντα. Πώς δεν πρόσεξε ότι το βιβλίο του πάσχει από αυτή την τρομερή μονομέρεια της παροχής εξηγήσεων που είναι βιολογικής, επιστημονικής ή χη­μικής τάξης. Αν τουλάχιστον ήταν φιλοσοφικής, χωρίς εννοιολογήσεις και στραμπουλήγματα γερμανικής προέλευ­σης, θα ήταν καλύτερα. Ο Μ. δεν εννοεί να καταλάβει ότι ο άνθρωπος είναι δι­φυής για να μην πω και ο κόσμος, και αυτό δεν ακολουθεί τον αρχαιοελληνικό δυαλισμό, αλλά την κατάστασή μας ως κτισμάτων. Δεν είμαστε άκτιστοι αλλά κτιστοί, επομένως έχουμε και το υλικό, το φθαρτό, το πρόσκαιρο, το χρονικό και το χωρικό και από την άλλη το άκτιστο που μας παρέχει ο Δημιουργός Πατέρας και ο σωτήρας Χριστός με τη χάρη, το άκτιστο στοιχείο, αφού στο Πρόσωπο του Χριστού έχουμε ένωση κτιστού-ακτίστου με σκοπό την λύτρωση του ανθρώπου, την απελευθέρωσή του δη­λαδή από την καταδυνάστευση της φύ­σης, της πτώσης, της προσκόλλησης στα επίγεια, την αγιοποίησή μας και την ανύψωσή μας σε άλλο επίπεδο ζωής. Απελ­πισμένος ίσως από την κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο, από τον χρηματι­σμό, από την εκκοσμίκευση, από την μικροψυχία, από το πλήθος των ακατήχητων ανθρώπων, από την άγνοια για τα θεολογικά ζητήματα, από τον κονφορμισμό, τα βάζει με τη διδασκαλία της Εκ­κλησίας και δεν καταλαβαίνει ότι δεν γί­νεται τόσους αιώνες να τρώμε όλοι… κουτόχορτο και να έρχεται σήμερα αυτός (…και ο Ράμφος καταπώς λέει στη σ. 287) να αποκαταστήσουν την αλήθεια ή τις αλήθειες. Μα δεν διάβασε ποτέ του στο Ευαγγέλιο την φοβερής προφητικότητας ρήση του Χριστού «πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. 18, 8);

Στην πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Ζ. Λορεντζάτου ανάμεσα στα μύρια σπουδαία που διαβάζουμε εκεί ο συγ­γραφέας σημειώνει τούτα τα λόγια του Γέροντα Παϊσίου: «εάν θέλεις να βοηθή­σεις την Εκκλησία, διόρθωσε τον εαυτό σου, κι αμέσως διορθώνεται ένα κομμα­τάκι της Εκκλησίας. Εάν φυσικά αυτό το έκαναν όλοι, η Εκκλησία θα ήταν διορθωμένη» (Collectanea, επιμ. Στ. Ζουμπουλάκη, Δόμος 2009). Μα υπάρχουν και κάποια άλλα σημειώματα του Ζ.Λ. στο βιβλίο που αναφέρονται στη σχέση θρησκείας και επιστήμης. Είναι ένα θέμα που απασχολούσε πολύ τον συγγραφέα και για τούτο έχει σημασία να παραθέσω ένα-δυο αποσπάσματά του: «Η επιστήμη -και αναφέρομαι στις θετικές επιστήμες (όλες οι άλλες αποτε­λούν μεγαλύτερες ή μικρότερες προσεγ­γίσεις στο φυσικομαθηματικό πρότυ­πο)- η επιστήμη, λοιπόν, για να μιλήσω μεταφορικά, δεν είναι γλώσσα, είναι με­τάφραση, μια από αμέτρητες άλλες μετα­φράσεις. Αν η πραγματικότητα έχει και μιλάει τη γλώσσα της, η επιστήμη μετα­φράζει τη γλώσσα της πραγματικότητας στη γλώσσα της επιστήμης…. Το τελικό Ε=mc2 της φυσικομαθηματικής επιστή­μης… είναι ο φυσικομαθηματικός τύπος της ενέργειας, μια μετάφραση. Η γλώσσα της πραγματικότητας -συνεχίζω τη μεταφορά- είναι η ζωή και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν, να το πούμε έτσι, μια γλώσσα που μιλιέται ή που τη μιλάμε μοναχά ζώ­ντας και έστοντας. Και όχι μοναχά εμείς, αλλά που τη μιλούν και οι πλανήτες και τα σκουλήκια και η αστρόσκονη που στροβιλίζεται μέσα στο απέραντον διά­στημα του Κάλβου, γλώσσα που τη μι­λούν όλα τα πάντα, που τη μιλούν πώς: ζώντας και έστοντας… .Όποιος παίρνει τη μετάφραση για γλώσσα της πραγματι­κότητας και στα συμπεράσματά τής επι­στήμης, δε διαβάζει μετάφραση, αλλά (φαντάζεται πως διαβάζει) το πρωτότυ­πο, δεν ξέρει πούθε παν τα τέσσερα, ας πάει να ξέρει όσες επιστήμες θέλει και, αργά ή γρήγορα, το τέλος της αναζήτησής του θα απομείνει για κλάματα και θα είναι ο νους του έρμος κόσμος που χα­λιέται (Σολωμός)» (Coll. 684).

Και το δεύτερο απόσπασμα: «Το να μάθω πως το νερό είναι Η2Ο δεν με μα­θαίνει τίποτα για το νερό την ώρα του βαφτίσματος. Και το να μάθω για το νερό την ώρα του βαφτίσματος, δε με μαθαίνει τίποτα για την ανάλυση του νε­ρού σε δυο μέρη υδρογόνου και ένα οξυγόνου (Η2Ο).
Και τα δύο συνυπάρχουν ωστόσο. Υποκατάσταση της μιας περιοχής από την άλλη και παρέμβαση στα δικά της μέτρα και σταθμά, καταλήγει σε σύγχυ­ση φρενών και σε απονενοημένα συμπε­ράσματα (απονοέομαι= χάνω το νου). Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. Εκείνοι από τους θεολό­γους που παίρνουν κατά γράμμα το βι­βλίο της Γένεσης – «οι τα φαιά φορούντες και περί ηθικής λαλούντες» -υπολογίζουν τα χρόνια του ουρανού και της γης σε μερικές χιλιάδες και αναθεμα­τίζουν (με ανάθεμα) τους γεωλόγους που τα υπολογίζουν σε μερικά δισεκα­τομμύρια χρόνια…. Εκείνοι πάλι από τους γεωλόγους που “διαβάζουν Εμονίδην” -ντιπ γραμματισμένοι, αυτοί- ανα­θεματίζουν τη Γένεση (χωρίς ανάθεμα) ή τη βγάζουν άχρηστη ολότελα, παραμύ­θια για μικρά παιδιά. Και οι δύο πέ­φτουν έξω. Και αυτό δε θα πείραζε πο­λύ, αλλά, οι ευλογημένοι, παίρνουν και πολύ κόσμο (τον περισσότερο) στο λαιμό τους» (Coll 501).

Θα άνοιγα πολύ μεγαλύτερη συζήτηση αν παρέπεμπα και στον θαυμάσιο Κυριαζόπουλο και τη διατύπωσή του ότι η επιστήμη πειράζει τη φύση. Μπορεί μία άλλη φορά. Προτού όμως τελειώσω θέ­λω να προσθέσω μία φράση από ένα βι­βλίο που επανεκδόθηκε τελευταία και που δεν προέρχεται από χριστιανό του τύπου που απαρέσκει στον Αρσένιο. Είναι μία διατύπωση που αφορά πολύ ευρύτερη περιοχή από αυτήν της “θρη­σκείας και επιστήμης” κατά τον Ζ.Λ. ή “Εκκλησίας, θεολογίας και επιστήμης” κατά τον Α.Μ. Μια φράση που αφορά το μυστήριο της ζωής και το βαθύτερο άγγιγμά του, άγγιγμα έρωτα ή αγάπης, άγγιγμα με το οποίο τελικά ταιριάζει να πλησιάζουμε τον κόσμο της Γραφής και της Πίστης: «Και ακριβώς επειδή αφέ­θηκαν στην ωκεάνεια κίνηση των εσωτε­ρικών τους σκιρτημάτων, η Ελοΐζα στα γράμματά της και ο Σταντάλ σε μερικές αθάνατες σελίδες του, καθώς και ο Συ­μεών ο νέος θεολόγος στους ερωτικούς του ύμνους προς το Θεό, είπαν αυθεντι­κότερα πράγματα για τον έρωτα απ’ ό,τι ολόκληρος ο επιστημονικός περί έρωτος λόγος του Φρόυντ «κατά τον ίδιο τρόπο που ο Προυστ είπε πολύ πιο λεπταίσθητα πράγματα για την ερωτική ζήλεια απ’ ό,τι ο Ν. Λαγκάς στην ογκωδέστατη όσο και αξιόλογη μονογραφία του γι’ αυτήν» (Γ.Μ. Καλιόρη, Παρεμβάσεις, β’ έκδ., Αρμός 2009, σ. 28).
www.alopsis.gr
(Πηγή: «Θεολογία» Ιούλ.-Σεπτ. 2009)

Κατηγορίες:ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers