Αρχείο

Archive for the ‘ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΡΟΖ’ Category

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Μητροπ. Αnthony Bloom)

 

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι περίοδος μετανοίας, περίοδος κατά την οποία η πέτρινη καρδιά μας πρέπει, με τη χάρη του Θεού να γίνει σάρκινη, και από αναίσθητη να γίνει αισθαντική, από ψυχρή και σκληρή να γίνει ζεστή και ανοιχτή προς τους άλλους και, κυρίως, προς τον ίδιο το Θεό.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι καιρός ανανέωσης, όπου καθετί -όπως γίνεται την άνοιξη, κάνει μια καινούρια αρχή· και η ανήλια ζωή μας ζωντανεύει και πάλι με όλη την ένταση την οποία ο Θεός μπορεί να δώσει σ’ εμάς τους ανθρώπους, κάνοντάς μας διά των Αχράντων Μυστηρίων και των πλουσίων δωρεών Του κοινωνούς του Αγίου Του Πνεύματος, κοινωνούς θείας φύσεως.

Είναι εποχή συμφιλίωσης και η συμφιλίωση είναι χαρά· η χαρά του Θεού και η δική μας χαρά· ένα νέο ξεκίνημα!

Θέλω να σας διαβάσω μερικές  φράσεις του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, τόσο σχετικές με την ιδιαιτερότητα της περιόδου που διάγουμε· «Η μετάνοια, δηλαδή η επιστροφή μας στον Θεό, είναι ανανέωση του βαπτίσματός μας· είναι ανανέωση της συνθήκης μας με τον Θεό, της υπόσχεσης μας να αλλάξουμε τη ζωή μας. Είναι περίοδος κατά την οποία μπορούμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση, η οποία είναι ειρήνη· ειρήνη με τον Θεό, ειρήνη με τον εαυτό μας, ειρήνη με όλο τον κτιστό κόσμο. Η μετάνοια γεννιέται από την ελπίδα, όταν δηλαδή απορρίψουμε την απόγνωση. Και εκείνος που μετανοεί, είναι κάποιος που αξίζει την καταδίκη -ωστόσο αναχωρεί από το δικαστήριο χωρίς ντροπή, επειδή η μετάνοια είναι η ειρήνη μας με τον Θεό. Κι αυτό επιτυγχάνεται μέσα από μια ζωή αντάξια, που αποξενώθηκε από τις αμαρτίες που διαπράτταμε στο παρελθόν. Μετάνοια είναι το καθάρισμα της συνειδήσεως μας. Μετάνοια σημαίνει ολοκληρωτική απαλλαγή από τη λύπη και τον πόνο».

Κι αν αναρωτηθούμε πώς θα το πετύχουμε αυτό, πώς θα φθάσουμε εκεί, πώς μπορούμε να ανταποκριθούμε στον Θεό που μας δέχεται όπως ο Πατέρας της παραβολής δέχθηκε τον άσωτο γιό του, σ’ ενα Θεό που μας περιμένει με λαχτάρα και που ενώ Τον απορρίψαμε. Εκείνος δεν απομακρύνθηκε ποτέ από κοντά μας, αξίζει να ακούσουμε αυτά τα λίγα λόγια για την προσευχή·  «Στην προσευχή μη χρησιμοποιείτε επιτηδευμένες λέξεις, διότι, συχνά το απλό και ανεπιτήδευτο ψέλλισμα των παιδιών είναι εκείνο που ευφραίνει τον ουράνιο Πατέρα μας. Οταν μιλάτε στον Θεό, μην προσπαθείτε να πείτε πολλά, διότι διαφορετικά, ο νους, αναζητώντας τις λέξεις θα χαθεί σ’ αυτές. Η μια λέξη που ψιθύριζε ο Τελώνης του έφερε το ελεος του Θεου· μία λέξη γεμάτη πίστη εσωσε τον ληστή πάνω στον Σταυρό. Η ποικιλία των λέξεων ὅταν προσευχόμαστε διασκορπίζει τόν νοῦ καί ἐξάπτει τή φαντασία. Η μια λέξη που απευθύνουμε στο Θεό συμμαζεύει το νου στην παρουσία Του. Κι αν στην προσευχή σου, αυτή η μία λέξη σε αγγίζει μέσα σου, αν τη νιώθεις βαθιά, μείνε σ’ αυτήν, μείνε, γιατί κάτι τέτοιες στιγμές ο φύλακας Άγγελος μας προσεύχεται μαζί μας, επειδή είμαστε αληθινοί με τον εαυτό μας και με το Θεό».

Ας μην ξεχάσουμε τα λόγια αυτά του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, ακόμη κι αν ξεχάσουμε τα δικά μου σχόλια που για ευκολία δική σας πρόσθεσα, ώστε να γίνει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό. Ας θυμόμαστε τα λόγια του, γιατί ήταν άνθρωπος που ήξερε τι σημαίνει να στρέφεσαι στο Θεό, να μένεις στο Θεό, να είσαι η χαρά του Θεού και να ευφραίνεσαι εν Αυτώ. Μας προσφέρεται αυτή την περίοδο, καθώς ανεβαίνουμε προς τις ημέρες του Πάθους, ως παράδειγμα του τί μπορεί να κάνει η χάρη του Θεού για να μεταμορφώσει έναν απλό και συνηθισμένο άνθρωπο σε φως του κόσμου.

Ας μάθουμε απ’ αυτόν, ας ακολουθήσουμε το παράδειγμά του, ας χαρούμε βλέποντας πως μπορεί να ἐργαστεί η δύναμη του Θεού μέσα στον άνθρωπο και, με πίστη, με εμπιστοσύνη, με χαρά θριαμβική αλλά και ειρηνική ας ακολουθήσουμε τη συμβουλή του, ας ακούσουμε το Θεό να μας παρακαλεί να βρούμε το δρόμο της ζωής και να μας λέει ότι μαζί μ’ Αυτόν και εν Αυτώ όντως θα ζήσουμε, επειδή Αυτός είναι η Αλήθεια και η οδός και η Αιώνιος Ζωή.

 

(Αnthony Bloom , «Στο  Φως της κρίσης του Θεού,  πορεία από το τριώδιο στην ανάσταση», εκδ. «Εν πλω»)

 

 

Κυριακή της συγχώρησης. Να συγχωρούμε, αλλά πώς; (Κυριακή της Τυρινής)

Φεβρουαρίου 25, 2012 1 Σχολιο


 

      Το σημερινό Ευαγγέλιο, καθώς απόψε ξεκινά η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας μιλάει με λόγια θείας ελπίδας αλλά και προειδοποιεί: Συγχωρείτε εκείνους που σφάλουν ενώπιόν σας, συγχωρείτε, διότι διαφορετικά δεν θα συγχωρηθείτε. Η Βασιλεία του Θεού είναι βασιλεία αμοιβαίας αναγνώρισης, αμοιβαίας αποδοχής και αγάπης, στοιχείων που συμπίπτουν με τη χαρά της κοινωνίας, αλλά και της ετοιμότητας να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη τού άλλου.

Να συγχωρούμε, αλλά πώς; Από πού ξεκινά η συγνώμη; Θα ήταν τόσο εύκολο, πραγματικά θαυμάσιο, αν η συγνώμη μπορούσε να αρχίσει με μία τέτοια αλλαγή της καρδιάς, ώστε εκείνοι που μας είναι απεχθείς να γίνουν αγαπητοί, αυτά που μας πόνεσαν να ξεχαστούν και να μπορούμε να αρχίζουμε απ’ την αρχή σαν τίποτε να μην έχει συμβεί.

 Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει! Τον πόνο του παρελθόντος τον νιώθουμε, δεν ξεχνιέται, δεν μπορούμε απλώς να ξαναρχίσουμε σαν να μην υπήρξε τίποτε προηγουμένως. Αλλά το νόημα της συγνώμης δεν είναι αυτό. Συγνώμη δεν σημαίνει λήθη· η λήθη δεν οδηγεί πουθενά. Αν ξεχάσουμε πως, για ποιό λόγο, υπό ποιές συνθήκες, λόγω ποιάς αδυναμίας, σε ποιό σημείο ήταν ευάλωτος εκείνος που έσφαλε, τότε τον αφήνουμε απροστάτευτο. Εκείνος που έκανε το λάθος πρέπει να προστατευθεί από ενδεχόμενη νέα πτώση. Αυτό που έκανε, οι λόγοι και οι συνθήκες της πτώσης του δεν θα πρέπει να ξεχαστούν, διότι από δω και πέρα έχει ανάγκη από τη δική μας στοχαστική. άγαπητική μέριμνα, ώστε να μη γλιστρήσει, να μην αμαρτήσει και πάλι.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η συγνώμη: τη στιγμή κατά την οποία, αναγνωρίζοντας το εύθραυστο των άλλων, όπως αναγνωρίζω και το δικό μου, την ανάγκη τους για προστασία και βοήθεια, για ευσπλαχνία, είμαι προετοιμασμένος να φέρω μαζί τους το φορτίο της αδυναμίας τους, το ευάλωτο της αμαρτωλότητάς τους. Η συγνώμη αρχίζει τη στιγμή που αποφασίζω να ανέχομαι τους αδελφούς μου, χωρίς να περιμένω να αλλάξουν, να τους ανέχομαι όπως είναι, να κάνω ελαφρότερο το φορτίο τους, ώστε κάποτε η αλλαγή τους να καταστεί εφικτή.

Η προϋπόθεση πάντως της συγνώμης βρίσκεται μέσα μου: είναι η προθυμία μου να αναλάβω αυτόν τον σταυρό, αυτό το φορτίο, ώστε οι άλλοι να θεραπευθούν ή τουλάχιστον να προστατευ­θούν έναντι του κακού. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ο καθένας, δεν χρειάζεται παρά μία στιγμή κατανόησης, αποφασιστικότητα και καλή θέληση. Όλοι μας έχουμε δίπλα μας ανθρώπους που δύσκολα ανεχόμαστε, που είναι, αιτία ταλαιπωρίας, δυστυχίας και θυμού· μπορούμε να ακυρώσουμε αυτόν τον θυμό και να ξεπεράσουμε τη δυστυχία αν κάνουμε το καθήκον μας, το καθήκον της ζωής μας, το έργο μας, που είναι να κουβαλάμε μαζί τους το φορτίο, να είμαστε αυτοί που, πληγωμένοι και προσβεβλημένοι και αποδιωγμένοι, θα στραφούμε στον Κύριο και θα πούμε:« Κύριε, συγχώρησε, γιατί δεν μνησικακώ, θέλω να γίνω και να παραμείνω στέρεος μ’ αυτόν τον άνθρωπο στην αδυναμία του και στην αμαρτωλότητά του. Δεν θα σταθώ κριτικά απέναντι του, κι αν εγώ δεν είμαι ακόμη ικανός να το κάνω. κάνε το Εσύ για μένα: μη μου καταλογίσεις την κρίση, μη μου καταλογίσεις την κατάκριση που με τραχύτητα πρόφερα, μην υποστηρίξεις τον θυμό μου. Στάσου δίπλα σ’ αυτόν που έσφαλε, επειδή αυτός ή αυτή έχει ανάγκη βοηθείας, συγχώρησεως και θεραπείας γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο».

Εκεί αρχίζει η συγνώμη, κι αν δεν αρχίσει εκεί δεν θα μπορέσει να εξελιχθεί σε τίποτα άλλο. Σηκώνουμε το φορτίο ο ένας του άλλου, αποδεχόμαστε την αλληλεγγύη με εκείνους που έσφαλαν και σφάλλουν, τους αγαπούμε εν καινότητι ζωής και μόνον τότε η συγχώρηση γίνεται, αυτό που πρέπει να είναι: μια πράξη μεσιτείας ενώπιον του Θεού, μια πράξη που γιατρεύει και μεταμορφώνει. Αυτή την αρχή της συγνώμης όλοι μπορούμε να την κάνουμε, είναι μέσα στις δυνάμεις μας να αναλάβουμε αυτό το έργο. Ας κάνουμε λοιπόν ό,τι μπορούμε, και ας αφήσουμε τον Θεό να πραγματοποιήσει μέσα μας, για μας, καταμεσής της ζωής μας, αυτό που ξεπερνά την καλή μας θέληση, ώστε να χτίσουμε σιγά-σιγά τη βασιλεία της αμοιβαίας αγάπης, μια βασιλεία που είναι αληθινά Βασιλεία του Θεού.

 

(Anthony Bloom, «Στο φως της Κρίσης του Θεού), εκδ. Εν πλω, σ. 79-83)

Η εμπειρία ενός Στάρετς.(Μητροπ. Αντωνίου του Σουρόζ)

Ιανουαρίου 26, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

Να που κάθε συνάντηση με τον Θεό ή με τον άνθρωπο είναι πέρα από τυπικές προϋποθέσεις: Όταν ζητούμε τον Θεό πρέπει ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας κι όταν ζητούμε τον πλησίον μας πρέπει ν’ αγαπούμε τον Θεό.

Σε μια από τις επιστολές του, ένας Ρώσος στάρετς (γέροντας) περιγράφει πως του ζητήσανε κάποτε να απαντήσει στο ερώτημα: «Πώς γίνεται οι υποτακτικοί σου να δουλεύουν τόσο σκληρά και τόσο καλά χωρίς εσύ να στέκεσαι από πάνω τους, ενώ αυτοί που εμείς επιβλέπουμε να προσπαθούν πάντα να μας ξεγελάσουν;»

Κι ο άγιος αυτός άνθρωπος απάντησε: «Όταν έρχομαι το πρωί να τους δώσω τη δουλειά τους, με πλημμυρίζει μια συμπόνια γι’ αυτούς. Έχουν αφήσει το χωριό τους, τις οικογένειες τους για ένα μηδαμινό μεροκάματο — πόσο φτωχοί πρέπει να είναι! Κι αφού τους μοιράσω τη δουλειά γυρίζω στο κελλί μου κι αρχίζω να προσεύχομαι για τον καθένα χωριστά, λέγοντας στον Κύριο: “Κύριε, μην ξεχνάς τον Νικόλα, είναι τόσο νέος. Άφησε το νεογέννητο παιδί του για να βρει δουλειά επειδή είναι πάμπτωχοι και δεν έχει άλλο μέσο να το θρέψει. Μην τον ξεχνάς και φύλαγέ τον από τις κακές σκέψεις. Μην ξεχνάς και τη γυναίκα του και προστάτευέ την”.

Αυτά λέω στην προσευχή μου και καθώς νιώθω την παρουσία του Θεού περισσότερο έντονη, φθάνω στο σημείο να μην προσέχω πια τίποτα γύρω μου. Η γη εξαφανίζεται. Μένει μόνον ο Θεός. Και τότε ξεχνώ τον Νικόλα, τη γυναίκα του, το παιδί του, το χωριό του, τη φτώχεια του και μεταφέρομαι στον Θεό.

Και τότε βαθιά στην αγκαλιά του Θεού, ανακαλύπτω την άγια αγάπη Του που περιλαμβάνει και τον Νικόλα, τη γυναίκα του, το παιδί τους, τη φτώχεια τους, τις ανάγκες τους, κι αυτή η άγια αγάπη είναι ο χείμαρρος που με ξαναφέρνει πίσω στη γη και στην ανάγκη να προσευχηθώ γι’ αυτούς.

Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται: Η παρουσία του Θεού γίνεται εντονότερη, η γη υποχωρεί. Και μεταφέρομαι ξανά στο βάθος των πραγμάτων όπου βρίσκω τον κόσμο που τόσο πολύ αγαπά ο Θεός».

 Η συνάντηση με τον Θεό, η συνάντηση με τον άνθρωπο είναι δυνατά όταν αγαπάει κανείς πολύ και τους δύο, έτσι που ο προσευχόμενος να μπορεί να ξεχνά τον εαυτό του, ν’ αποσπάται από τον εαυτό του και να στρέφεται ολοκληρωτικά και προς τους δύο, για χάρη τους. Αυτός είναι ο βασικός όρος των «πρεσβειών» στην προσευχή.

Θα ήθελα να ερευνήσω αυτό το θέμα της συναντήσεως λίγο περισσότερο. Πρώτο θα ήθελα να τονίσω ότι η συνάντηση με τον Θεό και τον άνθρωπο είναι επικίνδυνη.

Δεν είναι χωρίς λόγο που η ανατολίτικη παράδοση των Ζεν ονομάζει τον τόπο όπου συναντούμε κάποιον που αναζητήσαμε φωλιά της τίγρης. Η αναζήτηση του Θεού είναι μια πράξη τόλμης έκτος αν είναι μια πράξη πλήρους ταπεινώσεως.

 Η συνάντηση με τον Θεό αποτελεί πάντα μια κρίση με το αρχικό νόημα της λέξης στα ελληνικά, δηλαδή λήψη αποφάσεως.

Αυτή η συνάντηση μπορεί να συμβεί μέσα σε ατμόσφαιρα έκστασης και ταπείνωσης. Όπως μπορεί να συμβεί μέσα σε ατμόσφαιρα τρόμου και κατάκρισης.

 Έτσι είναι εύλογο που τα ορθόδοξα εγχειρίδια περί προσευχής ασχολούνται πολύ λίγο με θέματα τεχνικής και μεθοδολογίας, ενώ δίνουν ατέλειωτες συμβουλές γύρω από τις απαραίτητες ηθικές και πνευματικές προϋποθέσεις της προσευχής.

 Ας θυμηθούμε πρώτα απ’ όλα την εντολή του ίδιου του Ευαγγελίου: «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσια­στήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστη­ρίου, και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου.» (Ματθ. 5, 23).

Αυτή την εντολή την προβάλλει θαυμάσια ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγοντάς μας πως αν θέλουμε να προσευχηθούμε με αδέσμευτη καρδιά, πρέπει πρώτα να συμφιλιωθούμε με τον Θεό, τη συνείδησή μας, τον πλησίον μας κι ακόμη με τα άψυχα πράγματα γύρω μας.

Τούτο σημαίνει πως προϋπόθεση για μια ζωή προσευχής είναι μια ζωή σύμφωνη με το Ευαγγέλιο. Μια ζωή που καθιστά τις εντολές και τις νουθεσίες του Ευαγγελίου δεύτερη φύση μας.

    Δεν αρκεί να τις υπάκουμε όπως ο δούλος υπακούει τις επιθυμίες του κυρίου του. Πρέπει να θέλουμε να υπακούουμε μ’ όλη μας την καρδιά, όπως ένα παιδί, σαν τέκνα της Βασιλείας τα οποία ζητούν ειλικρινά αυτό για το οποίο προσεύχονται, όταν προφέρουν το «αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου».

 

(Μητροπ. Αντωνίου του Σουρόζ, «Θέλει τόλμη η Προσευχή», εκδ. Ακρίτας, σ. 26-29.)

 

 

 

 

Σχέση με τον Θεό και αποστασία.(Anthony Bloom)

Οκτωβρίου 11, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

 

Όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, του χάρισε επικοινωνία με το Άγιο Πνεύμα· και αυτή η αδαμιαία διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν επαλείφθηκε ποτέ. Η αμαρτία του ανθρώπου δεν ξέκανε μέσα μας την εικόνα του Θεού, ούτε ξέκανε την ικανότητά μας να ακούμε τη φωνή του Αγίου Πνεύματος, να είμαστε δεκτικοί στις παρωθήσεις και την επιρροή Του. Διότι αλλιώς θα ήμασταν σαν η εικόνα να είχε παραμείνει, αλλά η ζωή να είχε εξαλειφθεί – θα ήμασταν μια εικόνα λείψανο, μια ζωγραφιά, χωρίς μέσα της ζωή.

Όμως σχετιζόμαστε επίσης με τον Θεό μέσα από μία σειρά άλλων διαθηκών. Πέρα από τη διαθήκη με τον Αδάμ, που σηματοδοτεί το αποτύπωμα της εικόνας, υπάρχει επίσης και η διαθήκη με τον Αβραάμ, η διαθήκη με τον Μωυσή, κι ύστερα η μεγάλη διαθήκη με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Όμως είναι μόνο η σχέση μας με τον Ιησού Χριστό, αυτή που μας μεταμορφώνει: επειδή εμείς και Εκείνος γινόμαστε Ένα, ικανοί να δεχόμαστε την ενέργεια και το πλήρωμα του Πνεύματος. Απ’ την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να συναντήσουμε τον Χριστό με μόνη την υλική δυνατότητά μας να Τον γνωρίζουμε, διότι όπως μας έχει ειπωθεί κανείς δεν μπορεί να ονομάσει Χριστό τον Κύριό του, αν δεν του έχει αυτό αποκαλυφθεί από το Άγιο Πνεύμα. Κι έτσι, ο Χριστός έχει εκχύσει το Πνεύμα πάνω σε κάθε σάρκα, κατά τρόπο που δεν υπήρχε πριν από Εκείνον και ταυτόχρονα είναι το Πνεύμα που φανερώνει τον Χριστό στους ανθρώπους, όταν όμως υπάρχει και η υλική δυνατότητα – η δυνατότητα εκείνη που ο Παύλος ορίζει με τα εξής λόγια: «Η πίστη έρχεται από την ακοή ενός κήρυκα». Δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ανακαλύψει τον Χριστό, όπως Τον παρουσιάζουν έκτος της χριστιανικής κοινότητας. Η ενσάρκωση όμως είναι ένα γεγονός που έχει ολότελα αλλάξει τον κόσμο (είτε οι άνθρωποι το γνωρίζουν είτε όχι), απλά επειδή ο κόσμος – και όταν μιλώ για κόσμο δεν μιλώ μόνο για τον ανθρώπινο κόσμο, αλλά για ολόκληρη την κτίση – μπορεί πλέον να σχετιστεί με τον Θεό με ένα τρόπο ανείδωτο πριν. Κι αυτό διότι στο Πρόσωπο του Χριστού είναι παρούσα ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία, και στο φυσικό Πρόσωπο του Χριστού είναι παρών ολόκληρος ο υλικός κόσμος, που πλέον τώρα ενυπάρχει στο μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Συνεπώς το Άγιο Πνεύμα είναι ενεργό πάντοτε και παντού – όπου υπάρχει το κατ’ εικόνα του Θεού. Ειδάλλως δεν θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τίποτα άλλο πέρα από τον εαυτό μας. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον Χριστό, επειδή ακριβώς μας Τον αποκαλύπτει το Άγιο Πνεύμα· μάς αποκαλύπτει την αλήθεια.

Όταν οι άνθρωποι μού λένε με τύψεις πως φοβούνται ότι το χρόνιο αμάρτημά τους είναι η υπερηφάνεια (η υπερηφάνεια που προκάλεσε την αποστασία του εωσφόρου) τους λέω συνήθως: «Μην ανησυχείς. Η υπερηφάνεια είναι πολύ μεγάλη για σένα. Η ματαιοδοξία είναι το χρόνιο αμάρτημά σου…».

Νομίζω πως όταν μιλάμε για αποστασία στη σχέση μας με τον Θεό, δεν μιλάμε απλά για ένα παράλογο πείσμα, για το είδος εκείνο του καπρίτσιου ενός παιδιού που δεν θέλει να κάνει το σωστό. Το είδος εκείνο της αποστασίας που μπορεί να μας αποκόψει από τον Θεό δεν είναι μια πράξη απλά πεισματική. Είναι μια πράξη εσκεμμένη, προσχεδιασμένη, είναι μια επιλογή και μάλιστα μια επιλογή που δεν είναι διάθεση της στιγμής, αλλά καθοριστική επιλογή εναντίον Του.

Η Αγία Γραφή μάς λέει πως ο Θεός δίνει το Άγιο Πνεύμα Του χωρίς μέτρο, δηλαδή ολόκληρο, σ’ όποιον θα θελήσει να Το έχει. Και ωστόσο, υπάρχει ένα παλιό λόγιο που συμπληρώνει αυτή τη φράση και λέει πως, αλίμονο, δεχόμαστε το Άγιο Πνεύμα με το μέτρο του πλάτους και του βάθους της καρδιάς μας, με το μέτρο της δικής μας γενναιοδωρίας, με το μέτρο της δικής μας ικανότητας να παραδινόμαστε, να είμαστε πιστοί. Όλο το Άγιο Πνεύμα μάς προσφέρεται, αλλά μπορούμε να «αδράξουμε» μόνο όσο η καρδιά μας μπορεί να κρατήσει. Μπορεί κανείς να πει πως το Άγιο Πνεύμα ενοικεί στην Εκκλησία στην πληρότητά Του, αλλά ο καθένας μας συμμετέχει σ’ Αυτό στο μέτρο που είναι ικανός να Το δεχτεί και να το κομίσει. Και θα έλεγα πως υπάρχουν διακυμάνσεις σ’ αυτό: υπάρχουν στιγμές καλής θέλησης και στιγμές αρρωστημένης θέλησης. Όμως ο Θεός δεν πρόκειται ποτέ να μας εγκαταλείψει αν δεν Του πούμε απλά «Φύγε. Πήρα την απόφασή μου. Και είμαι εναντίον Σου». Και ακόμη και τότε, δεν θα σε εγκαταλείψει με το να γίνει αδιάφορος. Θα χτυπά την πόρτα σου μέσα από τις αναμνήσεις σου, μέσα από την απόκριση της καρδιάς σου, μέσα από τη φωνή Του, μέσα από τον τρόπο που έχει να απευθύνεται σε καθετί που είναι θείο, διότι έχουμε πλαστεί ικανοί προς απόκριση, μέσα από τις περιστάσεις και μέσα από τους ανθρώπους. Θα έλεγα πως αρμόζει στον καθένα μας μία φράση που υπάρχει στον «Ποιμένα του Ερμά», όπου ο άγγελος λέει: «Θάρρος Ερμά! Το θέλημα του Θεού δεν θα σε εγκαταλείψει έως ότου Εκείνος θα έχει σπάσει είτε την καρδιά σου είτε όλα τα κόκαλά σου».

 

(Anthony Bloom, «Η εν Θεώ ζωή μας», εκδ. Εν πλω, σ.35-40)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers