Αρχείο

Archive for the ‘ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ’ Category

Το κακό είναι αιώνιο ή προσωρινό;(Αγ. Θεοφάνους του Εγκλείστου)


 

Διαβάστε τί γράφει σχετικά το Ευαγγέλιο. Ο Κύριος θα έρθει στον κόσμο για δεύτερη φορά, άγνωστο πότε, ως κριτής πια και όχι ως λυτρωτής. Τότε θα μας κρίνει όλους κατά τα έργα μας. Και οι δίκαιοι θα πάνε στην αιώνια μακαριότητα, ενώ οι αμετανόητοι αμαρτωλοί στην αιώνια κόλαση. Έτσι το καλό θα θριαμβεύσει και το κακό θα τιμωρηθεί.

Εμείς, πάντως, δεν μπορούμε με το φτωχό μυαλό μας να συλλάβουμε τα μελλοντικά και αιώνια. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να σκοτιζόμαστε γι’ αυτά, που τα γνωρίζει μόνο ο Κύριος των αιώνων. Ο αψευδής Θεός προλέγει αυθεντικά τί θα γίνει. Αυτό δεν φτάνει: Γιατί θέλουμε να ερευνήσουμε τα ανερεύνητα και να κατανοήσουμε τα ακατανόητα;

Μερικοί, βέβαια, θα  διαμαρτυρηθούν: Μα πώς είναι δυνατόν όσοι αμάρτησαν πρόσκαιρα να βασανίζονται αιώνια; Είναι, φαίνεται, πιο φιλάνθρωποι από τον ίδιο τον Κύριο, που έπαθε και πέθανε για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Αν η ευαγγελική διδασκαλία για τον κολασμό των αμαρτωλών ήταν ανθρώπινη θεωρία, τότε η αντίρρηση και η διαμαρτυρία θα ήταν δικαιολογημένες. Αφού, όμως, πρόκειται για αποκαλυμμένη θεία αλήθεια και για αμετάκλητη απόφαση του Θεού, που σταυρώθηκε για τους αμαρτωλούς, οφείλουμε να την αποδεχθούμε με πίστη, ταπείνωση και υποταγή, όσο κι αν το μυαλουδάκι μας πεισματώνει.

Η προσωπική ελευθερία επιτρέπει σε κάθε λογικό και αυτεξούσιο ον να κάνει είτε το καλό είτε το κακό. Προβάλλει, όμως, το ερώτημα: Μπορεί αυτή η ελευθερία να ταυτιστεί τόσο απόλυτα και αποκλειστικά με το κακό, έτσι που σε καμιά περίπτωση και για κανένα λόγο να μην το αποχωρίζεται, μολονότι γνωρίζει ότι οδηγείται στην καταστροφή; Η απάντηση είναι καταφατική. Κλασικό το παράδειγμα του σατανά.

Αλλά μπορεί να σατανοποιηθεί η ανθρώπινη ελευθερία; Και βέβαια! Έχουμε τόσα και τόσα παραδείγματα αμετανόητων αμαρτωλών. Τί θα γίνει, λοιπόν, μ’ αυτούς που εκούσια σατανοποιήθηκαν; Στον παράδεισο, το βασίλειο του καλού Θεού, δεν έχουν θέση το κακό και η αμαρτία, επομένως ούτε οι κακοί και αμαρτωλοί. Καθώς, μάλιστα, αυτοί δεν θέλουν ν’ αλλάξουν, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί, τί απομένει; Ή να τους μεταβάλει ο Θεός ή να τους αφανίσει. Να τους μεταβάλει χωρίς τη θέληση τους δεν είναι δυνατόν, γιατί, αν το έκανε, θα παραβίαζε την ελευθερία τους. Μα και να τους αφανίσει αποκλείεται, αφού είναι δημιουργός, όχι εξολοθρευτής. Έτσι, λοιπόν, καταλήγουν στην αιώνια κόλαση, την οποία ουσιαστικά δημιουργούν οι ίδιοι με την αυτόβουλη και οριστική απομάκρυνσή τους από τον Κύριο.

Τελειώνω με την απόκριση που έδωσε ένας άγγελος στον Μέγα Αντώνιο, όταν ο όσιος είχε παρόμοιες απορίες: “Αντώνιε,” του είπε, “κοίτα τον εαυτό σου! Τα άλλα τα κανονίζει ο Θεός κατά την κρίση Του και δεν συμφέρει να τα μάθεις”.

Είναι στην εξουσία μας η απαλλαγή από το κακό;

Κάποιος άγιος ευχαριστούσε το Θεό για τη γέεννα! Και Τον ευχαριστούσε όχι γι’ άλλο λόγο, μα επειδή γνώριζε καλά πόσο μας ευεργέτησε ο Κύριος, αποκαλύπτοντάς μας όσα αφορούν τη γέεννα. Βέβαια, μολονότι γνωρίζουμε την ύπαρξή της, αδιαφορούμε και αμαρτάνουμε. Ωστόσο, όσο κι αν αμαρτάνουμε, ανησυχούμε και προβληματιζόμαστε κάπου-κάπου για τη μεταθανάτια κατάληξή μας. Φαντάζεστε τί θα γινόταν, αν δεν γνωρίζαμε για τη γέεννα;

Είναι στην εξουσία μας ν’ απαλλαγούμε από την αμαρτία, από το κακό; Ναι, είναι. Φτάνει να το θελήσετε. Αν το θελήσετε, θα το επιδιώξετε. Αν το επιδιώξετε, θα προσευχηθείτε. Αν προσευχηθείτε, θα λάβετε τη θεία βοήθεια. Και μ’ αυτήν όλα είναι δυνατά. Όταν, όμως, προσεύχεστε και ζητάτε ενδυνάμωση από το Χριστό, να το κάνετε όχι άτονα και ολιγόπιστα, αλλά δυνατά, εγκάρδια, με πίστη.

 

Η απόφαση θέλει περισυλλογή και προσευχή!

 

Ρώτησε  κάποιον: “Θέλεις να πας στον παράδεισο, στην ουράνια βασιλεία;”. Αμέσως θα σου απαντήσει, “Και βέβαια θέλω”. Αν, όμως, ύστερα του πεις: “Για να πας εκεί, πρέπει να κάνεις το και το”, θα τον δεις να μουδιάζει. Όλοι οι χριστιανοί θέλουν να πάνε στον παράδεισο, δεν θέλουν όμως όλοι ν’ αγωνιστούν για τον παράδεισο. Το λέω αυτό, γιατί δεν φτάνει να επιθυμείς τη σωτηρία. Για να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, χρειάζεται αγώνας. Και για ν’ αρχίσεις τον αγώνα, χρειάζεται σιδερένια αποφασιστικότητα. Για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω, θα σου εξηγήσω πως συνήθως οι επιθυμίες καταλήγουν σε αποφάσεις.

Σκεφτόμαστε και σχεδιάζουμε πολλά. Συχνά συμβαίνει να σκεφτόμαστε κάτι για λίγο και μετά να το ξεχνάμε. Γιατί το ξεχνάμε; Επειδή η καρδιά μας δεν είναι σ’ αυτό. Αν ήταν, θα μας άρεσε. Και ό,τι μας αρέσει, ό,τι αγαπάμε, ό,τι θεωρούμε πολύτιμο, το θυμόμαστε. Του δίνουμε, βλέπεις, την καρδιά μας. Όπως είπε ο Κύριος, «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. 6:21). Για να εκτελέσουμε, ωστόσο, ένα έργο ή για ν’ αποκτήσουμε ένα πράγμα που μας αρέσει, φτάνει να του δώσουμε την καρδιά μας, φτάνει να το θαυμάσουμε και να το επιθυμήσουμε; Όχι.

Υπάρχουν πολλές επιθυμίες, που παραμένουν ανεκπλήρωτες από έλλειψη δυνάμεων ή ενεργητικότητας. Για να εκπληρωθεί μια επιθυμία, πρέπει να εξελιχθεί σε απόφαση και σταθερή επιδίωξη. Όταν η καρδιά πει· “Με κάθε τρόπο και κάθε θυσία θ’ αποκτήσω το τάδε πράγμα ή θα εκτελέσω το τάδε έργο”, ο άνθρωπος αρχίζει να καταστρώνει το σχέδιο για την εκπλήρωση της αποφάσεώς του. Εξετάζει τα μέσα, αναζητεί ευνοϊκές συνθήκες τόπου και χρόνου, παίρνει προληπτικά μέτρα για την υπέρβαση τυχόν εμποδίων και κάνει μια συνολική εκτίμηση της διαδικασίας που θ’ ακολουθήσει, για να πετύχει το σκοπό του. Μετά την κατάστρωσή του, τέλος, το σχέδιο πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή. Πρέπει ν’ αρχίσει η δράση, η προσπάθεια, ο αγώνας. Ν’ αρχίσει και να συνεχιστεί ως το τέλος με σταθερότητα, υπομονή και επιμέλεια.

Η όλη διαδικασία, όπως τη διαγράφω, μοιάζει, θα έλεγα, με την προετοιμασία ενός ξυλοκοπτικού μη­χανήματος, πριν αυτό τεθεί σε λειτουργία: Ο ατμοκινητήρας είναι έτοιμος, η ξυλεία τοποθετημένη κάτω απ’ το πριόνι, το καθετί στη θέση του. Για ν’ αρχίσει η κοπή, δεν απομένει παρά να βάλουμε μπροστά το μηχάνημα, να το κινητοποιήσουμε. Αυτή η κινητοποίηση είναι το αποτέλεσμα όλης της προηγούμενης προετοιμασίας και απ’ αυτήν εξαρτάται η επόμενη κρίσιμη πράξη, το ξεκίνημα της προσπάθειας. Το ξεκίνημα είναι, πρέπει να σου πω, το πιο δύσκολο βήμα. Μέχρι τη λήψη της αποφάσεως, η διαδικασία είναι εσωτερική. Μετά τη λήψη της αποφάσεως, πρέπει να συνεχιστεί εξωτερικά, να εκφραστεί με έργα, να εκδηλωθεί με αγώνα. Κάνε το πρώτο βήμα, και η ίδια η κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί μέσα σου, θα σε παρακινήσει να συνεχίσεις την προσπάθεια. Αυτό είναι όλο!

Καταλαβαίνεις τώρα τι χρειάζεται να κάνεις ακόμα, ώστε η επιθυμία σου για μια ζωή πνευματική να μεταμορφωθεί σε πράξη. Αν θέλεις να εκπληρωθεί ο πόθος σου, μετάλλαξέ τον σε απόφαση, σε μια απόφαση όχι βιαστική και επιπόλαιη, αλλά προσεκτική, μελετημένη, σταθερή, συνειδητή και, πάνω απ’ όλα, αμετάκλητη. Ύστερα στρώσου στη δουλειά, ρίξου στον αγώνα. Η απόφαση θέλει περισυλλογή και προσευχή· το ξεκίνημα, με τη σειρά του, θέλει αποφασιστικότητα και η πρόοδος θέλει αγωνιστικότητα, υπομονή και σταθερότητα.

Ο Κύριος να σε ευλογήσει, ώστε, με τη βοήθειά του, να τα πραγματοποιήσεις όλα αυτά.

 

(Αγ. Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Ο δρόμος της ζωής» -επιλογές-, Ι.Μ.Παρακλήτου)

Τί είναι πνευματική ζωή. (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Φεβρουαρίου 3, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

 

…Το Πνεύμα το Άγιο, όταν επεφοίτησε στους Αποστόλους, δεν παρέμεινε και δεν εγκατοίκηοε μονάχα σ’ αυτούς, αλλά ξεχύθηκε μέσω αυτών, ωσάν διά μέσου αγωγών, εις όλους τους πιστούς και από τότε ζει και ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, αναγεννώντας στη ζωή την πνευματική, παιδαγωγώντας και φυλάσσοντας μέσα του κάθε έναν, που εισέρχεται σ’ αυτήν, διά μέσου των θείων μυστηρίων.

… Δυστυχώς, όμως οι φράσεις «πνευματικός άνθρωπος», «πνευματική ζωή», «πνευματική δραστηριότης», δεν είναι για μας σαφείς. Άλλοι τις αντιλαμβάνονται πάρα πολύ απλά και έτσι διευρύνουν τόσο το νόημά τους που μπορούν να περιλαμβάνουν όλους ανεξαίρετα· άλλοι δε τις αντιλαμβάνονται υπέρ το δέον υψηλό και έτσι περιορίζουν το εύρος τους τόσο, που μόλις και μετά βίας να βρίσκεται κάποιος, που να μπορεί επάξια να τιμηθεί με τον τίτλο του πνευματοφόρου… Για να διασκεδαστεί αυτή η ασάφεια και για να σας δοθεί η δυνατότης να κρίνετε για την πνευματικότητά σας, θα σας διασαφηνίσω, όσο το δυνατό πιο απλά, τον όρο «πνευματική ζωή» στις διάφορες μορφές και εκδηλώσεις της.

Απαλλαχθείτε κάπως από τις υπάρχουσες τάξεις και σχήματα των πραγμάτων, υψωθείτε εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη και φαντασθείτε ότι εσείς οι ίδιοι είστε χωρίς σώμα και πως έχετε τοποθετηθεί εκεί για να ζείτε και να βλέπετε σε χώρο ασώματο. Υπ’ αυτή τη μορφή είστε πνεύμα. Σας είναι άγνωστος και ο παρών κόσμος και καθετί το εγκόσμιο.

Αφού καταληφθείτε από το Θεό, δηλαδή αφού γίνετε θεόληπτοι, θα λάβετε το φωτισμό από το Μόνο Θεό και σ’ Εκείνον θα προσελκυσθείτε με όλο σας το είναι. Εις Εκείνον εμβλέπετε. Εκείνον γεύεσθε, κατά το νεύμα Εκείνου κινείσθε. Αυτό είναι εμβύθιση, εμβάπτιση μέσα στο Θεό και θεομακαριότης, είναι δε η αληθινή ζωή του καθαρού πνεύματος. Τέτοια είναι η κατάσταση των ασωμάτων δυνάμεων!

Ο Θεός όμως – η πηγή κάθε υπάρξεως – ευδόκησε ν’ αφήσει τους Αγγέλους ως καθαρά πνεύματα και να συνάψει του ανθρώπου το πνεύμα με σώμα και να τί συνέβη… Στην απλή ζωή του πνεύματος ριζοβόλησε μια άλλη ζωή πολύπλοκη, στη ζωή τη θεοστρεφή ριζοβόλησε μια ζωή, που είχε να κάνει με τον κόσμο. Ταυτόχρονα και το σώμα ζούσε τη ζωή του, κάνοντας τον εαυτό του γνωστό στο πνεύμα, αλλά μη εξαρτώμενο απ’ αυτό σ’ ότι αποτελεί την ουσία αυτής του της ζωής. Και έτσι εμφανίστηκε στον κόσμο ο άνθρωπος, κάτοχος μιας ζωής τριττής, της πνευματικής, της πνευματικό-σωματι­κής (ή ψυχικής) και της σωματικής ζωής.

Το θείο σχέδιο σε μια τέτοια δομή-οργάνωση του ανθρώπου δεν ήταν να θυσιάσει το πνεύμα στο σώμα, στην ύλη και τον κόσμο, αλλά συνίστατο στο να αναγάγει το πνεύμα και ανυψώσει τα πάντα σαν θυσία στο Θεό μετά που θα προσελάμβανε μέσα του το υλικό μέσω του σώματος. Το πνεύμα, αφού ενώθηκε με το σώμα, τοποθετήθηκε μέσα στο μεγάλο κόσμο του Θεού να είναι τέτοιο, που όχι μόνο να ζει το ίδιο μέσα στο Θεό, αλλά και να εισάγει καθετί το υλικό διά μέσου του εαυτού του σε κοινωνία με τη Θεία αυτή ζωή. Η ζωή μέσα στο Θεό είναι απαλλαγμένη από το υλικό και το εξουσιάζει και με το γεγονός αυτό παρέμεινε το καθοριστικό γνώρισμα της ζωής του ανθρωπίνου πνεύματος.

Εμφανίστηκαν όμως ο φθόνος και η έχθρα και περιέπλεξαν την άπειρη σκέψη του ανθρώπου με ψεύτικες ιδέες και γνώσεις, παρέσυραν με τη γοητεία της ύλης και τύφλωσαν την καρδία με απατηλές, μολονότι λαμπερές ελπίδες, και το πνεύμα εξέπεσε, εξέπεσε από το θείο κόσμο στην υλικότητα, έγινε φιλόυλο και φιλόκοσμο…. έγινε από καθαρό πνεύμα εμπαθές, από ελεύθερο πνεύμα βυθίστηκε στο δημιούργημα, από αυθέντης και κύριος έγινε δούλος. Η ψυχοσωματική ζωή περιέπεσε σε αταξία και κατάπιε τη ζωή την πνευματική, που άρχισε να εκδηλώνεται μόνο σε μια αναντικατόπτριστη συναίσθηση-συνείδηση της θεότητας, στις επιταγές της συνειδήσεως και στην πότε-πότε προβάλλουσα δυσαρέσκεια προς όλα τα δημιουργήματα. Η ενατένιση του Θεού και η εν Θεώ μακαριότητα έγιναν άφαντες, το πνεύμα δε κατέστη άφωνο και άλαλο.

Το καθαρό πνεύμα εμβλέπει στο Θεό και από Εκείνον λαμβάνει γνώση των μυστηρίων. Αλλά και το πνεύμα το συναφθέν με σώμα, αφού διάμεσου των αισθημάτων του αποκαλύφθηκε η ποικιλομορφία των δημιουργημάτων του ορατού κόσμου, πρέπει, φωτιζόμενο από τον ίδιο εσωτερικό φωτισμό άνωθεν, να βλέπει σ’ αυτά την αντανάκλαση εκείνων των μυστηρίων της θεογνωσίας και των μυστηρίων της δημιουργίας και διακυβερνήσεως του κόσμου έτσι, που και μέσα σ’ αυτή την πολυγνωσία να ενδιαμένει και ενοικεί αδιατάρακτο μέσα στην ίδια ενιαία του Θεού ενόραση. Με την πτώση όμως συνηρπάγη από την ποικιλομορφία των δημιουργημάτων κι ακόμα συνεπνίγη και συνετρίβη από το πλήθος των εντυπώσεων, που προήρ­χοντο απ’ αυτά και εκτόπιζαν από μέσα του ακόμη και τη σκέψη περί Θεού. Μαθαίνοντας τα δημιουργήματα, δεν προχωρεί πέρα απ’ ό,τι βλέπει σ’ αυτά και, μη λαμβάνοντας φωτισμό άνωθεν, δεν βλέπει σ’ αυτά καθαρά την αντανάκλαση του Θεού και των θείων μυστηρίων. Ο κόσμος έγινε γι’ αυτό ένας θαμπός, άχαρος καθρέφτης, μέσα στον οποίο τίποτε περισσότερο από τον ίδιο τον καθρέφτη δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό το λόγο η πολυγνωσία καταπνίγει μέσα του τη γνώση του Ενός και Μόνου, αποστρέφει το βλέμμα από Εκείνον και ψυχραίνει την προς Εκείνον σχέση. Τέτοιο είναι το τίμημα, τέτοιος ο καρπός του «γινώσκειν» (Γεν. β΄, 17) στο πεπτωκός ανθρώπινο πνεύμα.

Το καθαρό πνεύμα λαμβάνει έσωθεν νεύσεις Θεού και ρυθμίζει τον εαυτό του και ενεργεί σύμφωνα μ’ αυτές. Και το πνεύμα, που συνήφθη με σώμα, αφού εισήχθη σε συσχετισμό με δημιουργήματα πολλά, έλαβε δυνάμεις για να επενεργεί σ’ αυτά και το ίδιο αποδείχτηκε να βρίσκεται στην ανάγκη να υπόκειται στην επίδρασή τους. Επίσης θα έπρεπε να ενεργεί έτσι, που λαμβάνοντας τη θεία νεύση να ορά προς τα έξω και να φέρνει και οδηγεί τα θεία σχέδια στην τάξη της πορείας της ζωής των δημιουργημάτων, χωρίς να υποτάσσεται ή υποδουλώνεται σ’ αυτή τη ζωή, αλλά καταρτίζοντάς την κατά τη θέλησή του με σκοπό, μ’ αυτό τον τρόπο, ανεξάρτητα από την εξωτερική πολύμορφη δραστηριότητα, να ενδιαμένει και ενοικεί στην μοναδική εκείνη πνευματική ζωή, που προδιεγράφη και προεικονίσθη από τη θεία βουλή. Μετά την πτώση του όμως απορροφήθηκε από τις εξωτερικές σχέσεις και δεν τις διευθύνει ή διαφεντεύει, αλλά κυβερνάται το ίδιο απ’ αυτές. Την παρούσα τάξη πραγμάτων έξω από τον εαυτό του και τις κινήσεις μέσα στον ίδιο τον εαυτό του τις θεωρεί ως νόμο, που ούτε καν διανοείται να του αντισταθεί. Μη δεχόμενο τις θείες νεύσεις, δεν βλέπει όσα ο Θεός θέλει και δεν μπορεί και δεν τολμάει το ίδιο να διαμορφωθεί και σχηματισθεί κατά το θείο σχέδιο, αλλά ως ελκόμενο προσελκύεται και ως οδηγούμενο καθοδηγείται. Αντί της ενότητας μέσα στον Θεό, μέσα του επικρατεί η πολλότης των θελήσεων κι αυτό το ξεσυνηθίζει και εξασθε­νίζει την πρόθεσή του να ενεργεί κατά τη θεια βούληση. Τέτοιο είναι το τίμημα όλης της πολύμορφης δραστηριότητας του πεπτωκότος ανθρωπίνου πνεύματος μέσα στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή.

Το καθαρό πνεύμα είναι μακάριο μέσα στο Θεό. Δέχεται το Θεό και είναι μακάριο μέσα σ’ Αυτόν. Αλλά και το πνεύμα το συ­ναφθέν με σώμα πρέπει, μετά που του ανοίχτηκαν τα ποικιλόμορφα κάλλη των δημιουργημάτων του ορατού κόσμου, να έχει τη δική του μακαριότητα και βλέποντας τις ορατές ωραιότητες, να μη σταματάει σ’ αυτές αλλά, διά μέσου αυτών των τελευταίων, να διεισδύει μέχρι τη θεία ωραιότητα και να τη γεύεται έτσι που, παρ’ όλο το πλήθος των εξωτερικών ωραιοτήτων, που υπόσχονται την ευτυχία, να ενοικεί στη μοναδική, αναλλοίωτη θεία μακαριότητα. Μετά την πτώση όμως έχασε αυτή την ικανότητα της κοινωνίας με το Θεό, ακόμη δε και την κλίση και την αγάπη προς το θείο, και άρχισε να αναζητεί τις ηδονές και τις τέρψεις μέσα στα δημιουρ­γήματα αντί να ανάγεται και να αίρεται προς την πνευματική, μέσα στο Θεό, εντρύφηση και ευφροσύνη. Θα ήταν αδύνατο να μη παρατηρηθεί ότι αυτό δεν είναι εκείνο, κι επειδή η ανάμνηση της μακαριότητας μέσα στο Θεό έμεινε μέσα του, το πνεύμα, οδηγούμενο απ’ αυτή, δημιουργεί γύρω του ένα νέο κόσμο – τεχνητό – και σ’ αυτόν μαζεύει κάθε δυνατή ωραιότητα, ελπίζοντας έτσι να αντικαταστήσει μ’ αυτό εκείνο που αναμιμνήσκεται, μα που δεν έχει. Όμως, ούτε αυτό δεν είναι εκείνο.

Όλες αυτές οι τέρψεις, οι ηδονές και τεχνητές ωραιότητες μονάχα διεγείρουν και συνδαυλίζουν τη δίψα, αλλά δεν δίνουν αυτό που το πνεύμα αναζητεί. Αντί της εντρυφήσεως και ευφροσύνης μέσα στον Ένα Θεό, που καθιστά τον άνθρωπο μακάριο, μέσα του επικρατεί η ηδονή στα πολλά, που καταπονεί και δεν δίνει ησυχία και το εδραιώνει ακόμα περισσότερο στην αποξένωση του από την τέρψη μέσα στο Θεό.

 

 Τέτοιο είναι το τίμημα όλων των φυσικών και τεχνητών μορφών τέρψεως-παρηγορίας του πεπτωκότος ανθρωπίνου πνεύματος.

…Έτσι, λοιπόν, να ξέρετε πως όποιος είναι τέτοιος όπως έχουμε περιγράψει το καθαρό πνεύμα και το πνεύμα που έχει συνα­φθεί με σώμα, αλλά που ενεργεί κατά το θείο σχέδιο, έχει το Πνεύμα, αλλά και πως όποιος είναι όπως έχουμε περιγράψει το πεπτωκός πνεύμα, δεν έχει το Πνεύμα, γιατί το Πνεύμα του Θεού γι’ αυτό κατήλθε και γι’ αυτό ενοικεί μέσα στην Εκκλησία και μεταδίδεται σ’ όλους τους πιστούς, για να αποκατάστησει τους πεπτωκότας, να τους ξαναδώσει την αρχική τελειότητα, να τους ξαναενώσει με το Θεό και να εδραιώσει μέσα τους την κατά Θεόν ζωή.

 

(Αποσπάσματα κηρύγματος του Αγ.Θεοφάνους, σύμφωνα με την έκδοση «Επισκόπου Θεοφάνους Ομιλίες προς το ποίμνιο του στην πόλη Ταμπώφ», Μόσχα 1867. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΜΟΣΧΑΣ Αρ. 6/1988. -Μετάφραση: Χαράλαμπος Ασσιώτης)

 

(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», Λευκωσία – Κύπρος)

 

­

 

 

Πως να σηκώνουμε τη συκοφαντία (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Ιανουαρίου 23, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο


Σας συκοφάντησαν. Δεν είστε ένοχος. Όφείλετε, ωστόσο, να υπομείνετε τη συκοφαντία μεγαλόψυχα. Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θερα­πευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το οποίο είστε ένοχος. Μέσα στη συκοφαντία, επο­μένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού…

Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι΄αυτό οφεί­λουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματα μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη.

Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται ή συκοφαντία. Είναι λάσπη -μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει ή δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα…

Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. 11:19). «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται» (Ιω. 10:20). Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού!

Σηκώστε ταπεινά κι άγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε. Αν η συνείδηση σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;…

Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πως σας βλέπουν οί άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση εχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου, Εκδ. ε΄, 2005, σ. 18-19)

Αδιάλειπτη μνήμη του Θεού.-Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (10 Ιανουαρίου)

Ιανουαρίου 10, 2012 Γράψτε ένα σχόλιο

 

 

       Εξομολογήθηκες  και κοινώνησες. Συγχαρητήρια! Εύχομαι τα θεία Μυστήρια να ζωογονήσουν το νεύμα σου, να φέρουν την καρδιά σου πιο κοντά στον Κύριο, να δώσουν νόημα στη ζωή σου και να οχυρώσουν την ψυχή σου, για να μπορέσεις, αποκρούοντας αποτελεσματικά τις επιθέσεις του εχθρού, να ευαρεστήσεις τον Θεό. Πάνω απ’ όλα, πάντως, εύχομαι και ελπίζω να βιώνεις τη χαρά της σωτηρίας που έφερε ο Ιησούς Χριστός. Γιατί ο Χριστός βρίσκεται τώρα μέσα σου. Και όπου βρίσκεται ο Χριστός, εκεί είναι και η σωτηρία.

Κάποτε ταξίδευε ο Κύριος με τους μαθητές Του στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Ξέσπασε, όμως, ανεμοθύελλα και το πλοίο τους κινδύνευε. Στο μεταξύ ο Ιησούς είχε αποκοιμηθεί. Οι απόστολοι Τον ξύπνησαν φοβισμένοι. «Δάσκαλε, δάσκαλε, χανόμαστε!», φώναξαν. Εκείνος τότε επιτίμησε τον άνεμο και την τρικυμία, κι έγινε γαλήνη. Ύστερα είπε στους μαθητές Του: «Πού είναι η πίστη σας;» (Λουκ. 8:22-25).

Όποιος έχει πίστη στον Χριστό, όποιος είναι μαζί με τον Χριστό, δεν πρέπει να φοβάται. Ο Χριστός, λοιπόν, είναι τώρα μαζί σου! Μη φοβάσαι μήτε την εσωτερική μήτε την εξωτερική ταραχή. Κράτα ζωντανή την πίστη σου στον Κύριο και στη βοήθεια Του, και η καρδιά σου θα πει με βεβαιότητα: «Κι αν ακόμα πορευθώ, Κύριε, μέσ’ από μέρη που τα σκιάζει ο κίνδυνος του θανάτου, δεν θα φοβηθώ ότι μπορεί να πάθω κάποιο κακό, γιατί Εσύ είσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22:4), Όλοι όσοι κοινωνούν, μπορούν να ψάλλουν: «Ο Κύριος των δυνάμεων είναι μαζί μας. Βοηθός μας είναι ο Θεός του Ιακώβ» (Ψαλμ. 45:8).

Τώρα που έχεις ανακαινιστεί από τη θεία χάρη, τώρα που έχεις ενισχυθεί από το θείο έλεος, τώρα που έχεις αλλοιωθεί από τη θεϊκή παρουσία, βάδισε στο δρόμο του Κυρίου, που διάλεξες με τόση φιλοτιμία. Βάδισε σ’ αυτόν το δρόμο ως το τέλος της ζωής σου, έχοντας ως βακτηρία στην πορεία σου την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Αγωνίσου επίμονα να κρατάς στο νου σου τον Θεό, ώσπου η μνήμη Του να μη σ’ εγκαταλείπει πια. Ο Κύριός μας βρίσκεται, σε κάθε τόπο και σε κάθε στιγμή, μαζί μας, δίπλα μας, μέσα μας. Εμείς, όμως, δεν είμαστε πάντα μαζί Του, γιατί, δεν Τον θυμόμαστε. Γι’ αυτό, άλλωστε, κάνουμε και πράγματα που ποτέ δεν θα κάναμε, αν Τον θυμόμασταν. Αγωνίσου, λοιπόν, ν’ αποκτήσεις την ευλογημένη αυτή συνήθεια. Δεν χρειάζεται παρά θέληση και επιμονή. Και δεν έχεις παρά απλώς να θυμάσαι πως ο Κύριος είναι κοντά σου, βλέπει τί κάνεις και γνωρίζει τί σκέφτεσαι. Στην αρχή θα δυσκολευτείς λίγο να κρατήσεις μέσα σου αμετάπτωτη αυτή τη σκέψη. Με τον καιρό και με την προσπάθεια, όμως, θα συνηθίσεις να την κρατάς. Σιγά-σιγά θα γίνει μόνιμο βίωμά σου. Και τότε θα δεις τη λυτρωτική επίδρασή της στην ψυχή σου, που θα πλημμυρίσει από ευλάβεια και θείο φόβο.

Εμείς οι ορθόδοξοι, για την ευκολότερη απόκτηση της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού, έχουμε μιαν ειδική μέθοδο, την επανάληψη της σύντομης προσευχής “Κύριε, ελέησον!” ή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!” ή “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν!”. Αν ποτέ δεν έχεις ακούσει γι’ αυτή την προσευχή, που λέγεται ευχή του Ιησού, κι αν ποτέ δεν την έχεις κάνει, άρχισε από τώρα να την επαναλαμβάνεις. Όταν κάθεσαι, όταν βαδίζεις, όταν εργάζεσαι, όταν τρως, ακόμα κι όταν βρίσκεσαι στο κρεβάτι, λέγε χωρίς διακοπή και με προσήλωση της προσοχής στις λέξεις: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με!”. Έπειτα από καιρό, η ευχή θα στερεωθεί στη γλώσσα και στο νου σου, κι έτσι θα επαναλαμβάνεται μόνη της. Η αδιάλειπτη αυτή προσευχή αποτρέπει τη διάχυση και περιπλάνηση των λογισμών, εμπνέει το φόβο του Θεού και συντηρεί την ευλάβεια.

Να είσαι ευδιάθετη και χαρούμενη τώρα που μπαίνεις στο δρόμο του Κυρίου, το δρόμο που οδηγεί στην ουράνια βασιλεία. Ο Χριστός και η πάναγνη Μητέρα Του να σε βοηθήσουν!

 

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλεἰστου, «Ο δρόμος της ζωής», εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου, Ωρωπός – Αττικής)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers