Αρχείο

Archive for the ‘ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ’ Category

Η θαυματολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σύμφωνα με τον Αγ. Φιλόθεο Κόκκινο


Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου



Θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος μνημονεύει 16 θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου· ἐπειδή ὅλα ἀναφέρονται στό διάστημα ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του, μᾶλλον πρόκειται γιά τά θαύματα τά ὁποῖα περιλαμβάνονταν στήν “ἀκριβῆ περί τοῦ Ἁγίου Ἔκθεσιν“, τήν ὁποία εἶχε ζητήσει ὁ ἅγ. Κάλλιστος Πατριάρχης ΚΠόλεως (1355 – 1363). Ἡ ἔκθεση συντάχθηκε στή Θεσσαλονίκη, μετά ἀπό κοινή σύσκεψη ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτειακῶν παραγόντων, στήν ὁποία προήδρευσε ἡ Βασιλομήτωρ Ἄννα τῆς Σαβοϊας.

Πάρεδρος μιᾶς οὐρανίας Συνόδου!
Ἕνα θαῦμα τοῦ Μεγάλου τούτου θέλω διηγηθῶ - γράφει ὁ ἅγ. Φιλόθεος - διά νά τό βάλω ὡσάν μίαν χρυσῆν κορωνίδα“. Ἕνας ἀπό τούς μοναχούς τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔγκλειστος σέ ὅλη του τήν ζωή, “ἔξω ἀπό ἕνα ἤ δύο, εἰς ὅλους τούς ἄλλους πάντοτε σχεδόν ὤντας ἀθεώρητος“, ζητοῦσε στήν προσευχή του νά τοῦ ἀποκαλύψει ὁ Θεός “περί τοῦ θείου Γρηγορίου, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἐν οὐρανοῖς καί μέ ποίους ἀπό τούς θεράποντάς Του τόν ἐσυναρίθμησεν“. Φάνηκε τότε στόν μοναχό, ὅτι βρέθηκε στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας ΚΠόλεως (ἐνῶ δέν εἶχε πάει ποτέ στή Βασιλεύουσσα, οὔτε εἶχε ἐπισκεφθεῖ τόν Ναό), κατά τήν διάρκεια συγκλήσεως “Συνόδου Ἁγίων Πατέρων· καί οἱ Πατέρες ἦσαν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ὁ Ἀλεξανδρείας Κύριλλος καί ἀντάμα μέ αὐτούς καί ὅλη ἡ λοιπή τῶν Θεολόγων ἁγία πληθύς“.
Στόν ἔγκλειστο μοναχό φάνηκε, ὅτι παρακολουθοῦσε τίς συζητήσεις. Ἄκουσε τότε τούς παριστάμενες Πατέρες νά λέγουν, ὅτι δέν μποροῦν νά βγάλουν ἀπόφασι, “ἄν δέν εἶναι παρών εἰς τήν Σύνοδον καί τήν ἀπόφασιν αὐτῆς καί Γρηγόριος ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Πρόεδρος“. Ἔστειλαν τότε ἕνα Διάκονο γιά νά τόν καλέσει, ἐκεῖνος ὅμως ἐπιστρέφοντας τούς εἶπε, ὅτι “εἶναι ἀδύνατον νά πλησιάσει τινάς εἰς αὐτόν, διότι στέκει κοντά εἰς τόν Βασιλικόν Θρόνον καί λαλεῖ μόνος μέ μόνον τόν Βασιλέα“! Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἔστειλαν τότε τόν Διάκονο γιά δεύτερη φορά καί τοῦ εἶπαν νά περιμένει τό τέλος τῆς συνομιλίας καί μετά νά τοῦ μεταφέρει “τό ἀπό τῆς Συνόδου κάλεσμα“.
Ὅταν ὁ μοναχός εἶδε τόν θεῖο Γρηγόριο νά ἔρχεται στή Σύνοδο, οἱ Πατέρες “ἐπροσηκώθηκαν ὅλοι καί τόν ὑπεδέχθησαν φιλοφρόνως καί μέ χαράν… καί τόν ἐκάθισαν ἀνάμεσα εἰς τούς κορυφαίους καί ἱσοτίμους Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχας καί Θεολόγους, μεταξύ δηλαδή Βασιλείου καί Γρηγορίου καί Χρυσοστόμου, ὡς ἰσότιμον μέ αὐτούς“!
Τό θαῦμα αὐτό ἐπιφραγίζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Ἱερός Γρηγόριος εἶναι ὁ Τέταρτος Ἱεράρχης καί Θεολόγος Της, συνείδηση ἡ ὁποία ἐκφράζεται τόσο στήν ὑμνογραφία (“τῶν Θεολόγων τῶν Τριῶν σύμπουν τε καί συνωδόν“, τόν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγ. Φιλόθεος στήν Ἀκολουθία του), ὅσο καί στήν ἁγιογραφία (στήν κόγχη τῆς τράπεζας τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί στά Βημόθυρα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βλατάδων Θεσσαλονίκης, εἰκονίζεται μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Ἱεράρχες· καί στό θόλο τοῦ Παρεκκλησίου τῆς ἴδιας Μονῆς Βλατάδων, μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Θεολόγους – Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί Συμεών τόν Νέο Θεολόγο).

Ἡ θεραπεία τοῦ Θεσσαλονικέως Ἱερομονάχου
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος θέτει πρῶτο στά “μετά θάνατον” θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ, τήν θεραπεία ἑνός Ἱερομονάχου Μονῆς τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό δεινή κεφαλαλγία. Τό πρόβλημα στή σύγχρονη ἰατρική γλῶσσα ἦταν νευρολογικό ἤ ὀγκολογικό· διότι, ὁ πόνος ἦταν ὀξύς καί ἐνῶ στήν ἀρχή τῆς νόσου (ἡ ὁποία κράτησε ἑπτά χρόνια!), ἐμφανιζόταν 2 ἤ 3 φορές τόν μῆνα, στήν πορεία ἔγινε καθημερινός καί ἔκανε τόν πάσχοντα “νά φαίνεται εἰς τούς ἄλλους ἔξω φρενῶν καί ἀναίσθητος, ἀπό τάς ἀλλοκότους βοάς καί φωνάς“.
Ἀπελπισμένος ὁ ἀσθενής ἀπό τήν πορεία τῆς ἀσθενείας του, ἄρχισε νά σκέπτεται τόν θάνατο καί νά προετοιμάζεται “διά τήν ἔξοδον, ὡσάν ὅπου ἦταν ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του“. Ἐπειδή ὅμως εἶχε γνωρίσει τόν ἅγ. Γρηγόριο, “ἐταλάνιζε τόν ἑαυτόν του, διότι δέν ἔλαχε παρών, ὅταν πρός τόν Θεόν ἐξεδήμει ὁ μακάριος“. “Διατί βέβαια - ἔλεγε στόν ἑαυτό του - ἄν ἤθελα εὑρεθῶ τότε παρών, νά ἀκούσω τά τελευταῖα του θεῖα λόγια καί νά λάβω τάς ἱεράς του εὐχάς, ἤθελα τάς ἔχω τώρα ἕνα ἱσχυρότατον φυλακτήριον καί ὅπλον σωτηρίας“.
Αὐτή ἡ πίστις τοῦ ἀσθενούς Ἱερομονάχου, προκάλεσε τήν ἐπέμβαση τοῦ θαυματουργοῦ χάριτος τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ. Βρέθηκε “ἐν ὁράματι” στό Ναό τοῦ ἁγ. Δημητρίου, σέ ὥρα Θείας Λειτουργίας, μέ ἱερουργό τόν θεῖο Γρηγόριο· γονάτισε λοιπόν καί ζήτησε τήν εὐλογία του· καί ὅταν ὁ Ἅγιος ἄγγιξε μέ τό χέρι του τό μέτωπό του καί τόν σταύρωσε, αἰσθάνθηκε “πῶς ἔρρευσε παραδόξως κάποιον ἔλαιον” καί τοῦ ἔχρισε τό πρόσωπο! Ὅταν ὁ ἀσθενής συνῆλθε ἀπό τό ὅραμα, βρέθηκε θεραπευμένος!

Θεραπείες ὀξέων καταστάσεων καί χρονίων νοσημάτων
Δύο θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπεία ἀσθενειῶν τοῦ γαστρεντερικοῦ συστήματος.
Στήν πρώτη περίπτωση, “ἄλλος Θεσσαλονικεύς, ἄνθρωπος ὀνομαστός καί εὐγενής τῆς Πόλεως, ἐκυριεύετο ἀπό χρονικόν πάθος τό ὁποῖον ὀνομάζουσιν οἱ ἰατροί κωλικόν, ἐπειδή οἱ φυσικοί πόροι τοῦ ἀνθρώπου ἐφράχθησαν μονομιᾶς καί κατ’ οὐδένα τρόπον δέν ἄφηναν τά περιτώματα τῆς κοιλίας νά ἐξέλθουν“. Ὅταν κατά τήν ἕκτη ἡμέρα ὁ ἀσθενής ἔφθασε στόν θάνατο, ἄκουσε τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους πού ἦσαν κοντά του νά συζητοῦν μεταξύ τους τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου καί γεννήθηκε μέσα του ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν νόσο. Ἄρχισε τότε, “μέ λόγια ἐλεεινά καί δάκρυα νά παρακαλῆ τόν Ἅγιον νά τόν ἐλεήση λέγοντας, “δύνασαι, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ὡς Χριστοῦ μιμητής ἀκριβέστατος, ἄν καί εἰς τόν τάφον σου δέν ἠμπορῶ νά ἔλθω καί ἐγώ καθώς οἱ ἄλλοι – μέ τό νά ἐμποδίζωμαι ἀπό τό πάθος μου καί ἀπό τήν ὥραν, ὅπου εἶναι παράκαιρος – ὅμως δύνασαι, λέγω, νά μέ θεραπεύσης καί νά μέ λυτρώσης ἀπό τήν πικράν τούτην ἀνάγκην καί τόν ἐλπιζόμενον θάνατον“.
Προσευχόμενος ἀποκοιμήθηκε ὁ ἀσθενής νά βλέπει “κατ’ ὄναρ τόν μέγαν Γρηγόριον, ἐν σχήματι Ἱερομονάχου” νά τόν εὐλογεῖ καί νά θέτει στό λεγόμενο ἱερόν ὀστοῦν ἕνα σταυρό ἀπό κερί. Ἀμέσως αἰσθάνθηκε τόν πόνο τοῦ κωλικοῦ νά ὑποχωρεῖ καί τήν λειτουργία τοῦ συστήματος νά ἀποκαθίσταται.
Στή δεύτερη περίπτωση, “κάποιος ἄνθρωπος ἀπό ἐκείνους ὅπου ὑφαίνουσι τά βασιλικά ἐνδύματα (τά ὁποῖα ἀλουργίδας καί πορφυρᾶς χλαμίδας ὀνομάζουσι), ἔπασχεν ἀπό καιρόν ἀπό ἔμφραξιν τῆς κοιλίας του“. Χρησιμοποιῶντας λοιπόν ἕνα φάρμακο τῆς ἐποχῆς, τό ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ἕνας τῶν βασιλικῶν ἰατρῶν, ἔφθασε στήν ἀκριβῶς ἀντίθετη κατάσταση τῆς δυσεντερείας. “Χάνωντας, λοιπόν, κάθε ἐλπίδα ἀπό τάς μηχανάς τοῦ ἰατροῦ, καταφεύγει πρός τόν Θεόν καί τόν Ἐκείνου μέγαν θεράποντα, “ἠξεύρω σε – λέγοντας – ἠξεύρω σε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καί ζῶντα ἐπάνω εἰς τήν γῆν καί τώρα εἰς τούς οὐρανούς μεταστάντα, ὅτι πολλά καί μεγάλα δύνασαι· λοιπόν γενοῦ καί τήν ὥραν ταύτην εἰς ἐμέ βοηθός καί ἐξάρπασόν με ἀπό τόν ἐπικείμενον τοῦτον θάνατον, μέ τήν κραταιάν μεσιτείαν σου“.
Φάνηκε τότε στόν ὕπνο του ὁ διακονητής μοναχός τοῦ ἁγ. Γρηγορίου νά τοῦ λέγει, πῶς πρέπει νά ἐπισκεφθεῖ τήν κατοικία τοῦ Ἀρχιερέως καί νά βάλει πάνω στά νεφρά του τό ὠμοφόριό του, γιά νά θεραπευθεῖ. “Ἐφαίνετο, λοιπόν, τοῦ ἀρρώστου, ἐκεῖ ὅπου ἐκοιμᾶτο, πῶς ἐπῆγεν εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως καί ἐζήτει ἐκεῖνο τό ἱερόν ἄμφιον, καθώς τόν ἐπρόσταξεν ὁ φανείς, ἀλλά δέν ἠμπόρεσε νά εὕρη τό ζητούμενον· ὁ δέ μοναχός ἐφάνη πῶς τόν ἐπῆρεν ἀπό τό χέρι καί τόν ἐπῆγεν, ὄχι εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως, ἀλλά εἰς τόν τάφον τοῦ Ἁγίου“.
Ὅταν ξύπνησε ὁ ἀσθενής κατάλαβε τήν σημασία τοῦ “κατ’ ὄναρ” μηνύματος, ἐπισκέφθηκε τόν χαριτόβρυτο τάφο τοῦ Ἁγίου (στό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας) καί ἀφοῦ ἀκούμπησε τά νεφρά του στήν ἐπιτάφια πλάκα, θεραπεύθηκε!
Ἄλλα θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπείες παραλυτικῶν.
Μία περίπτωσις ἀφορᾶ τόν Πρωτοψάλτη τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, “Δομέστιχον ὀνομάζει τοῦτον ἡ συνήθεια, ἄνθρωπον ὀνομαστόν εἰς τά μουσικά καί κατά τήν συχνήν πρᾶξιν καί κατά τήν φυσικήν ἐπιτηδειότητα καί κατά τήν τεχνικήν μέθοδον“. Αὐτός λοιπόν ἔμεινε παράλυτος ἀπό ἄγνωστη αἰτία, “ἀλλά μέ τήν ψυχράν δίαιταν καί μέ τάς ἄλλας ἐπιμελείας τῶν ἰατρῶν“, περιορίσθηκε ἡ νόσος μόνον στόν ἀντίχειρα, τόν δείκτη καί τόν μέσο δάκτυλο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ. Ὅμως, “ἐλυπεῖτο κατά πολλά ἐκεῖνος, ἐπειδή δέν ἠδύνατο νά μεταχειρίζεται τήν τέχνην του καθώς καί πρότερον, τόσον εἰς τό γράψιμον δηλαδή, ὅσον καί εἰς τόν σχηματισμόν τῆς μουσικῆς χειρονομίας· διά τοῦτο καί ἀπηλπισμένος ἀπό κάθε τέχνην καί χειρουργικήν βοήθειαν καί ἰατρείαν, καταφεύγει ἀμέσως εἰς τήν θείαν βοήθειαν καί ζητεῖ ἐκεῖθεν τήν θεραπείαν του, πρέσβεις ἰσχυρούς πρός Χριστόν καί μεσίτας τούς Ἐκείνου θεράποντας προβαλλόμενος“.
Ὁ Ἱερός Γρηγόριος ἔσπευσε τήν ἴδια νύκτα τῆς προσευχῆς, νά βοηθήσει τόν πάσχοντα· διότι τοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί “ὁ μέν Ἅγιος τάχα ἐφαίνετο, ὅτι ἔβαλεν τήν χεῖρα του ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του καί τόν ἐχάϊδευε πατρικῶς καί φιλικῶς καί τοῦ ὡμιλοῦσε γλυκύτατα καί ἀρεστότατα λέγωντας, “γύρισαι εἰς τήν οἰκίαν σου, φίλε Πρωτοψάλτα, καί εἰς τό ἐξῆς ἔχεις νά γένης καλά“.
Μετά τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ Πρωτοψάλτης ἔσπευσε στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί θεραπεύθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως μετανοήσε “ἐξομολογούμενος τήν ἁμαρτίαν του καί τήν προπέτιαν τῆς γλώττης του, ὅπου ἔδειξε κατά τοῦ Ἁγίου· ὅτι, καθώς εἶπεν, εἶχε κινήση προτήτερα τήν γλῶσσαν του εἰς κάποιας φλυαρίας κατ’ αὐτοῦ“!
Ἄλλη περίπτωσις ἀφορᾶ τήν θεραπεία ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος “ἦτον κατάκοιτος πάμπολυν καιρόν, ἐπειδή ἐβασανίζετο ἀπό πολλά καί διάφορα πάθη· τόσον δέ ἐμακροχρόνησε κατάκοιτος, ὥστε ἔκαμε πληγάς καί εἰς τάς πληγάς του ἐγεννήθησαν πλῆθος σκωλήκων“! Ἡ νόσος αὐτή πρέπει νά ἦταν λοιμική, διότι εἶχε μεταδωθεῖ καί στήν οἰκογένειά του, “ὁ δέ οἶκος τοῦ ἰατροῦ δέν ἦτον ἰατρεῖον, ἀλλά μάλιστα νοσοκομεῖον”!
Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε “κάτ’ ὄναρ” στήν πάσχουσα κόρη τοῦ ἰατροῦ καί φάνηκε νά πλένει τά ἄκρα τοῦ πατέρα της μέ νερό τῆς λεκάνης τοῦ Ἁγιασμοῦ, τήν ὁποία ὁ ἴδιος χρησιμοποιοῦσε! Μετά ἀπό τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ ἰατρός ἀρχικά καί ἡ οἰκογένειά του στήν συνέχεια, θεραπεύθηκαν!
Σέ ἄλλη περίπτωση θεραπείας παραλύτου χειρός μιᾶς γυναικός, “εὐγενοῦς καί κοσμίας“, ὁ Ἅγιος θεράπευσε προηγουμένως τήν ἀπιστία τῆς ἀσθενοῦς· διότι, “ὄχι μόνον δέν ἤθελε νά δώση καμμίαν πίστιν εἰς τά λεγόμενα, ὄχι μόνον τήν πρέπουσαν ὑπόληψιν δέν εἶχεν ἐξ’ ἀρχῆς πρός αὐτόν, ἀλλά καί πολλά κακά καί βλάσφημα λόγια ἔλεγε κατ’ αὐτοῦ“!
Στά θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου πού ἀναφέρονται σέ θεραπείες περιλαμβάνονται: Ἡ ἀποκατάσταση τῆς “ξηρᾶς καί ἀγόνου ἀριστερᾶς χειρός κάποιας γυναικός, χήρας, γραίας καί πτωχῆς“· ἡ θεραπεία δύο μοναζουσῶν, τῶν ὁποίων, “ὡς ὀξύς ἰατρός θεραπεύει καί τά δύο πάθη· καί εἰς μέν τήν νέαν χαρίζει τήν εὐηκοϊαν, εἰς δέ τήν γηραιάν τήν ὁρατικήν ἕξιν καί ἐνέργειαν“· ἡ θεραπεία τῆς αἱμοροούσσης Ζωῆς καί τοῦ μοναχοῦ Ἐφραίμ ἀπό τήν Καστοριά (ὁ ὁποῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπό τραυματισμό καί εἶχε πάθει γάγγραινα!)· καί ἡ θεραπεία τοῦ Τσιμισκῆ τοῦ Βεροιαῖος καί τῆς οἰκογενείας του (ὁ ὁποῖος ἦταν πρώην μαθητής τοῦ Ἀκινδύνου καί πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐπανῆλθε στήν εὐσέβεια καί ἔγινε μαθητής τοῦ Ἁγίου).

Ἡ ἀνεύρεση νεροῦ στήν Μονή Ἐσφιγμένου
Ἡ Μονή Ἐσφιγμένου, τῆς ὁποίας χρημάτισε Ἡγούμενος ὁ Ἅγιος, ἐστερεῖτο νεροῦ καί οἱ δυσκολίες τῶν μοναχῶν ἦταν μεγάλες. Αὐτό τό ζωτικό πρόβλημα ἔλυσε “μετά θάνατον” ὁ Ἅγιος μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο:
Ἕνας πλούσιος Θεσσαλονικεύς ἑτοιμαζόταν νά ἀποδημήσει στά Ἱεροσόλυμα, ὅπως ἦταν διαδεδομένη συνήθεια στήν ἐποχή του. Σ’ αὐτόν λοιπόν ἐμφανίσθηκε “κατ’ ὄναρ” ὁ Ἅγιος καί τοῦ εἶπε, ὅτι “καλύτερον θά ἔκαμνες ἄν μετέβαινες εἰς Ἅγιον Ὄρος, εἰς τήν Μονήν Ἐσφιγμένου, καί ἐχρησιμοποιοῦσες τά ἔξοδα ὅπου θά ἔκαμνες διά τό ταξείδιον, διά τήν ἀνεύρεσιν ὕδατος, καθότι ἡ Μονή στερεῖται ποσίμου ὕδατος“. Μάλιστα, ἔδωσε ἀκριβεῖς ὁδηγίες στόν ὑποψήφιο δωρητή. “Ὅταν φθάσης εἰς τήν Μονήν, ἀπό τήν κυρίαν εἴσοδον θά βαδίσης ἕως διακόσια βήματα κατ’ εὐθείαν, κατόπιν θά στραφῆς ἀνατολικῶς καί θά παρατηρήσης τό μέρος καί ἕως ὅπλου βολήν καί θά εὕρης τό μέρος· νά προσέξης ὅμως νά μήν σκάψης πολύ βαθέως, διότι πιθανόν νά παρουσιασθῆ πολύ ὕδωρ ὡς λίμνης καί ἀντί νά ὠφελήσης θά βλάψης“.
Πράγματι ἔγινε ἡ ἐκσκαφή καί βρέθηκε τόσο νερό, ὥστε νά ἔχει αὐτάρκεια πλέον ἡ Μονή· μάλιστα ἡ βρύση μέσα στόν περίβολο, ἀπ’ ὅπου ὑδρεύονται οἱ μοναχοί καί οἱ προσκυνητές, ὀνομάζεται μέχρι σήμερα, “τοῦ ἁγ. Γρηγορίου“!


Διατί οἰκονομεῖ ὁ Θεός τά θαύματα τῶν Ἁγίων
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁμολογεῖ, ὅτι τά θαύματα πού ἀναφέρει, εἶναι “ὀλίγα ἀπό τό πλῆθος ὅπου ἔγιναν καί γίνονται καί ἔτι ἔχουσι νά γίνωνται”καί τά ἀναφέρει γιά νά δείξει “τό ὅλον ἀπό τό μέρος“.
Τά θαύματα αὐτά, τά “τόσον μεγάλα καί πυκνά (τά ὁποῖα) ἡ Θεία Χάρις ὑπέρ φύσιν ἐνεργεῖ“, δέν γίνονται “ὡς νομίζει”, “διά κέρδος καί αὔξησιν ἐκείνου (τοῦ ἁγ. Παλαμᾶ δηλαδή), ἀλλά τό περισσότερον
· διά νά δείξη καί νά βεβαιώση (ὁ Θεός) τόν ὀρθόν λόγον τῆς εὐσεβείας, ὅπου ἐπολεμήθη μέν καί ἀκόμα σήμερον παρά ποτέ πολεμεῖται, ἀπό τάς κακάς καί πολυκεφάλους ταύτας αἱρέσεις,
· ἐστηρίχθη δέ ἀπό ἐκεῖνον (τόν Ἅγιον) καί ἀνεκηρύχθη πολλάκις καί εἰς τούς πλησίον καί εἰς τούς μακράν, καί εἰς τήν ξηράν καί εἰς τήν θάλασσαν, μέ τήν δύναμιν τοῦ ἐν αὐτῷ κατοικοῦντος θείου Πνεύματος, ὅθεν ἀποστολικῶς καί τούτου ὁ φθόγγος ἐξῆλθεν εἰς πᾶσαν τήν γῆν καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτοῦ
“.
Τά θαύματα δηλαδή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου (ὅπως καί ὅλων τῶν Ἁγίων), οἰκονομοῦνται ἀπό τόν Ἅγιο Θεό, σάν δείγματα καί πιστοποιήσεις τῆς ὀρθῆς Πίστεως καί τῆς καλῆς Ὁμολογίας τῶν συγκεκριμένων ἱερῶν προσώπων.
Τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου, ἀναγκάζουν τόν “ὑπ’ αὐτοῦ θεραπευθέντα” μοναχό Ἐφραίμ νά ἀναφωνίσει: “Πιστεύω εἰς ἐκεῖνα ὅπου ἤκουσα τρανώτατα· τόν ἀνακηρύττω στύλον τῆς Ἐκκλησίας καί Διδάσκαλον τῆς εὐσεβείας καί πάσης ἁγιωσύνης καί ἀρετῆς κατοικητήριον· καί πρός τούτοις τόν ὁμολογῶ σημείων καί θαυμάτων θείων ἐργάτην καί ἀποστολικῆς δυνάμεως καί χάριτος πεπλουτισμένον“.
Ἐκ τούτου - τοῦ θαύματος τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου - οἱ θεοφιλέστεροι καί πρώτοι τῆς Καστορίας, καί μάλιστα τό ἱερατικόν τάγμα, εἰς ἕν συνελθόντες καί σκεψάμενοι, ζωγραφίζουσιν ἱεράν εἰκόνα τοῦ Γρηγορίου καί πανύγηριν λαμπράν καί πάνδημον συγκροτοῦσιν, ἑορτάζοντες τήν ἡμέραν τῆς αὐτοῦ τελειώσεως· καί μετά ταῦτα καί Ναόν ἱερόν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, ὡς λαμπρῷ μαθητῇ τοῦ Χριστοῦ ἀνεγείρουσι, χωρίς νά καρτερέσουν Συνόδους μεγάλας καί κοινάς ψήφους, διά νά τόν ἀνακηρύξουν καί τόν κανονίσουν ὡς Ἄγιον – εἰς τά ὁποῖα ἀκολουθεῖ πολλάκις καί χρονοτριβή καί ἀμέλεια καί ἀργοπορία καί πολλά ἄλλα ἀνθρώπινα ἐμπόδια – ἀλλά καλῶς καί εὐσεβῶς εὐχαριστήθησαν καί ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τήν ψῆφον καί ἀνακήρυξιν τοῦ Οὐρανοῦ καί εἰς τήν λαμπράν καί ἀναμφίβολον τῶν πραγμάτων ὄψιν καί πίστιν, ὅπου εἶναι τά θεῖα θαύματα“.
Ἀκόμη, “ἐπειδή ἡξεύρει (ὁ Ἅγιος) πῶς ἡ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἐξαπλωμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία – τήν Ὁποίαν αὐτός ὅλην ἐξίσου ἐδιαφένδευσε καί τήν ψυχήν του, ἔτι ζῶν, κατά μίμησιν τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρ Ἐκείνης ἔδωκε – διά τοῦτο καί ἐκεῖ εἰς τούς μακρυνούς τόπους γίνεται ὁμοίως εἰς τούς καλούντας αὐτόν καί σωτήρ καί ρύστης καί ἰατρός ἀνιάτων παθῶν. Καί μάρτυρες ἀληθέστατοι τοῦ λόγου Θετταλοί καί Σέρβοι καί ὅλοι ἐκεῖνοι ὅπου ἐρχόμενοι ἐκεῖθεν ἀπό τά μακρυνά γένη, διηγοῦνται τά τοῦ Μεγάλου θαύματα.
Καί τί χρεία νά λέγω πολλά; Τόσον καλά τόν ἠξεύρουσιν καί τόσον εἶναι πεπιεσμένοι ἀπό τά πράγματα – εἰς τήν μεγάλην παρρησίαν ὅπου ἔχει εἰς τόν Θεόν – ὥστε καί εἰκόνας του ζωγραφίζουσι καί πυκνά πανηγυρίζουσι τήν μνήμην αὐτοῦ (μέ πίστιν μεγάλην καί μέ θερμότατον πόθον τῆς ψυχῆς των) καί ναούς μετά προθυμίας κτίζουσιν εἰς τό ὄνομά του, ὡσάν εἰςἔνα ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας· καί ὅλοι μετά πολλοῦ τοῦ θαύματος ἀνακηρύττουσι τόν Μέγαν τοῦτον, ὀνομάζοντές τον καί κήρυκα τῆς εὐσεβείας καί προστάτην τῆς Ἐκκλησίας καί διδάσκαλον καί φύλακα τῶν ὀρθῶν Ταύτης δογμάτων
“.

ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τα τρία είδη του φωτός κατά τη διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. (14 Νοεμβρίου)

Νοεμβρίου 13, 2011 Γράψτε ένα σχόλιο


 

Χωρίς αμφιβολία κεντρικό θέμα στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου) του Παλαμά είναι το φως, το θείο φως, γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα τα άλλα βασικά θέματα, όπως η διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεότητα, η γνώση του Θεού όχι διά της κοσμικής σοφίας αλλά διά του θείου φωτισμού, η νοερά προσευχή, ή άκτιστη θεία χάρη, το μεθεκτόν και αμεθεκτον του Θεού, η συμμετοχή του σώματος στη θέωση, η από του παρόντος κόσμου πρόγευση των εσχάτων και άλλα. Το περί θείου φωτός θέμα είναι κατά κάποιο τρόπο η πηγή από την οποία απορρέουν όλα τα άλλα. Και τούτο, γιατί η συζήτηση για τη φύση του φωτός, που βλέπουν οι άγιοι στις διάφορες θεοφάνειες και οράσεις, του φωτός της Μεταμορφώσεως του Χριστού επί του όρους Θαβώρ, ως και του φωτός που θα καταυγάσει τους αγίους κατά την μέλλουσα ζωή, κατά την οποία θα εκλάμψουν οι δίκαιοι ως ο ήλιος, παρήγαγε σχεδόν όλα τα άλλα βασικά όντως για την Ορθόδοξη Θεολογία θέματα.

Τί αντιπροσωπεύει άραγε αύτη η έννοια του φωτός, που συναντάμε τόσο συχνά μέσα στην Αγία Γραφή, στην υμνολογία της λατρείας και στην λοιπή πατερική γραμματεία, όπου εμφανίζεται ό ίδιος ο Θεός να είναι φως, κατά την Ιωάννεια ρήση “Ο Θεός φως εστίν και εκ του φωτός αυτού να φωτίζονται όλα τα πνευματικά όντα, οι άγγελοι ως “δεύτερα φώτα” και κατόπιν οι άνθρωποι; Είναι απλώς μία μεταφορική, συμβολική έννοια, που δεν έχει κάποιο πραγματικό αντίκρυσμα στη θεότητα; Μία πρόσκαιρη και παροδική εμφάνιση του Θεού με την μορφή του αισθητού φωτός, που γίνεται και απογίνεται, και διαρκεί μόνο όσο διαρκεί η θεοφάνεια με τη μορφή της φωτοφανείας; Μήπως εκφράζει ακόμη την διανοητική, την νοητή γνώση, που με τους συλλογισμούς αποκτά ο άνθρωπος για την θεότητα μέσω της κτίσεως;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά παράγει όλα τα άλλα βασικά θέματα που αναφέραμε και διασαφεί τελικά αν το φως αποτελεί στοιχείο, μέρος, εκδήλωση, ενέργεια του Θεού, οπότε η ενασχόληση με αυτό ανήκει στη Θεολογία, με την κυρία έννοια της λέξεως, ως λόγου περί του Θεού καθ’ εαυτόν, ή αντίθετα αποτελεί στοιχείο, αισθητό και κτιστό, του κόσμου και του ανθρώπου, οπότε ο λόγος γι’ αυτό ανήκει στην κοσμολογία και στην ανθρωπολογία Πέρα όμως από αυτές τις θεωρητικές διαπιστώσεις δείχνει αν ο άνθρωπος, ελλαμπόμενος και φωτιζόμενος από αυτό το φως μετέχει πραγματικά του Θεού, θεώνεται, αν το φως είναι θεϊκό και άκτιστο, ή αντίθετα παραμένει στα δικά του μέτρα, στον χώρο του κτιστού και αισθητού κόσμου, χωρίς να αποκτά και να γεύεται κάτι από την θεότητα, αν το φως είναι κτιστό και αισθητό και διανοητικό.

Η συζήτηση δηλαδή για τη φύση του φωτός, αν είναι άκτιστο ή κτιστό, συνδέεται με το αίτημα της θεώσεως και της σωτηρίας του ανθρώπου, της πραγματικής κοινωνίας και μετοχής του Θεού, έχει σωτηριολογικές επιπτώσεις. Οι αγώνες και η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά απέβλεπαν στο να διασφαλίσουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να μετέχει του Θεού, να δείξουν ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αμέθεκτος και υπερβατικός, μία απρόσιτη και ανενέργητη ουσία, αλλά είναι συγχρόνως ενδοκοσμικός και μεθεκτός, γιατί είναι αδύνατον να υπάρχει φύση και ουσία χωρίς ενέργειες, γιατί ο Θεός είναι ουσία ενεργητική, έχει ενέργειες, που είναι και αυτές θείες και άκτιστες. Και οι ενέργειες αυτές του Θεού δεν είναι θεωρητικές συλλήψεις του νου και διακρίσεις θεολογικές, αλλά απτή πραγματικότητα, την οποία παραδειγματικά και εκφαντορικά εκφράζει το θείο φως: “Φως ο Θεός ον κατ’ ουσίαν, αλλά κατ’ ενέργειαν λέγεται”. Το άκτιστο, αιώνιο, θείο και θεοποιό φως είναι η Χάρις του Θεού, γιατί το όνομα της Χάριτος αρμόζει στις θεϊκές ενέργειες, που μας δίδονται δωρεάν και απεργάζονται το έργο της θεώσεως και της σωτηρίας. Ενέργειες και Χάρις και θείον φως εκφράζουν το άνοιγμα του Θεού προς τον άνθρωπο, τη θεϊκή συγκατάβαση, για να μπορέσει ο άνθρωπος να γνωρίσει εμπειρικά το Θεό, να αποκτήσει αίσθηση, όραση και γνώση πνευματική, που είναι πολύ ανώτερες από την αισθητή γνώση, που αποκτούμε μέσω των αισθήσεων, αλλά και από την διανοητική γνώση, που αποκτούμε μέσω του νου, των συλλογισμών και της μαθήσεως. Είναι αδύνατον μέσω των αισθήσεων και του νου, μέσω δηλαδή κτιστών μέσων, να προσεγγίσει κανείς την άκτιστη θεότητα, η οποία γνωρίζεται μόνον μέσω των ιδικών της ενεργειών, διά του θείου και θεϊκού φωτός, το οποίο φωτίζει και καταλάμπει τους αξίους και κεκαθαρμενους.

Στον “Αγιορείτικο Τόμο”, που είναι έργο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, διακρίνει ο μύστης αυτός του φωτός και της Χάριτος με πολλή σαφήνεια και λεπτότητα τρία είδη φωτός, τα οποία οι αμύητοι και ατέλεστοι δεν ημπορούν να διακρίνουν και τα συγχέουν. Είναι εν πρώτοις το αισθητό φως, που αντιλαμβανόμαστε με την αίσθηση της οράσεως· είναι έπειτα το νοητό, το διανοητικό φως, τα διάφορα νοήματα, “η εν νοήμασι κείμενη γνώσις” που αντιλαμβανόμαστε με τον νου. Και τα δύο είναι κτιστά φώτα, που περιορίζονται και κινούνται το καθένα στο χώρο του ανάλογα με τη φύση του. Υπάρχει όμως και τρίτο φως, το θείο φως, η έλλαμψη του θεϊκού φωτός, το οποίο δεν είναι ούτε αισθητό, ούτε διανοητικό, είναι άκτιστο και θεϊκό, είναι ο ορατός χαρακτήρ της θεότητος. Το φως αυτό, μολονότι είναι υπερβατικό, υπεραισθητό και υπερνοητό ενεργεί μέσω της οράσεως και του νου, ώστε δι’ αυτών, εκπνευματισμένων και αλλοιωμένων, να βλέπουν οι άξιοι αυτά που είναι υπέρ νουν και υπέρ αίσθηαιν, πέρα δηλαδή από τον φυσικό χώρο των αισθήσεων και του νου. Είναι βασικό αυτό το κείμενο για την κατανόηση της περί φωτός διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου και αξίζει να παρατεθεί: «Άλλο φως αντιλαμβάνεται ο νους, άλλο η αίσθηση. Η αίσθηση αντιλαμβάνεται το αισθητό φως που δείχνει τα αισθητά ως αισθητά. Φως του νου είναι η γνώση που υπάρχει στα νοήματα. Δεν αντιλαμβάνονται λοιπόν το ίδιο φως η όραση και ο νους, αλλά έως ότου καθένα από αυτά ενεργεί κατά τη δική του φύση και μέσα στις κατά φύση συνθήκες. Όταν όμως οι άξιοι ευτυχήσουν να λάβουν πνευματική και υπέρλογη χάρη και δύναμη, τότε και με την αίσθηση και με το νου βλέπουν αυτά που είναι πάνω από κάθε αίσθηση και κάθε νου, με τρόπο που «γνωρίζει μόνο ο Θεός κι εκείνοι που δέχονται αυτές τις θείες ενέργειες» για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου».

(Πρωτ. Θεοδ. Ζήση, Καθηγ. Παν/μίου, «Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης», εκδ. Βρυέννιος, σ.153-146)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers