RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

H Aγία Μαρκέλλα. Η πολύαθλος και ένδοξος παρθενομάρτυς της Χίου.(22 Ιουλίου)

Ανάμεσα στους πολυάριθμους Αγίους, που κοσμούν το τοπικό αγιολόγιο και τη μακρόχρονη εκκλησιαστική ιστορία του μυροβόλου νησιού της Χίου είναι και η Αγία παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, που αποτελεί το ευλαβικό καύχημα των απανταχού της Γης Χίων και τον πολύτιμο πνευματικό θησαυρό για χιλιάδες προσκυνητές, που συρ ρέουν στον τόπο του μαρτυρίου της για να αποδώσουν τον οφειλόμενο σεβασμό στο μεγαλείο και τον ηρωισμό της, αλλά και για να ζητήσουν τη θαυματουργική της χά ρη για την επίλυση σωματικών και ψυχικών ασθενειών.
Η Αγία Μαρκέλλα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βολισσό, στο ιστορικό αυτό κεφα λοχώρι της βορειοδυτικής Χίου. Για τον χρόνο της γέννησης, της ζωής και του μαρτυρίου της Αγίας υπάρχει σύγχυση και ασάφεια μεταξύ των βιογράφων. Σύμφωνα με τον βιογράφο της, Όσιο Νικηφόρο τον Χίο, η Αγία Μαρκέλλα έζησε και ήκμασε περί το 1500. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης και η χριστιανή μητέρα της απεβίωσε σε νεαρά ηλικία. Η Μαρκέλλα δια κρίθηκε από νωρίς για τη βαθιά της πίστη και αγάπη στον Χριστό, την καλοσύνη και αγνότητά της, τη σεμνότητα και την ευγένεια της ψυχής της. Προικισμένη με θεϊκή σοφία και αμέτρητα ψυχικά χαρίσματα επικοινωνούσε αδιάκοπα με τον Θεό. Αυτόν τον “επίγειο άγγελο” φθόνησε ο εωσφόρος και θέλησε να την πολεμήσει με κάθε μέσο.
Έτσι ο ειδωλολάτρης και σκληρόκαρδος πατέρας της άρχισε να επιθυμεί ερωτικά την ίδια του την κόρη και να νιώθει προς αυτή μία αστείρευτη σαρκική επιθυμία. Όταν η Μαρκέλλα διαπίστωσε τον αναίσχυντο χαρακτήρα του σαρκολάτρη πατέρα της, εγκα τέλειψε το πατρικό σπίτι και αναζήτησε καταφύγιο στα βουνά της περιοχής. Τότε ο πα τέρας της κινούμενος από τις κτηνώδεις ορέξεις του και με απερίγραπτη μανία άρχι σε να ψάχνει να βρει τη νεαρή και όμορφη Μαρκέλλα. Τότε η δύστυχη και έντρομη κόρη προσπάθησε να προστατευθεί και να σώσει την τιμιότητά της. Μία μεγάλη βά τος αποτέλεσε το ασφαλές καταφύγιο της Αγίας. Ένας βοσκός όμως αντιλήφθηκε τη Μαρκέλλα και υπέδειξε τη βάτο στον μανιακό πατέρα της. Τότε ο πατέρας έβαλε φω τιά στη βάτο για να την αναγκάσει να βγει έξω από αυτή. Η Μαρκέλλα κατάφερε και βρήκε διέξοδο και έτσι γλίτωσε από τα χέρια του σαρκολάτρη πατέρα της. Στη συνέ χεια άρχισε να τρέχει πάνω στις πέτρες και τα βράχια, αλλά ο πατέρας της βλέποντας τη δυσκολία να την φτάσει, αποφάσισε να τη σημαδέψει με το τόξο του και έτσι εκτόξευσε προς αυτή ένα βέλος. Η Αγία πληγώθηκε και το αγνό της αίμα πότισε τα βράχια. Παρόλα αυτά δεν έχασε την ψυχική της δύναμη και συνέχισε να τρέχει. Οι σωματι κές της δυνάμεις άρχισαν όμως να την εγκαταλείπουν και κάποια στιγμή έπεσε κά τω ταλαιπωρημένη και πληγωμένη. Η βαθιά και ακλόνητη πίστη της την βοήθησε να βρει τη σωτήρια λύση. Με τα μάτια στραμμένα στον Ουράνιο Νυμφίο προσευχή θηκε και Του ζήτησε να σχίσει τον βράχο και να την κρύψει μέσα. Η παράκληση της Αγίας έγινε πραγματικότητα και έτσι ο βράχος σχίστηκε και δέχτηκε το σώμα της ενάρετης Μαρκέλλας μέχρι το στήθος. Ο σαρκολάτρης πατέρας φτάνοντας στον τόπο και βλέποντας το παράδοξο αυτό θαύμα, οργίστηκε ακόμη περισσότερο και έκοψε με ένα μαχαίρι τους μαστούς της και τους πέταξε στο βουνό. Στη συνέχεια αποκεφάλισε την κόρη του και πέταξε την κεφαλή της στη θάλασσα. Σύμφωνα με την παράδοση μία ασυνήθιστη λάμψη άρχισε να εκπέμπεται από την κεφαλή της Αγίας, που στέφθηκε με τον ουράνιο και άφθαρτο στέφανο της άθλησης και της θεϊκής δόξας.

Ο σχισμένος βράχος, που δέχτηκε το μαρτυρικό σώμα της Αγίας, αποτελεί μέχρι σήμερα για τους προσκυνητές σημείο ευλαβικής αναφοράς και πηγή ιαμάτων, αφού όσοι προσεύχονται με πίστη, παρατηρούν τον ερυθρό χρωματισμό των βράχων και το νερό να ατμίζει. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που με τη χάρη του Θεού, έχει επιτελέσει η Αγία Μαρκέλλα από την εποχή του μαρτυρίου της έως τις ημέρες μας, ενώ μάρτυρες θαυ μαστών σημείων έγιναν λαμπρές πνευματικές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας μας, όπως Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Επίσκοπος Κορίνθου, ο Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως και ο βιογράφος και συντάκτης της Ακολουθίας της Αγίας, Όσιος Νικηφόρος ο Χίος, οι οποίοι συχνά προσέρχονταν στον τόπο του μαρτυρίου της Αγίας για να προσευχηθούν. Η μνήμη της Αγίας παρθενομάρτυρος Μαρκέλλας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 22 Ιουλίου και λαμπρά πανήγυρις λαμβάνει χώρα στον φερώνυμο ιερό ναό της Αγίας, που βρίσκεται επί της αμμώδους παραλίας στον ομώνυμο όρμο της Βολισσού και αποτελεί παγχιακό, αλλά και πανελλήνιο προσκύνημα.

Η φιλοπατρία των απανταχού της Γης ευρισκομένων Χίων, αλλά και τα αναρίθμητα θαύματα της Αγίας οδήγησαν στην ανέγερση ιερών ναών επ’ ονόματι της πολυάθλου και ενδόξου παρθενομάρτυρος της Χίου. Έτσι η συνοικία του Βοτανικού στην Αθήνα κοσμείται με ενοριακό ναό της Αγίας Μαρκέλλας, ενώ τα τελευταία χρόνια ανεγέρθηκε περικαλλές παρεκκλήσιο στο όνομα της Αγίας και στην περιοχή της Κάτω Κηφισιάς. Γραφικά παρεκκλήσια επ’ ονόματί της έχουν καταγραφεί στις Σπέτσες, την Άνδρο, τη Μήλο, τη Σαντορίνη και τη Σάμο.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός 
Βιβλιογραφία 
Ασματική Ακολουθία, Βίος και Παρακλητικός Κανών της Αγίας παρθενομάρτυρος Μαρκέλλης της Χιοπολίτιδος, Έκδοσις Ιερού Προσκυνήματος Αγίας Μαρκέλλης, Βολισσός Χίου 1980.
ΠΗΓΗ.Σύνδεσμος Κληρικών Χίου.
———————————————————————-
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ
Η Αγία Μαρκέλλα, πηγή δύναμης, εμπόδιο στο δρόμο της κακίας

Αγαπητοί μου,
Αληθινή ηρωίδα της Πίστεως και της Εκκλησίας είναι η Αγία Μαρκέλλα η Χιοπολίτις, η οποία κατέχει εξέχουσα θέση στη μεγάλη και ατέλειωτη παράταξη των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας. 22α Ιουλίου είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν. Πάνω απ’ όλα στον ακατάβλητο ηρωισμό της, στο αίμα και τη θυσία της.
Ανήκει στο «νέφος μαρτύρων» που έχουμε στην Εκκλησία μας, το οποίο, εμπλουτισμένο με στρατιές Νεομαρτύρων, διαχρονικά, είναι πηγή εμπνεύσεων για αγώνες, για ηρωισμό και απόδειξη των θυσιών, που απαιτήθηκαν, για τη στερέωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στον καιρό μας, όπου πολλές λέξεις έχασαν το αληθινό τους νόημα, οι άνθρωποι συνηθίζουν να θεωρούν ήρωες εκείνους από τους συνανθρώπους τους, που, για την εξασφάλιση εφήμερων, πολλές φορές, αγαθών, προσφέρουν τις δυνάμεις τους. Αλλά οι αληθινοί ήρωες δεν πλάθονται μέσα στους στίβους των κάθε είδους συμφερόντων. Οι αληθινοί ήρωες είναι αυτοί, που μάχονται, για ευγενικές ιδέες, θυσιάζοντας, ακόμη, και τη ζωή τους γι’ αυτές, είναι αυτοί, που, μακριά από κάθε υστεροβουλία, ενεργούν πάντα συνεπείς σ’ εκείνο, που πιστεύουν.
Η Αγία Μαρκέλλα είναι ηρωίδα, είναι αληθινή και αδιαμφισβήτητη νικήτρια, γιατί γιγάντωσε τον εαυτό της με την πίστη στο Χριστό και κατόρθωσε να φθάσει στη θυσία, χωρίς να υποστείλει τη σημαία του χρέους της και χωρίς να προδώσει εκείνο, στο οποίο πίστευε.
Οι κόκκινες πέτρες, κατά μήκος της ακροθαλασσιάς στο ιερό Προσκύνημά της, στη Βολισσό της Χίου, μοναδικές στην περιοχή του μαρτυρίου της, μαρτυρούν το πάντιμο και παρθενικό αίμα της, που χύθηκε εκεί, χάριν του Χριστού, από τον άσπλαχνο πατέρα της.
Και το αγίασμα, στον τόπο της θυσίας της, αναβλύζοντας από τη σχισμή των βράχων, που δέχθηκαν το άγιο σώμα της, γίνεται θερμό και ταράσσεται, όταν ψάλλεται η Ιερά Παράκλησίς της.
Οι νέοι μας αναζητούν, και σήμερα και πάντοτε, πρότυπα προς μίμηση. Και στρέφουν την προσοχή τους σε ό,τι έντεχνα εμφανίζεται να λάμπει στο στερέωμα. Συχνά, όμως, τα ινδάλματα αυτά και τα κάθε λογής είδωλα διαψεύδουν, με πάταγο, τους θιασώτες και θαυμαστές τους. Πράγματι. Για όσους αναζητούν πρότυπα ηρωισμού σε πρόσωπα, που δεν έχουν ειλικρινά καταξιωθεί ως πνευματικοί αγωνιστές, η μαρτυρία των αγίων της Εκκλησίας είναι ενοχλητική. Καθώς το παράδειγμά τους υπερέχει, κρίνει, ταυτόχρονα, τις συμβατικότητες της εποχής μας, που τόσο αρέσουν στους ανθρώπους, σαν ικανοποιούνται με ψεύτικα υποκατάστατα αληθινών ηρώων.
Εκείνο που, τελικά, μας μένει από τον εορτασμό της Αγίας Μαρκέλλας είναι από το ένα μέρος η αστείρευτη πηγή της εσωτερικής της δυνάμεως, που είναι η πίστη στον Χριστό, και από το άλλο μέρος το αιώνιο μίσος των ανθρώπων εναντίον εκείνων, που, με την αρετή τους, γίνονται εμπόδιο στο δρόμο της κακίας. Στερεωμένη πάνω στο βράχο της πίστεως η Αγία, στάθηκε ανυποχώρητη μπροστά στη βία, και, στην ουσία, έγινε η αληθινή νικήτρια, έστω κι αν έγραψε με το αίμα της, την τελευταία σελίδα της ζωής της.
Και είναι η ανάγκη σήμερα να σκύψουμε με εμβρίθεια πάνω στο παράδειγμά της, γιατί, σε παγκόσμια κλίμακα, παρατηρείται έλλειψη αληθινών ηρώων, πιστών στο Χριστό, έτοιμων γι Αυτόν να θυσιασθούν. Για μας, που πιστεύουμε, οι μάρτυρες είναι ο πολύτιμος και ανεκτίμητος θησαυρός μας. Αυτήν την παράδοση έχουμε από τα παλιά χρόνια, από τότε, που, πάνω στους τάφους και τα μνήματα των μαρτύρων, η Εκκλησία τοποθετούσε τις άγιες Τράπεζες.
Και, καθώς σήμερα πανηγυρίζουμε την ιερά Μνήμη της, παίρνουμε θάρρος, όσοι εξακολουθούμε να κρατάμε τη μικρή ή μεγάλη σημασία των χριστιανικών μας ιδανικών στα χέρια, για να συνεχίσουμε το δύσκολο δρόμο μας, μέχρι την τελική νίκη.

Του μακαριστού  Μητροπολίτη Χίου
κυρού . Διονύσιου

 
1 σχόλιο

Δημοσιεύθηκε από στο Ιουλίου 21, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Θαυμαστές διηγήσεις από τον βίο του Προφήτη Ηλία.

Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος

Θεολογικό σχόλιο μέ ἀφορμή τήν ἑορτήν τοῦ Προφήτου Ἠλία
τοῦ κ. Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, Θεολόγου, τ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστ. Διακονίας.

Καταγωγή τοῦ προφήτου  Ἠλία

.     Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἄν καί συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιοτέρων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:

.   Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν  Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό  Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι «ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.

.     Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. α´8). Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά ἀναφερθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες.
.   Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του

.      Ἡ προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους.

.     Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ Βάαλ Melgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. ιϛ´ 31-33).
.     Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.

Ἡ τριετής ἀνομβρία.

.     Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. ιζ´ 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. ιζ´ 67).

Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά.

.      Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.
.     Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. ιζ´ 816).
.   Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728-735): «Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.»
.    Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στόν χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.

.     Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. ιζ´, 18-24), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.

.     Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. ιη´ 17-18). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.
.     Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. ιη´21).

Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στόν βωμό τοῦ Ἠλία.

Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. ιη´ 22-24).

Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει.  Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.
.      Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).
.    Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν: Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. ιη´ 38-40).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.

.    Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. ιη´, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. ιθ´,2).

Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.

.   Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (ιθ´, 3-10) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου. Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».
.    Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. ιθ´, 11-12). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στήν Δαμασκό γιά νά χρίσει τόν νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τόν νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στήν συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτου  Ἠλία στόν οὐρανό.

.    Ἀφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. β´1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:
.   Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.
.    Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. β´ 8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. β´10).
.    Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).
.    Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. β´58).

Ἐπίλογος

.     Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
.    Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:

Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.

Ἀπολυτίκιον τοῦ Προφήτου  Ἠλία
Ἦχος δ´ . Ταχύ προκατάλαβε

Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς,
ὁ δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ,
Ἠλίας ὁ ἔνδοξος,
ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισσαίῳ τὴν χάριν,
νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει·
διὸ καὶ τοῖς  τιμῶσιν αὐτὸν βρύει ἰάματα.

ΠΗΓΗ: Ἱστοσελίδα Ἱ. Μητροπόλεως Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης
(http://www.immspartis.gr/)
 
Γράψτε ένα σχόλιο

Δημοσιεύθηκε από στο Ιουλίου 19, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Αγία Κυριακή (7 Ιουλίου)

 

Η Εκκλησία, 7 του μηνός Ιουλίου, εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος Κυ­ριακής. Η αγία Κυριακή είναι από τα ιερά θύματα των τελευταίων αρχαίων διωγμών της Εκκλησίας. Μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, που βασίλεψε από το 284 ως το 305. Ύστερα από λίγα χρόνια, στα 312 και 313 ο Μέγας Κωνσταντίνος με δυό Διατάγματα σταμάτησε τους διωγμούς εναντίον της Εκκλησίας. Οι αρχαίοι διωγμοί είναι από τις ενδοξότερες ημέρες στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και κάθε διωγμός, γιατί είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πάντα διώκεται.

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεσή τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τους Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί. Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό.

Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιό σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε· «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να την βοηθήση. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωϋσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως τον Δανιήλ, όταν τον έριξαν στο λάκκο των λεόντων, θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουν να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε τον Μωϋσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τί βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτελέσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να την φέρει στον Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνομε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ημέρα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του ανθρώπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

 

(+Διονυσίου, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, «Εικόνες έμψυχοι», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 93-95)

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Δημοσιεύθηκε από στο Ιουλίου 6, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ομιλία στο Γενέθλιο του Τιμίου Προδρόμου (Λουκ. α΄, 1-25, 57-68, 76, 80) του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κυρού Μελετίου


«Ἐπί τῇ γεννήσει αὐτοῦ πολλοί χαρήσονται».

                        Ὅταν ἕνας νέος ἄνθρωπος ἔρχεται στόν κόσμο, ὅλοι γεμίζομε χαρά καί τρέχομε νά συγχαροῦμε τούς γονεῖς του. Χαιρόμαστε, γιατί δύο ἄνθρωποι ἔγιναν συνδημιουργοί τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

Ἀπό τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τό θέλημά Του, μέ τήν εὐλογία Του, δύο ἄνθρωποι γίνονται γονεῖς, καί δημιουργοῦν ζωή ( Ἐφ. 3:14-15).

Δέν εἶναι τυχαῖο, πού ἡ Ἐκκλησία μας μόνο δύο ἁγίων γιορτάζει τά γενέθλια-τήν γέννηση.

Τῆς Παναγίας καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.

Γιατί;

Ἐπειδή ἡ εἴσοδός τους στόν κόσμο ἀποτελεῖ εὐλογία γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Καί ἀξίζει νά ἀγωνίζεται κανείς νά μιμεῖται, ὅσο μπορεῖ, τήν ἁγιότητά τους πού φαίνεται ἀπό τήν βρεφική τους ἡλικία.

Βέβαια, ὁ Ἰωάννης, ἦταν χοϊκός, ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά ταυτόχρονα ἦταν κολοσσός ἁγιότητος. Τόσο ἅγιος, πού ἡ Ἐκκλησία μας αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη παντοῦ καί πάντοτε, ὅπου τόν ζωγραφίζει, νά τόν φτιάχνει μέ φτερά.

Ὄχι πώς εἶχε φτερά ὁ Τίμιος Πρόδρομος στήν ἐπίγεια ζωή του, ἀλλά γιά νά μή ξεχνᾶμε ἐμεῖς πού βλέπομε τήν εἰκόνα του, ὅτι παρ’ ὅτι εἶχε σάρκα ὅμοια μέ μᾶς, δέν ἔζησε τή ζωή πού κάνουμε ὅλοι ἐμεῖς.

Ἀλλά ἔζησε ἐπάνω στή γῆ πραγματικά ἀγγελική ζωή.

Ἅμα μελετήσομε τήν προσωπικότητά του καί δοῦμε μερικές πτυχές ἀπό τό ἔργο του, τότε καταλαβαίνομε, ὅτι τό νά τόν λέμε «ἄγγελο», εἶναι ἕνα τίποτε. Γιατί ὁ Ἰωάννης πέρασε τή ζωή του μέ ὑπερβολική νηστεία, μέ ἐγκράτεια, μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καί μέ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στό Θεό.

Δέξου μέ πίστη ὅτι λέει ὁ Θεός

            Ἄς ἔλθομε ὅμως στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα.

Τί φοβερό πράγμα ἕνας ἄνθρωπος, ὄχι τυχαῖος, ἀλλά ἅγιος καί μάλιστα ἱερέας νά δέχεται ἐπίπληξη, ἐπιτίμιο, τιμωρία ἀπό ἕνα ἀρχάγγελο!

Τό εὐαγγέλιο καί ἡ σημερινή γιορτή αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζουν.

Ὁ Ζαχαρίας, ἦταν ἕνας ἅγιος ἱερέας.

Μπῆκε στό ναό τοῦ Θεοῦ, γιά νά προσφέρει θυμίαμα.

Καί ἐκεῖ, μέσα στό ναό τοῦ Θεοῦ, βρέθηκε στήν πιό τραγική θέση πού μπορεῖ ποτέ νά βρεθῆ κανείς. Εὑρέθη ἐλεγχόμενος ὄχι ἀπό ἄνθρωπο ἀλλά ἀπό ἄγγελο. Καί μάλιστα ἀπό ἄγγελο, πού ὅπως τοῦ τό εἶπε ὁλοκάθαρα, «Ἐγώ εἰμί Γαβριήλ ὁ παρεστηκώς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

Εἶμαι ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ πού στέκω συνεχῶς μπροστά στόν Κύριο.

Τί εἶχε συμβεῖ; Ὁ ἅγιος καί δίκαιος Ζαχαρίας μέ τήν σύζυγό του, τήν ἁγία Ἐλισάβετ, δέν εἶχαν τήν χαρά νά ἔχουν παιδιά.

Καί νά τώρα, ἦρθε μία λαμπρή γιορτή. Καί τυχαίνει νά μπῆ ὁ ἅγιος Ζαχαρίας στό ναό, νά θυμιάση ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Γιά μᾶς, δέν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη σημασία τό νά ἀκοῦμε ὅτι κάποιος παπᾶς μπῆκε στήν ἐκκλησία καί θυμίαζε. Γιατί κάθε μέρα μπαίνει στήν ἐκκλησία καί κάθε ἡμέρα θυμιάζει.        Ἀλλά γιά τούς Ἑβραίους αὐτό ἦταν σπάνιο. Ἦταν πολλοί ἱερεῖς. Στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἔμπαιναν δυό-τρεῖς φορές τό χρόνο νά θυμιάσουν. Καί τότε ἔμπαινε μόνο ἕνας.

Ἐκεῖνος πού τοῦ τύγχαινε, νά προσφέρει θυμίαμα στόν Κύριο, τό θεωροῦσε τή μεγαλύτερη εὐλογία πού μποροῦσε νά τοῦ ἔλθει ὄχι μόνο ἀπό τόν οὐρανό, ἀλλά καί ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Τό θυμίαμα συμβολίζει τήν προσευχή τοῦ ἱερέως καί ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ.

Ἐκεῖ, μέσα στό ναό, ἐμφανίσθηκε στό Ζαχαρία ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί τοῦ εἶπε:

-Μή φοβᾶσαι Ζαχαρία. Ἦρθα νά σοῦ φανερώσω ὅτι θά ἀποκτήσεις υἱό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Θά συλλάβει ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ καί θά γεννήσει.

Ὁ Ζαχαρίας ὅταν τό ἄκουσε τά ἔχασε.

Ἐξέφρασε αὐτό πού εἶχε στήν καρδιά του ἀμφισβητώντας τό λόγο τοῦ ἀγγέλου.

-Μά, πῶς εἶναι δυνατόν τέτοιο πρᾶγμα; Ἐγώ εἶμαι πιά γέρος καί ἡ Ἐλισάβετ γριά. Δέν ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις. «Πῶς ἔσται τοῦτο»;

Πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνει ἕνα τέτοιο πρᾶγμα;

Ἀπάντησε ὁ ἀρχάγγελος:

-Ἐγώ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, πού στέκομαι πάντοτε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί ἦρθα νά σοῦ τό πῶ. Ἀλλά τί εἶναι αὐτά πού λές Ζαχαρία; «Ἀδυνατήσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα»; Εἶναι δυνατόν νά πεῖ κάτι ὁ Θεός καί νά μήν γίνει; Ποιά εἶναι ἡ πίστη σου; Ἐάν δέν κατόρθωσες τό «ἄλφα», τί κάνεις τόσο καιρό;

Τό «ἄλφα» εἶναι νά πιστεύομε ὅτι «οὐκ ἀδυνατήσει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πᾶν ρῆμα». Τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο γιά τό Θεό.

Ἐρώτημα: Γιατί δέν πίστεψε ὁ Ζαχαρίας τό μήνυμα τοῦ ἀγγέλου; Γιατί ξέχασε τόσα ἀνάλογα θαύματα πού ἀναφέρει ἡ Παλαιά Διαθήκη;

Ἡ ζημιά πού παθαίνομε

            Ἀπάντηση: Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι παθαίνουμε μία ζημιά.          Μία ὑποστατική ἀλλοίωση, θά λέγαμε. Παθαίνουμε μιά διανοητική ἀλλοίωση. Ἐπηρεαζόμαστε ἀπό αὐτά πού γίνονται γύρω μας. Καί διαμορφώνομε τή λογική μας, ἀπό αὐτά πού βλέπομε νά γίνονται μέσα στόν κόσμο.

Ἀλλά ὅσα γίνονται στόν κόσμο, δέν γίνονται ἀπό μόνα τους, ἀλλά ἐπειδή τό θέλησε ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι πάνω ἀπό ὅλους τούς νόμους τῆς φύσεως, πού εἶναι δημιουργήματά Του καί λειτουργοῦν κατά τό θέλημά Του. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ δέν περιορίζεται ἀπό τά ἔργα Του, ὅπως καί ἡ δική μας δύναμη δέν περιορίζεται ἀπό ἐκεῖνα πού φτειάξαμε. Ἔχομε τή δυνατότητα νά κάνομε καί ὁτιδήποτε ἄλλο θέλομε.

Κάποια ἄλλη φορά, εἶχε παρουσιασθεῖ ὁ Θεός σ΄ ἕναν ἀκόμα πιό γέρο ἀπό τόν Ζαχαρία. Τόν Ἀβραάμ, πού ἦταν 100 χρονῶν. Τοῦ εἶπε.

-Τοῦ χρόνου τέτοιο καιρό, θά ἔλθω καί θά ἔχει ἡ γυναίκα σου παιδί.

Τό ἄκουσε ἡ Σάρρα, 90 χρονῶν γρηά καί γέλασε. Συλλογίστηκε:

-Βρέ γιά φαντάσου. 100 χρονῶν ὁ ἄνδρας μου, 90 χρονῶν ἐγώ. Εἶναι καιρός εἶναι τώρα νά ἀποχτᾶμε παιδιά. Τί ἀστεῖα εἶναι αὐτά πού ἀκούω.

Μά ὁ Θεός εἶπε:

«Τί ὅτι ἐγέλασες Σάρρα»; Τί πράγματα εἶναι αὐτά; Μέ ποιόν γελάει ἡ Σάρρα; Τίνος τά λόγια θεωρεῖ ἀνόητα, ἐξωπραγματικά, λανθασμένα, λόγια τοῦ ἀέρα;

Καί ἐπανάλαβε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ:

-Τοῦ χρόνου τέτοιο καιρό θά περάσω πάλι νά σέ δῶ, νά σέ ἐπισκεφθῶ. Καί ἡ Σάρα θά κρατάει στήν ἀγκαλιά της παιδί, διότι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι ἀπολύτως τίποτε ἀδύνατο.

Καί στή μία περίπτωση καί στήν ἄλλη, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πραγματοποιήθηκε.

Ἐπιτίμιο ἀπό τόν οὐρανό

            Ὁ Θεός ἔβαλε στόν Ζαχαρία ἕνα ἐπιτίμιο γιά τήν ἀπιστία του.

Τοῦ εἶπε ὁ ἀρχάγγελος:

«Ἰδού ἔσῃ σιωπῶν καί μή δυνάμενος λαλήσαι,… ἀνθ’ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου» (Λουκ. 1, 20)

-Ἐπειδή δέν ἐπίστεψες τό λόγο τοῦ Θεοῦ, θά μείνεις σιωπῶν, μέχρι πού θά γεννηθεῖ τό παιδί.

Βγῆκε ὁ Ζαχαρίας ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν μποροῦσε νά μιλήσει. Καί ἔκανε νοήματα στόν κόσμο, ὅπως κάνουν οἱ κωφάλαλοι. Πραγματικά, ἔμεινε ἄφωνος-ἄλαλος μέχρι τήν ἡμέρα πού ἐγέννησε ἡ ἁγία Ἐλισάβετ τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο.

Γιατί τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός αὐτή τήν τιμωρία;

Τό πρῶτο ἦταν γιά νά τόν παιδαγωγήσει στήν πίστη.         Γιατί 9 ὁλόκληρους μῆνες ὁ Ζαχαρίας ἔβλεπε τόν ἑαυτό του σιωπῶντα, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κατά διαταγή καί ἐντολή τοῦ Θεοῦ.

Καί ἄρχισε νά μαθαίνει καλύτερα τήν ὑπακοή στό Θεό.     Νά μαθαίνει, νά μή προσέχει τήν ἀνθρώπινη λογική, ἀλλά νά προσέχει περισσότερο τή λογική τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε, ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ ἐπέμεναν, ὅτι πρέπει νά τοῦ δώσουν τό ὄνομα Ἰωάννης, πού σημαίνει «Θεόδωρος» -δῶρο Θεοῦ- γιατί εἶπαν· δῶρο Θεοῦ καί θέλημα Θεοῦ ἦταν αὐτό τό παιδί.

Ὁ Ζαχαρίας ἀμέσως μόλις λύθηκε ἡ γλώσσα του, εὐλόγησε τόν Θεό: «εὐλογητός Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ πού μᾶς ἐπισκέφθηκε καί ἔδωσε λύτρωση στόν λαό Του. Γιατί αὐτό τό παιδί θά γίνει προφήτης καί θά προπορευθῆ πρό προσώπου τοῦ Κυρίου, νά ἑτοιμάση τήν ὁδόν Του καί νά φωνάξει σέ ὅλο τόν κόσμο «Μετανοεῖτε ἤγγιγεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Τά δυό διδάγματα

            Σήμερα πού ἑορτάζομε τή γέννηση τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγαλυτέρου Προφήτου καί τοῦ ἁγιωτέρου ἀνθρώπου πού πέρασε ἀπό τόν κόσμο, ἄς φροντίσομε νά μάθωμε τά δύο αὐτά διδάγματα.

Πρῶτο, ὅτι δέν μποροῦμε νά συγκρίνουμε τή λογική τοῦ Θεοῦ, τό λόγο καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τή λογική τή δική μας πού εἶναι διαμορφωμένη ἀπό τά δεδομέμα τοῦ κόσμου τούτου.

Σέ ὅσα σημεῖα ἡ λογική μας ἔρχεται σ΄ ἀντίθεση μέ τό λόγο καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θέλει διόρθωση, γιατί διαφορετικά εἶναι λογική διεστραμμένη. Εἶναι λογική ἀλλοιωμένη. Εἶναι λογική τυφλωμένη ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου.

Καί τό δεύτερο εἶναι, ὅτι πρέπει νά φροντίζομε νά ἀποκτᾶμε ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί στό λόγο του, πού μᾶς λέγει:

«Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κοντά σας».

Ἀπό τότε πού ἦλθε ὁ Χριστός στό κόσμο, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κοντά μας. Ὅποια ὥρα θέλουμε ἁπλώνομε τά χέρια μας καί τήν πιάνομε.

«Ἤγγιγεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μετανοεῖτε», διορθωθεῖτε, τρέξτε νά τήν ἀπολαύσετε.

Πῶς θά τήν ἀπολαύσομε;

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Δημοσιεύθηκε από στο Ιουνίου 23, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 113 other followers