RSS

Category Archives: ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

 

 


            Άγιος Ραφαήλ, ο Ιερεύς και Όσιος, ο Μεγαλομάρτυς και Θαυματουργός. Έζησε στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου μέχρι και λίγα χρόνια μετά την άλωση. Χρόνια δύσκολα και ηρωικά. Ήλπισε στη σωτηρία της Αυτοκρατορίας, στους αγώνες των Παλαιολόγων. Δραστηριοποιήθηκε πάρα πολύ, πήρε πολλές γνώσεις, πέρασε από πολλά αξιώματα, πήγε σε πολλά μέρη, έγινε φημισμένος. Πόνεσε και μόχθησε για τη Ρωμιοσύνη. Αλλά Τον κέρδισε ο Χριστός. Αυτόν αγάπησε τελικά περισσότερο απ’ όλα και Αυτόν υπηρέτησε μέχρι τέλους.  Η ίδια η Παναγία, εμφανιζόμενη σε αποκαλυπτικό ενύπνιο την επέτειο του Μαρτυρίου του Αγίου κλαίουσα και ερωτηθείσα γιατί κλαίει, απάντησε ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα κλαίει για τη θυσία που έκανε ο Άγιος Ραφαήλ για Εκείνη και τον Υιό Της, στο Μοναστήρι Της των Καρυών της Λέσβου…

Αποκάλυψις μετά από μισή χιλιετία

Ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε στη Λέσβο 10 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η ένδοξη ζωή όμως και ο μαρτυρικός θάνατός Του, γρήγορα θάφτηκαν στη λήθη, λόγω της τρομοκρατίας του βάρβαρου Τούρκου κατακτητή. Πέρασε ο καιρός και όλα ξεχάστηκαν. Μισή χιλιετία πέρασε και κανείς πλέον δεν ήξερε ότι κάποιοι είχαν μαρτυρήσει στο λόφο των Καρυών της Λέσβου. Μόνο από καιρού εις καιρόν έβλεπαν κάποιον ιερέα να θυμιάζει στον τόπο αυτό, και ένα έθιμο είχε μείνει στην παράδοση του τόπου να γίνεται λειτουργία την Τρίτη του Πάσχα, ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου, χωρίς όμως να θυμάται ή να ξέρει κανείς, για ποιο λόγο είχε επικρατήσει το έθιμο αυτό.

Ήρθε όμως το πλήρωμα του χρόνου, το χρονικό εκείνο σημείο που η Θεία Πρόνοια είχε σοφά επιλέξει, ώστε όλα να αλλάξουν. Ο Παντογνώστης Κύριος είχε επιλέξει την εποχή μας, τον καιρό της απιστίας και της αποστασίας, να ξανακάνει γνωστό τον Φίλο Του Ιερομάρτυρα Ραφαήλ. Ο καιρός της αφάνειάς Του είχε παρέλθει. Είχε έρθει η ώρα, η χάρις του Αγίου να λάμψει και να φωτίσει τις ψυχές των Χριστιανών, χαρίζοντάς τους Πίστη, υγεία, δύναμη, κουράγιο και ελπίδα. Το σωτήριο έτος του Κυρίου μας, 1959, η οικογένεια Ράλλη στην κυριότητα της οποίας περιέπεσε το κτήμα που περίκλειε το μαρτυρικό λόφο των Καρυών, έκτισε από τάμα ένα εκκλησάκι της Παναγιάς. Από τότε αρχίζουν τα θαυμαστά περιστατικά…

Μια πηγή που είχε ξεραθεί, ξαφνικά άρχισε να βγάζει νερό, βοηθώντας στις εργασίες ανέγερσης της Εκκλησίας. Κατά τις εργασίες ανέγερσης του μικρού ξωκλησιού, ανευρίσκεται στα θεμέλια ένας τάφος με λείψανα ενός χριστιανού του οποίου έλειπε η κάτω σιαγόνα. Ένας άγνωστος σ’ αυτούς καλόγερος αρχίζει και εμφανίζεται στα όνειρα πολλών ανθρώπων της περιοχής, σε οράματα ή ζωντανά μπροστά τους. Σταδιακά, όλο και περισσότεροι τον βλέπουν, τον ακούν, τον ονειρεύονται. Σε κάποιους λέει το όνομά του, «Ραφαήλ». Σε άλλους λέει, «Είμαι Άγιος και θα κάνω πολλά θαύματα». Σε άλλους, «Είμαι από την Ιθάκη»… Μέρα με τη μέρα ο Άγιος συμπληρώνει την ιστορία του και φανερώνει τα κεκρυμμένα μυστήρια, ενώ στις θαυμαστές αποκαλύψεις εμφανίζονται, και άλλα πρόσωπα μαρτύρων καθώς και ένα ξανθόμαλλο κοριτσάκι. Η Παναγία, αλλά και η Αγία Παρασκευή και άλλοι Άγιοι παρουσιάζονται συχνά και αυτοί σε ενύπνια ή οράματα επιβεβαιώνοντας τις μαρτυρίες του Αγίου και ενισχύοντας την πίστη των απλών χριστιανών που γίνονται μάρτυρες των θείων αποκαλύψεων.

Ο Άγιος σύντομα ζητά να γκρεμιστεί το νεόκτιστο εκκλησάκι. Εξηγεί ότι από κάτω βρίσκονται τάφοι μαρτύρων που πρέπει να αποκαλυφθούν. Έτσι υπό την πίεση των θείων σημείων, αλλά και θαυμάτων, αρχικά με κάποια ατολμία, αργότερα όμως με θάρρος και παρρησία, αρχίζει πρώτα το γκρέμισμα και μετά η ανασκαφή χώρου. Υπήρχε ακόμα κάποια επιφυλακτικότητα, διότι οι άπιστοι ειρωνεύονταν και συκοφαντούσαν τα γεγονότα, τα θεωρούσαν ως μια ομαδική αυθυποβολή ή ακόμα χειρότερα ως απατεωνιά. Όμως, ώ του θαύματος! Στις ανασκαφές, σταδιακά, πράγματι έρχονται στο φως σπασμένα μάρμαρα και κιονόκρανα, αρχαία αντικείμενα κομματιασμένα και μαυρισμένα σαν από πυρκαϊά και εν γένει τα υπολείμματα αρχαίου μοναστηριού, ακόμα και το μολυβδόβουλλο, δηλαδή η ανάγλυφη προνομιακή πατριαρχική σφραγίδα του Βυζαντίου για τη λειτουργία της αρχαίας Μονής. Ανευρίσκονται Τάφοι και Ιερά Λείψανα Μαρτύρων, ακριβώς στα σημεία που βλέπουν σε όνειρα οι πιστοί και υποδεικνύουν στους εργάτες. Η Πίστη θριαμβεύει και οι άπιστοι ντροπιάζονται και αποστομώνονται.

Ο Άγιος σταδιακά ξετυλίγει το νήμα της ζωής και του Μαρτυρίου Του. Πιστοί ή ακόμα και άπιστοι, αλλά καλοπροαίρετοι άνθρωποι έβλεπαν τον Άγιο να τους διηγείται. Συχνά, έβλεπαν τα ίδια τα γεγονότα άλλοτε ζωντανά σαν να συμβαίνουν δίπλα τους, άλλοτε σαν μέσα από διόπτρα με τον Άγιο να τους εξηγεί και άλλοτε σαν ταινία που βλέπουν και ακούν… Έτσι, σιγά-σιγά σχηματίστηκε μια σαφής εικόνα του πολυτάραχου βίου Του, που σταδιακά γίνεται όλο και πιο πλήρης:

Τα παιδικά χρόνια

            Στην παλαιά συνοικία Μύλοι της πόλεως Ιθάκης, πρωτεύουσας της ομωνύμου πανέμορφης νήσου των Επτανήσων εις το Ιόνιο Πέλαγος, πατρίδας του πολυμήχανου Οδυσσέα της αρχαιότητος, γεννήθηκε το έτος 1410 ένα γλυκύτατο αγοράκι. Οι γονείς του ήταν λίαν ευσεβείς Χριστιανοί και εξαιρετικά ένθερ­μοι Έλληνες πατριώτες. Η οικογένεια του αποτελείτο από τον πατέρα του Διονύσιο Λασκαρίδη, την μητέρα του Μαρία και την αδελφή του Ελένη. Κατά την βάπτιση του βρέφους, του δόθηκε το όνομα Γεώργιος.

Με την πάροδο του χρόνου, το έτος 1422 η αδελφή του Ελένη Λασκαρίδου νυμφεύθηκε τον Ενετό Μάρκο, Υπασπιστή και Σύμβουλο του Ενετού Καρόλου Α’ Τόκκου, Κόμητα Κεφαλληνίας και Ζακύνθου και Δούκα της Λευκάδος. Το έτος 1418, ο νεαρός Γεώργιος διδάσκεται τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα Τιμόθεο της Ιεράς Μονής Καθαρών, κείμενης εις την θέση Στενό Αγρού, βορείως της πόλεως της Ιθάκης. Η οικογένεια Λασκαρίδη ήταν αρκετά ευκατάστατη, πράγμα το οποίο βοήθησε για την παροχή ευρύτερης παιδείας στο γιό τους, το οποίο ήταν ένα αξιαγάπητο, κινητικότατο, πανέξυπνο μικρό παιδάκι, ευσεβές και διψασμένο για μάθηση. Έτσι, ο Γεώργι­ος, διαθέτοντας οικονομική ανεξαρτησία και υποστηριζόμενος από τον (εκ της αδελφής του) γαμπρό του Μάρκο, γίνεται δεκτός προς φοίτηση στη Σχολή του Ζαχαρία Αγγέλου, που έδρευε στη θέση «Κάστρο του Αϊ-Γιώργη», καθέδρα του Καρόλου Α’ Τόκκου. Εκεί διδάσκεται Ελληνικά, Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά. Και πάλι, όμως, δεν αισθανόταν αναπαυμένος. Πνεύμα συνεχώς ανήσυχο για μάθηση, γνωρίζεται με τον Ιατροφιλόσοφο Παράσχο Κουζούλη από τον οποίο διδάσκεται τα πρώτα μαθήματα της Ιατρικής Επιστήμης.

Το έτος 1425 σε ηλικία 15 ετών, ο νεαρός Γεώργιος παρακολούθησε τη διδασκαλία του πατρός Φωτίου Μοναχού στην Ιερά Μονή της Παναγίας Ομαλών, πλησίον του χωρίου Λειβαθώ, όπου για πρώτη φορά εντρύφησε σε θεολογικές μελέτες, με εξαιρετικές επιδόσεις. Τότε, ο Γεώργιος, που θεωρούσε και ονόμαζε τον εαυτό του Ρωμηό, αλλά που ήταν μεγαλωμένος και μορφωμένος σε ενετικό περιβάλλον, για πρώτη φορά άρχισε να ανακαλύπτει και να συνειδητοποιεί τη ρωμαίικη παράδοση. Συνάντησε μαγεμένος το Γένος και τη ρίζα του, την Ελληνική από τη μια και Ορθόδοξη από την άλλη. Ταυτοχρόνως, ορμώμενος από τον έμφυτο δραστήριο χαρακτήρα του και από τη φλόγα της φιλοπατρίας, πείθει τον γαμπρό του Μάρκο να συνηγορήσει για την άσκησή του εις τα όπλα κατατασσόμενος προς απόκτησιν στρατιωτικής εκπαιδεύσε­ως εις τα τμήματα της Ενετικής Φρουράς του Καρόλου Α’ Τόκκου.

Ο καιρός παρέρχεται και ο άπληστος για μάθηση Γεώργιος αναχωρεί το έτος 1427 από τα Ιόνια Νησιά και μεταβαίνει εις την πόλη του Μυστρά για να παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές εις την εκεί Σχολή Φιλοσοφίας του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού. Εκεί μάλιστα, γνωρίζεται και συνδέεται φιλικά με τον μετέπειτα Δεσπότη του Μυστρά και αργότερα αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

 

Στην υπηρεσία της πατρίδος

            Το έτος 1431, σε ηλικία πλέον 21 ετών, ο Γεώργιος δεν μπορεί να αντισταθεί περισσότερο στα εντονώτατα πατριωτικά του συναισθήματα και με τις ευλογίες των Γονέων και των Διδασκάλων του κατατάσσεται εθελοντικώς ως Αξιωματικός στις Δυνάμεις του Ελληνικού Βυζαντινού Στρατού. Λόγω της ευρύτατης και πολυσχιδούς του μορφώσεως και της όλως εξαιρετικής ευφυίας του, του απονέμεται ο βαθμός του Εκατόνταρχου και τοποθετείται ως Υπασπιστής στο Επιτελείο του Πρίγκηπα Θωμά Παλαιολόγου που είχε την έδρα του στην Καλαμάτα. Παράλληλα, ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Ιατρική Επιστήμη διδασκόμενος από τον Ιατρό Μελισσηνό.

Ο Γεώργιος ήδη έχει γίνει πασίγνωστος για την παιδεία, τις ικανότητες, την ανδρεία και τον χαρακτήρα του εις τους κατέχοντας ύπατα αξιώματα στη Δημόσια Διοίκηση της Αυτοκρατορίας και στην Εκκλησία. Ως αποτέλεσμα, το έτος 1437 ο Γεώργιος Λασκαρίδης, Χιλίαρχος – Ιατρός πλέον, επιλέγεται να προστεθεί στην ακολουθία του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου ως επιτελής αξιωματικός του Πρίγκηπα Δημητρίου ο οποίος θα συνόδευε τον Αυτοκράτορα στη σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας.

Χάριν της ιστορικής αλήθειας, οφείλουμε να αναφέρουμε εδώ ότι, δυστυχώς, ο ασύνετος Αυτοκράτωρ Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος προκάλεσε τη σύγκληση της Συνόδου της Φερράρας προκειμένου να εκλιπαρήσει τον αιρετικό και σχισματικό Ευγένιο πάπα της Ρώμης να παρακινήσει τους υπ’ αυτόν βασιλείς να τον βοηθήσουν στρατιωτικώς προσφέροντας σε αντάλλαγμα την «Ένωση» των Εκκλησιών, διότι έντρομος και περιδεής φοβόταν τις απειλές του Σουλτάνου Μουράτ και του αρχηγού της τουρκικής Θεσσαλικής στρατιάς Τουραχάνη (Τουραχάν Μπέης).

Από την πρώτη στιγμή, η Επιτροπή Συνοδικών της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ιωσήφ, υπέστη τα πάνδει­να από τους παπικούς κατά τη διετία της Συνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας. Προσφιλέστερη μέθοδο των Δυτικών αποτελούσαν οι προσβολές και η έμμεση ή άμεση άσκηση φυσικής, ηθικής και ψυχολογικής βίας εναντίον των Ορθοδόξων. Μικρό παράδειγμα αποτελούν τα εξής. Ενώ η Επιτροπή των Ορθοδόξων βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Φερράρα, ο Πάπας ειδοποίησε τον Πατριάρχη ότι κατά την άφιξή του οφείλει να του ασπασθεί τους πόδας του, πράγμα το οποίο, όπως ήταν φυσικό, ο Πατριάρχης αρνήθηκε. Επίσης, από την πρώτη διανυκτέρευση, στον Ορθόδοξο Πατριάρχη παραχώρησαν για κατάλυμα ένα χοιροστάσιο. Ακόμη, ενώ ήταν ανειλημμένη υποχρέωση των Παπικών να προσφέρουν σιτηρέσιο προς τους Ορθοδόξους, παρέβηκαν την υπόσχεσή τους καταδικάζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τους Ορθοδόξους Συνοδικούς σε λιμοκτονία, αφήνοντάς τους χωρίς τροφή και χρήματα διατροφής επί πολ­λούς μήνες, εξαναγκάζοντας τους Ορθοδόξους Ιεράρχες να πωλούν και αυ­τά τα ενδύματά τους για να τραφούν ή ακόμη και να ζητιανεύουν τροφή.

Πράγματι, λοιπόν, κατά την ψευδοσύνοδο Φερράρας και Φλωρεντίας, εμπαίχθηκε η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός. Το μίσος των αιρετικών Παπικών προς την Ορθοδοξία, ο ανθελληνισμός, οι προδοσίες, οι φατριασμοί, οι εγωκεντρικές φιλοδοξίες, ο ραγιαδισμός και η μωρία ξεπέρασαν κάθε όριο. Ο μόνος που παρέμεινε αγνός και έλαμψε ως σταθερός στυλοβάτης της Ορθοδοξίας ήταν ο Μάρκος Ευγενικός, ενώ αξιοπρεπείς στάθηκαν και οι Γεώργιος Σχολάριος και Γεώργιος Πλήθων Γεμισ­τός, φεύγοντας με τον αδελφό του αυτοκράτορα Δημήτριο στη Βενετία, για να μην υπογράψουν. (Μαζί τους προφανώς θα ήταν και ο Άγιός μας ως επιτελής αξιωματικός του πρίγκιπα Δημητρίου.) Αυτοί αποτέλεσαν φωτεινούς ελπιδοφόρους αστέρες Ορθοδοξίας στο σκοτεινό στερέωμα των ζοφερών εκείνων χρόνων για το Βυζάντιο.

Τον Νοέμβριο του έτους 1444, ενωμένα Χριστιανικά στρατεύματα υπό τον Ούγγρο Ουνιάδη και τον Βασιλέα των Πολωνών Βλαδισλάβο, ενεπλάκησαν σε μοιραία και καταστροφική σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις του Σουλτάνου Μουράτ Β’ στη Βάρνα της Βουλγαρίας. Τα Χριστιανικά στρατεύματα, λί­γο πριν τη σύγκρουση απέστειλαν εσπευσμένα ταχυδρόμους προς τον Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, για να ζητήσουν ενισχύσεις. Πράγματι, δύναμις του Βυζαντινού Στρατού στην οποία μετείχε και ο Χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης, αναχώρησε άμεσα ανταποκρινόμενη στην έκκληση των Χριστιανικών Στρατευμάτων. Εντούτοις, δύο ημέρες προ της αφίξεώς τους στην Βάρνα, πληροφορήθηκαν από έντρομους ταχυδρόμους ότι έλαβε χώρα η συμπλοκή και τα Χριστιανικά Στρατεύματα διαλύθηκαν έχοντας ηττηθεί κατά κράτος από τον Σουλτάνο Μουράτ. Κατόπιν τούτου, οι Βυζαν­τινοί θεωρώντας μάταιη κάθε περαιτέρω ενέργεια, ακολούθησαν τον δρόμο της επιστροφής.

 

Το κάλεσμα του Θεού

 

            Καθ’ οδόν προς την βάση τους στο Μυστρά, διήλθαν πλησίον των Σερρών όπου αφίχθησαν εις την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί κατέλυσε προς ανάπαυσιν το Τμήμα του Χιλιάρχου Γεώργιου Λασκαρίδη. Εις την Ιερά Μονή εκείνη, ο Γεώργιος συναντήθηκε με δύο Μοναχούς η γνωριμία μετά των οποίων αποτέλεσε σταθμό δια τον περαιτέρω βίο του.

Ο ένας εξ αυτών, με το Αγγελικό, δηλαδή το Μοναχικό, όνομα Γεννάδιος, ήταν ο πρώην φιλενωτικός, υμνητής του πάπα κατά την σύνοδο της Φερράρας, πολυγνώστης φιλόσοφος, κατά κόσμον Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος κατόπιν θείας Φωτίσεως ανένηψε και ακολούθησε εν μετανοία τον Μοναχισμό, διακηρύσσοντας ότι «καλύτερα το τουρκικό σαρίκι παρά το Λατινικόν φακιόλι». Και τούτο, διότι από τους Τούρκους κινδυνεύει μόνο το κράτος, ενώ από τους Λατίνους κινδυνεύουν και το Κράτος και η Πίστις. Ο Μοναχός Γεννάδιος, υπήρξε μετέπειτα ο Πατριάρχης Γεννάδιος.

Ο άλλος ήταν ο Γέροντας Ιωάννης, αγιασμένη μορφή, ο οποίος ώθησε τον Χιλίαρχο-Ιατρό Λασκαρίδη να συνειδητοποιήσει ότι κοντά στο Θεό θα εύρισκε η ψυχή του την ειρήνη που επιθυμούσε. Μετά την αναχώρηση της Μονάδος του προς το Μυστρά και αφού απέστειλε προς τον Αρχηγό του Στρατεύματος Φραντζή την παραίτηση από το στράτευμα και το σπαθί του, ο Γεώργιος Λασκαρίδης υπακούοντας σε κάποια άρρητη ψυχική θεϊκή παρόρμηση, παρέμεινε κοντά στο Γέροντα Ιωάννη στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου.

Το έτος 1445, σε ηλικία 35 ετών, ο Γεώργιος, μετά από έξι μήνες άσκηση σιωπής και προσευχής εκάρη Μοναχός από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου και πήρε το Μοναχικό όνομα ΡΑΦΑΗΛ από τον Αρχάγγελο, ο οποίος σε όραμα τον είχε φωτίσει με άρρητα μηνύματα του θεού. Ο πατήρ Ραφαήλ έζησε κοντά στον αγιασμένο Γέροντά του μέχρι την κοίμησή του και στην Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου για δύο χρόνια ακόμα, γενόμενος Διάκονος, Ιερεύς και τελικά Αρ­χιμανδρίτης.

Στη συνέχεια, πήγε στην Αθήνα όπου είναι γνωστό ότι κατ’ επανάληψη κήρυξε στο λόφο του Φιλοπάππου και εις τον Ιερό Ναό του Αγ. Δημητρίου Λομπαρδιάρη πλησίον της Ακροπόλεως, όπου λειτούργησε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας, προκειμένου να ενισχύσει το ορθόδοξο φρόνημα και το ηθικό των υπό ενετικής κατοχής Αθηναίων. Στο Ναό αυτό και σήμερα μπορεί κανείς να βρει το εικόνισμά Του, ενώ παράλληλα τελούνται και Λειτουργίες τιμώντας την Χάρη Του.

Όταν το 1449 ανέβηκε στο θρόνο της Βασιλεύουσας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο επονομαζόμενος «Δράκων» για τη γενναιότητά του, ο πατήρ Ραφαήλ πήγε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη για να συναντήσει τον παλιό του φίλο και να τον συγχαρεί. Εκείνος, εκτιμώντας την προσωπικότητά του, τις πολλές ικανότητές του και την ευρύτατη μόρφωσή του, τον κράτησε στην Βασιλεύουσα και τον τοποθέτησε στο αξίωμα του Πρωτοσύγκελου. Ο πατήρ Ραφαήλ γίνεται γρήγορα πασίγνωστος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστελλε τον πατέρα Ραφαήλ επανειλημμένα ως εκπρόσωπό του σε πολλά Θεολογικά και Ιατρικά Συνέδρια σε διά­φορες πόλεις του εξωτερικού. Παράλληλα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον ονόμασε Οικουμενικό Ιεροκήρυκα, τίτλο που τον διευκόλυνε για να μεταβαίνει σε πολλές και διάφορες πόλεις και να κηρύττει την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη.

 

Η γνωριμία με το Νικόλαο

            Το έτος 145Ι, κατά τη διάρκεια ενός εκ των Συνεδρίων στην Γαλλική πόλη Μορλαί (ΜΟRLΑΙΧ), πλησίον της Βρέστης στην περιοχή της Βρετάννης, γνωρίστηκε με έναν 27ετή νέο Έλληνα φοιτητή της Νομικής, τον Νικόλαο. Ο Νικόλαος είχε γεννηθεί το έτος 1424 και είχε μεγαλώσει στη Θεσσαλονίκη. Ή οικογένεια του αποτελούνταν από τον πατέρα του Γεώργιο Κωσταντάκη, Συμβολαιογράφο, την μητέρα του Άννα και την αδελφή του Ζωή. Όπως αναφέρεται, η οικογένεια Κωσταντάκη είχε την καταγωγή της από την πόλη Ραγοί της Μηδίας στην Μικρά Ασία. Το έτος 1445, ο Γεώργιος Κωσταντάκης απέστειλε τον γιό του Νικόλαο στην πόλη Μορλαί της Γαλλίας για να σπουδάσει την Νομική Επιστήμη στο εκεί Πανεπιστήμιο. Ο Νικόλαος, όμως, παρασυρμένος από τις υλικές απολαύσεις, αντί σπουδών διήγαγε έντονα κοσμικό βίο. Συναναστρεφόμενος, παρ’ όλα αυτά, με τον Πρωτοσύγκελο πατέρα Ραφαήλ, και παραδειγματιζόμενος από την υποδειγματική ζωή και τις σώφρονες συμβουλές του, μετέβαλε τρόπο ζωής και τέλος ακολούθησε την οδό της Ιερωσύνης. Μετά την κουρά του ως Μοναχού, τον υποδειγματικό βίο του και τον ένθερμο ζήλο του στα της Πίστεως, ο πατήρ Ραφαήλ τον χειροτόνησε Διάκονο και κράτησε κοντά του ως συνεργάτη, αναθέτοντας παράλληλα σε αυτόν αποστολές σε διάφορους τόπους, προκειμένου να κηρύττει την Ορθοδοξία.

 

Η άλωση της Πόλης

            Το Δεκέμβριο του 1452 και ενώ ο Πρωτοσύγκελος πατήρ Ραφαήλ, αλλά και ο Διάκονός του Νικόλαος βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος οργάνωσε επίσημο συλλείτουργο στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας με αντιπρόσωπο του πάπα τον καρδινάλιο Ισίδωρο, στα πλαίσια της ενωτικής πολιτικής που εφάρμοζε έχοντας την ψευδαίσθηση ότι θα σωθεί η Βασιλεύουσα με τη βοήθεια του πάπα, από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνος, έλαβε χώρα το συλλείτουργο αυτό. Όμως, ο Πρωτοσύγκελος Ραφαήλ δεν θέλησε να παραστεί και ούτε και τον Διάκονό του άφησε να πάει. Γνώριζε πολύ καλά ότι αυτό θα ήταν προδοσία της Πίστεως. «Όχι, και μέχρις εκεί. Σχέση ναι, βοήθεια ναι, συλλείτουργο με τους παπικούς ποτέ!…» είπε ο Άγιος. Ο Αυτοκράτορας θύμωσε πάρα πολύ και τους τιμώρησε με προσωρινή εξορία στην Αίνο. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ραφαήλ ονομάζεται και ομολογητής, διότι παράτησε τις τιμές και δόξες του αξιώματός του και δεν υπολόγισε το κόστος της εναντίωσής του στον αυτοκράτορα, προκειμένου να υπερασπιστεί την αλήθεια της Ορθοδοξίας έναντι της αιρέσεως του παπισμού. (Σημειώτεον ότι τις τελευταίες ημέρες πριν τον ηρωικό θάνατό του ο αυτοκράτορας, βλέποντας την απουσία παπικής βοήθειας, μετάνιωσε πικρά, εξομολογήθηκε και κοινώνησε ως ορθόδοξος)

Όταν, λοιπόν, άρχισε η πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Τούρκους οι δύο πατέρες βρίσκονταν εκτός των τειχών και έτσι πέρασαν στην Μακεδονία. Εκεί ήταν, όταν συνέβη η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου 1453, από τους επιδραμόντες από τα βάθη της Ασιατικής Μογγολίας Σελτζούκους Τούρ­κους των οποίων, όμως, οι επιτελικοί αξιωματικοί ήταν Ευρωπαίοι εξωμότες από την Αυστρία, την Ουγγαρία, την Γερμανία, την Γαλλία και από άλλες «πολιτισμένες» και «χριστιανικές» ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες ταυτόχρονα εφοδίασαν τις ορδές των σε ημιάγρια κατάσταση άξεστων και βάρβαρων Τούρκων, με οπλισμό της πλέον σύγχρονης, τότε, τεχνολογίας. Δέον να σημειωθεί ότι οι αμοιβές των εξωμοτών αξιωματικών εκείνων ήσαν μυθικές, καταβάλλονταν δε από τους Τούρκους σε χρυσό προερχόμενο από τις λεηλασίες και την καταλήστευση των ηττημένων από αυτούς λαών. Μαρτυρία περί των ανωτέρω παρέχουν τα ακόμη και σήμερα παραταγμένα, από τους αλαζόνες Τούρκους, εις το προαύλιο του Ναού της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, πυροβόλα επί των οποίων οποιοσδήποτε μπορεί να αναγνώσει τις εκ κατασκευής εγχάρακτες επιγραφές της ταυτότητας του καθενός, δηλ. την χρονολογία κατασκευής, την επωνυμία του εργοστασίου το οποίο τα παρήγα­γε και την χώρα προελεύσεως.

Της καταλήψεως των Χριστιανικών Ελληνικών Βυζαντινών εδαφών από τα στίφη των απολίτιστων και βάρβαρων Τούρκων, επακολούθησαν ανηλεείς σφαγές των αμάχων Χριστιανών κατοίκων, πυρπολήσεις κτιρίων, διαρπαγές περιουσίων, βιασμοί γυναικών ως και τρομερές εν γένει αιματηρές και πάσης άλλης φύσεως βιαιότητες διαπραττόμενες από τους κτη­νώδεις και αιμοδιψείς κατακτητές. Άπαντα δε αυτά τα φοβερά τεκταινόμε­να, εάν δεν υποστηρίζονταν, τουλάχιστον αντιμετωπίζονταν με ιδιάζουσα αδιαφορία και απάθεια από τους «αδελφούς Χριστιανούς» της Δύσεως και με χαρακτηριστική εγκληματική αδιαφορία από τον Πάπα, ο οποίος απολάμβανε εν μέσω χλιδής τον αιρετικό και ακόλαστο βίο του.

Εδώ, τονίζεται μετά βαθύτατης θλίψεως, ότι η ίδια στάση των Ευρωπαίων και του Πάπα επαναλαμβάνεται ακόμη και κατά τον 2Οό αιώνα, όπως αποδεικνύουν τα και επί της εποχής μας διαπραττόμενα εγκλήματα των Τούρκων, όπως η γενοκτονία την οποία εξαπέλυσαν εναντίον των Αρμε­νίων το έτος 1915, των Ελλήνων το 1922, εναντίον των ολίγων εναπομεινάντων ομογενών μας Ελ­λήνων στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1955, εναντίον των κατοίκων της Ελ­ληνικής νήσου Κύπρου το έτος 1974, εναντίον του Λαού του Κουρδιστάν με­ταξύ των ετών 1990-1998, καθώς και τα φοβερά εγκλήματα των «πολιτισμένων» Ευρωπαϊκών Κρατών και των Η.Π.Α. εναντίον της ομόδοξου Σερβίας το έτος 2000, τα οποία θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Μέσα στη λαίλαπα του πολέμου λοιπόν, την σύγχυση και τα λουτρά αίματος, με τις εκατόμβες των θυμάτων, οι δύο υπό διωγμόν τελούντες πατέρες Ραφαήλ και Νικόλαος, έφθασαν Θεία Χάριτι, στην  Αλεξανδρούπολη της Θράκης ως πρόσφυγες. Πρέπει να τονιστεί ότι ο λαός, προκειμένου να διασωθεί από τις σφαγές, την αιχμαλωσία, τις πυρπολήσεις και τα βασανιστήρια των Τούρκων, προσπαθούσε να διαφύγει πανικόβλητος από τα κατακτημένα εδάφη, αναζητώντας καταφύγιο στους εναπομείναντες ελεύθε­ρους τόπους. Κατά συνέπεια, οι δύο πατέρες επιβιβάστηκαν με άλλους προσφύγες σε πλοιάριο που απέπλεε με προορισμό τη νήσο Λέσβο, ελπίζοντας ότι εκεί θα έβρισκαν ασφάλεια.

 

Τα ήσυχα και δημιουργικά χρόνια στη Λέσβο

            Την 14η Μαρτίου 1454, λόγω σφοδρότατης κακοκαιρίας, το πλοιάριο δεν ήταν δυνατό να καταπλεύσει στον λιμένα της Μυτιλήνης, αλλά κατόπιν περιπετειών και κινδύνων προσορμίσθηκε, κατά θεία Πρόνοια, στην φιλόξενη παραλία του χωριού Θερμή της Λέσβου. Εκεί, οι φτωχοί μεν αλλά φιλόξενοι και ευσεβείς κάτοικοι, τους υποδέχθηκαν εγκάρδια. Ο Προεστώς του χωριού Βα­σίλειος και ο Ηπειρώτης Διδάσκαλος Θεόδωρος, οδήγησαν τους πα­τέρες εις την Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου στις Καρυές, σε απόσταση 14 χιλιομέτρων περίπου από την πόλη της Μυτιλήνης, όπου ήδη ασκήτευε ο Γέροντας πατήρ Ρουβήμ και διέμενε ο Επιστάτης Ακίνδυνος.

Η εν λόγω Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου κτίστηκε το έτος 801 από την Αυτοκράτειρα ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΙΑ, την οποία εξόρισε από τη Βασιλεύουσα ο γιος της, που την διαδέχθηκε στον θρόνο, και έτσι εκείνη κατέληξε στην Αγιάσο της Λέσβου. Ένα έτος μετά (έτος 802) έκτισε και τον Ιερό Ναό της Παναγίας Τρουλλωτής στους Πύργους Λέσβου, κοντά στην θερμή. Η Ειρήνη η Αθηναία, στα τέλη του βίου της μόνασε και τέλος κοιμήθηκε οσιακά στην Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία λειτουργούσε ως γυναικεία.

Την 11η Μαϊου 1235, Μουσουλμάνοι πειρατές επέδραμαν εναντίον της Ιεράς Μονής, την κατέλαβαν, σύλησαν τα εντός αυτής ιερά και όσια, την καταλήστευσαν αρπάζοντας κάθε αντικείμενο αξίας, βίασαν, βασάνισαν και κατέσφαξαν τις Μοναχές, τέλος δε πυρπόλησαν και τα κτίρια της Μονής. Σύμφωνα με την ανά τους αιώνας διασωσμένη εξιστόρηση των συμβάντων, όπως αναφέρεται κατωτέρω χαρακτηριστική είναι η απάνθρωπη θηριωδία, αγριότητα και βαρβαρότητα των Μουσουλμάνων επιδρο­μέων. Οι πειρατές, άλλες Μοναχές κατέσφαξαν, άλλες οδήγησαν στην παραφροσύνη, λόγω των βασάνων στα οποία τις υπέβαλαν. Την ηλικιωμένη και παράλυτη Μοναχή Ευφροσύνη την κρέμασαν από ένα δένδρο και στη συνέχεια την παρέδωσαν ζωντανή εις την πυρά. Της τότε Ηγουμένης Ολυμπίας, της αφαίρεσαν τα ενδύματα και της έκαιγαν την σάρκα με αναμμένες λαμπάδες. Κατόπιν της πέρασαν από τα αυτιά και την σιαγόνα δύο μεγάλα πυρωμένα καρφιά και τέλος της κάρφωσαν το σώμα με 20 μεγάλα καρφιά σε μία σανίδα και την άφησαν να ξεψυχήσει εν μέσω των φλογών της καιγόμενης Μονής.

Αφού παρέμεινε ερειπωμένη και έρημη επί χρονικό διάστημα 200 ετών περίπου, η Μονή αναστηλώθηκε το έτος 1433, από κάποια ευλαβή ευκατάστατη γυναίκα που την έλεγαν Μελπομένη. Η Μελπομένη ήταν σύζυγος του εμποροπλοιάρχου Κωνσταντή Υαλινά με τον οποίο απέκτησε μία κόρη το έτος 1423, την Βασιλική, και το έτος 1425 ένα γιό, τον Ακίνδυνο. Αυτός υπέφερε εκ γενετής από παράλυση του δεξιού του ποδιού. Οι προσευχές και παρα­κλήσεις της Μελπομένης και του πατρός Ρουβήμ, ο οποίος ήδη μόναζε στο κτήμα τους, εισακούσθηκαν και το έτος 1433 η Υπεραγία Θεοτόκος θεράπευσε την παράλυση του μικρού Ακίνδυνου, αφού έπλυναν το πόδι του με νερό από το αγίασμα της εγκαταλελειμένης Ιεράς Μονής. Μετά από αυτό το θαύμα, η Μελπομένη έθεσε τον εαυτό της στην υπηρεσία του Κυρίου μέχρι το θάνατό της το Σεπτέμβριο του έτους 1455. Παράλληλα, εκπλήρωσε το τάμα της, να αναστηλώσει την ερειπωμένη Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου (στην οποία πλέον ετιμάτο και η Αγία Παρασκευή), όπου ο γιος της μεγαλώνοντας έγινε Επιστάτης, διαμένοντας σε αυτή μαζί με τον πατέρα Ρουβήμ.

Έτσι, όλα ήταν έτοιμα όταν, με την Πρόνοια του Θεού κατέφθασαν στη Λέσβο οι πατέρες Ραφαήλ και Νικόλαος. Εκεί εγκαταστάθηκαν και ο πατήρ Ραφαήλ έγινε Ηγούμενος. Ο Ηγούμενος Ραφαήλ αποτέλεσε το πνευματικό κέντρο ολόκληρου του νησιού. Όλοι μιλούσαν για τον Άγιο Γέροντα των Καρυών. Τα λόγια του μαγνήτιζαν και γαλήνευαν τις καρδιές. Με τις συμβουλές του πολλοί βρήκαν το σωστό δρόμο και τη σωτηρία. Ένας από αυτούς, μάλιστα, έγινε Μοναχός με το όνομα Σταύρος και προστέθηκε στην αδελφότητα του μοναστηριού των Καρυών, ενώ ο γέροντας Μοναχός Ρουβήμ κοιμήθηκε ειρηνικά και ενταφιάστηκε με τιμές από τους πατέρες. Ο Άγιος Ηγούμενος Ραφαήλ έκανε πολύ μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και οδήγησε την Ιερά Μονή σε εκ νέου άνθηση. Το έτος 1455, ίδρυσε, δίπλα στη Μονή, μονάδα προληπτικής και θεραπευτικής Ιατρικής, το λεγόμενο «ΠΡΕΒΑΝΤΟΡΙΟΝ», στο οποίο διατελούσε και Ιατρός. Παράλληλα, δημιούργησε γηροκομείο, αλλά και ορφανοτροφείο, στο οποίο σίτιζε 80 ορφανά παιδάκια. Ο ίδιος ο Άγιος σε αποκαλυπτικό ενύπνιο ομολόγησε ότι πρώτα έτρωγαν τα ορφανά του και εάν περίσσευε έτρωγαν και εκείνοι…

Κατά την ήρεμη και δημιουργική περίοδο της ζωής τους οι Άγιοί μας πατέρες γνωρίστηκαν καλά και συνδέθηκαν με δυνατή φιλία με τον Προεστό Βασίλειο και την οικογένειά του, καθώς και με το διδάσκαλο Θεόδωρο. Τη δε Αγία Ειρήνη, κόρη του Προεστού Βασιλείου, τη βάπτισε ο Άγιος Ραφαήλ, κάνοντας μάλιστα προσευχή στον Κύριο να της δώσει πολλά ψυχικά χαρίσματα. Πράγματι, η μικρή Ρηνούλα ήταν μια ευγενική και σεμνή ψυχή και αγαπούσε τόσο πολύ τους πατέρες και το μοναστήρι που ήθελε να είναι συνεχώς μαζί τους. Το πάνσοφο Σχέδιο της Θείας Οικονομίας τους προόριζε να είναι για πάντα μαζί και να εορτάζονται μαζί εις την αιωνιότητα! Το πλήρωμα του χρόνου ερχόταν…

Κατάληψη της Λέσβου και της Ιεράς Μονής των Καρυών

            Περί τα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου του έτους 1461, οι Τούρ­κοι επέδραμαν και κυρίευσαν την νήσο Λέσβο. Τον Απρίλιο του έτους 1462, οι Έλληνες Χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής της θερμής, μη ανεχόμενοι την βαρύτατη φορολογία που επιβλήθηκε από τους βάρβαρους κατακτητές, επαναστάτησαν. Κατόπιν αυτού, ο Τούρκος Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ εξοργίσθηκε και εξαπέστειλε ένοπλες ορδές με την ρητή εντολή να κα­ταπνίξουν την εξέγερση των Ελλήνων διά πυρός και σιδήρου, πράγμα το οποίο πέτυχαν οι κτηνώδεις βάρβαροι μετά από αγώνα 17 ημερών, αφανίζοντας τους κατοίκους προς παραδειγματισμό.

Την Μεγάλη Πέμπτη, 4ην Απριλίου 1462, ο Επιστάτης της Μονής Ακίνδυνος, έχοντας μεταβεί στην Αγορά του διπλανού προς τη Μονή χωριού για αγορά προμηθειών, πληροφορήθηκε την επικείμενη επιδρομή των Τούρκων κατά της Μονής και έσπευσε αμέσως να πληροφορήσει τον Ηγούμενο πατέρα Ραφαήλ. Αμέσως τότε, ο Ηγούμενος προέβη εις την φύλαξη όλων των Κειμηλίων και Σκευών της Ιεράς Μονής, μέσα σε μυστική κρύπτη, ώστε να μη περιέλθουν στα χέρια των άπιστων βαρβάρων.

Την Μεγάλη Παρασκευή 5ην Απριλίου 1462, οι Τούρκοι κατόπιν υποδείξεως του ανθέλληνα φίλου τους Γερμανοεβραίου Ιατρού Σβάϊτσερ (SWAΪTZER), με αρχηγό τον θηριώδη Αρίφ Αγά, πληροφορήθηκαν ότι ορισμένοι από τους εξεγερθέντες Έλληνες της περιοχής που αντιστέκονταν ακόμη είχαν βρει καταφύγιο στην Μονή. Με την λήξη της Ακολουθίας του Επιταφίου, επέδραμαν εναντίον της Μονής. Κατά την εκδήλωση της επιθέσεως των Τούρκων, ο ηρωικός Ηγούμενος Ρα­φαήλ, υπέδειξε στους επαναστατημένους Έλληνες που βρίσκονταν εκεί κρυφή δίοδο διαφυγής διά της οποίας τους απέστειλε με ρητή εντολή του στο παρακείμενο Όρος Παντέρα, για να διασωθούν. 0ι Τούρκοι, επιτιθέμενοι με ιδιαίτερο μένος κατά της Μονής, την κατέλαβαν χωρίς να τους αντισταθεί κανείς, συνέλαβαν τους πατέρες, καθώς και όσους λαϊκούς βρήκαν εκεί. Στους συλληφθέντες συγκαταλέγονταν ο Ηγούμενος της Μονής πατήρ Ραφαήλ, ο Διάκονος Νικόλαος, ο Προεστός του χωριού Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, η 12ετής κόρη του Ειρήνη, το ηλικίας 11 μηνών βρέφος Ραφαήλ, ή ορφανή 16ετής ανεψιά του Ελένη, ο Διδάσκαλος του χωριού Θεόδωρος εξ Ηπείρου. Ο Ηγούμενος, με την πεποίθηση ότι ο καλός Ποιμένας ουδέποτε εγκαταλείπει το Ποίμνιο, αλλά θυσιάζεται για χάριν του, παρέμεινε στη Μονή να αντιμετωπίσει τους στυγνούς κακούργους. Επίσης, κατόπιν σταθερής επιμονής τους και με την ελεύθερη τους βούληση, και οι υπόλοιποι που προαναφέρθηκαν παρέμειναν πλησίον του Ηγουμένου αποφασισ­μένοι να του συμπαρασταθούν σθεναρά και να συμμετάσχουν στη θυσία και το μαρτύριο αυτού ως πιστοί εν Χριστώ αδελφοί και ακόλουθοι.

Ο Μοναχός πατήρ Σταύρος καθώς και ο γιος της Μελπομένης και Επιστάτης της Μονής Ακίνδυνος, διέφυγαν την σύλληψη, με προτροπή του Ηγουμένου Ραφαήλ. Θα τελούσαν αργότερα το Ιερό καθήκον του ενταφιασμού των τιμίων Λειψάνων των Μαρτύρων, κατά την πρόβλεψη του ιδίου του Αγίου.

 

Τα Μαρτύρια των Αγίων

            Από τη στιγμή της συλλήψεως του Ηγουμένου Ραφαήλ τη νύκτα της Μεγάλης Παρασκευής, άρχισαν οι ανακρίσεις, με τον πιο άγριο τρόπο. Αφού οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να πάρουν με τις ανακρίσεις τις πληροφορίες που ήθελαν, άρχισαν τους βασανισμούς.

Πρώτα, άρπαξαν από την αγκαλιά της μητέρας του το 11 μηνών βρέφος Ραφαήλ, το έριξαν στο έδαφος και το φόνευσαν με χτυπήματα και ποδοπατήματα. Την ίδια τη μητέρα του, Μαρία, την έδεσαν σε ένα δέντρο, επειδή ορμούσε να πάρει το παιδί της, φώναζε και έκλαιγε.

Μετά άρχισαν να βασανίζουν σκληρά την 12ετή Παρθενομάρτυρα ΕΙΡΗΝΗ, κόρη του Προεστού Βασιλείου, μπροστά στους γονείς της, προκειμένου να κάμψουν το ηθικό τους και να τους εκβιάσουν, για να απαρνηθούν την Πίστη τους και να αποκαλύψουν τον τόπο στον οποίο κρυβόντουσαν οι επαναστάτες Έλληνες. Άρχισαν λοιπόν να ρίχνουν βραστό νερό στο στόμα της μικρής Ρηνούλας και μετά απέκοψαν διαδοχικά το ένα της χέρι και το ένα της πόδι, ρίχνοντας τα αιμόφυρτα ακρωτηριασμένα μέλη της μπροστά στους γονείς της, για να κάμψουν την αντίστασή τους. Η μητέρα της, δεν άντεξε στη θέα όλων αυτών και από το σπάραγμα ψυχής έπαθε συγκοπή. Ο πατέρας της όμως, παρά τον τεράστιο ψυχικό του πόνο άντεξε και έμεινε ακλόνητος. Βλέποντας λοιπόν οι βάρβαροι ότι η απόπειρα εκβιασμού απέβηκε ανεπιτυχής και μάταια, την έριξαν σε ένα μεγάλο πιθάρι και την έκαψαν ζωντανή, ολοκληρώνοντας το μαρτύριό της. (Το πιθάρι αυτό βρέθηκε στις ανασκαφές των ημερών μας, με στάχτη μέσα, λίγα καμένα οστά και κάποιες πέτρες. Τα λίγα οστά αυτά έμειναν διότι δεν τα είδαν όταν ενταφίασαν τα υπόλοιπα καμένα υπολείμματα που υπήρχαν στο πιθάρι, ενώ οι πέτρες έπεσαν στο πιθάρι από τους τοίχους της Εκκλησίας, όταν την ανατίναξαν οι Τούρκοι)

Την νεαρή ανεψιά του Προεστού, Ελένη, η οποία ήταν 15 χρονών και από ηλικίας τριών ετών είχε μείνει ορφανή, την κακοποιούσαν αλληλοδιαδόχως και κατ’ εξακολούθηση οι Τούρκοι υπάνθρωποι και την χτυπούσαν με βαναυσότητα, έως ότου από το φόβο, τους πόνους και την αιμορραγία παρέδωσε το πνεύμα Της στον Κύριο.

Ο Προεστός Βασίλειος, αφού πρώτα μαρτύρησε ψυχικά βλέποντας το μαρτύριο των παιδιών του, υπέστη και φοβερά σωματικά μαρτύρια. Του έκοψαν τη μύτη, τ’ αφτιά, τα γεννητικά του όργανα και του έβγαλαν τα μάτια. Στο τέλος του έκοψαν την κεφαλή και τον περιέπεξαν. Γι’ αυτό, ο Προεστός Βασίλειος είναι και πρέπει να τιμάται ως Μεγαλομάρτυς.

Έπειτα, άρχισαν να βασανίζουν το δάσκαλο Θεόδωρο επίσης με πολύ σκληρό τρόπο. Του έκοψαν κι’ εκείνου τα γεννητικά όργανα, όπως επίσης και τα χέρια και τέλος του απέκοψαν την κεφαλή, βάζοντάς τη μετά ανάμεσα στα πόδια του.

Τελευταίος μαρτύρησε ο Άγιος Ραφαήλ, γιατί οι θηριώδεις και αιμοδιψείς βασανιστές τον δεν βιάζονταν να τον αποτελειώσουν, νομίζοντας ότι θα αποσπούσαν την ομολογία που επιθυμούσαν. Έτσι, τράβηξε απίστευτα βασανιστήρια. Τον έβριζαν, τον χτυπούσαν με λύσσα και τον απειλούσαν. Σε μια στιγμή εκείνος πετάχτηκε όρθιος, τραβώντας τον σταυρό του από το ράσο του και τον έδειξε με θάρρος λέγοντας: «Εμείς Αυτόν προσκυνούμε και ποτέ δε θα Τον αρνηθούμε!». Τότε όρμησαν με μανία πάνω του, τον γύμνωσαν, τον έδεσαν πισθάγκωνα, και συνεχώς τον χτυπούσαν ανηλεώς με τα κοντάκια των όπλων τους, παραλύοντάς τον. Του κατατρυπούσαν το σώμα σε διάφορα σημεία με λόγχες και τον έσερναν επάνω σε αιχ­μηρές πέτρες τραβώντας τον από την γενειάδα, ώστε όλος ο τόπος είχε βαφτεί κόκκινος από το αίμα του. Έπειτα, εφόσον το αθώο θύμα τους εξακολουθούσε να αντέχει και να υπομένει αγόγγυστα τα μαρτύρια, τον κρέμασαν από τα πόδια με την κεφαλή προς το έδαφος από τα κλαδιά της μεγάλης καρυδιάς που βρισκόταν στο προαύλιο της Μονής. Σε εκείνη την καρυδιά αποκάτω έκαναν οι πατέρες κάθε χρόνο την Ανάσταση. Στη συνέχεια, όταν οι ανάλγητοι και θηριώδεις εγκληματίες (δαιμονόψυχοι κατά τον χαρακτηρισμό του ίδιου του Αγίου) διαπίστωσαν ότι παρ’ όλα τα μαρτύρια στα οποία τον είχαν υποβάλει, ο Ηγούμενος Ραφαήλ δεν απαρνιόταν την Πίστη του και δεν πρόδιδε τους Έλληνες Χριστιανούς επαναστάτες, με οφθαλμούς λαμπυρίζοντες σαν πυρωμένα κόκκινα κάρβουνα και χείλη αφρισμένα από το μίσος και τη μανία τους, τον κάθισαν γονατιστό στο έδαφος και τον αποκεφάλισαν με φρικώδη τρόπο: Πριονίζοντας την κεφαλή του!! Όχι στο λαιμό, αλλά ξεκινώντας από το σημείο του στόματος!! Τη ματωμένη κάτω σιαγόνα που αποκόπηκε την έριξαν καταγής εν μέσω μιας λίμνης αίματος και σε μικρή απόσταση από το υπόλοιπο σώμα. Τη σιαγόνα αυτή δεν τη βρήκαν όταν ενταφίασαν τον Άγιο, γι’ αυτό και βρέθηκε ξεχωριστά, εκτός του τάφου στις ανασκαφές επί των ημερών μας. Έτσι, ο ήδη πριν μαρτυρήσει Άγιος, έγινε και Μεγαλομάρτυς του Χριστού ένδοξος και παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο!

Τον Άγιο Νικόλαο, τον έδεσαν κι’ αυτόν πισθάγκωνα, τον κρέμασαν από άλλη μικρότερη καρυδιά ευρισκόμενη και εκείνη στο προαύλιο της Μονής και τον βασάνιζαν νυχθημερόν, χτυπώντας και λογχίζοντάς τον. Όμως, λόγω της ασθενούς κράσεως του οργανισμού του, ο Άγιος Νικόλαος δεν άντεξε για πολύ στα μαρτύρια, τους ανηλεείς δηλαδή ξυλοδαρμούς, αλλά βλέποντας και τον πολυαγαπημένο του Ηγούμενο να τον σέρνουν αιμόφυρτο υπέστη ανακοπή καρδιάς και παρέδωσε κι’ Αυτός το πνεύμα Του στον Κύριο. Κατά δε την αποκαλυπτική μαρτυρία του Αγίου Ραφαήλ, οι ψυχές των δύο Αγίων ανέβηκαν μαζί στον Ουρανό. Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο!!

Ένας ξένος Ιατρός, ο Αλέξανδρος, που αγαπούσε πολύ τον πατέρα Ραφαήλ και έτρεξε να δει τι γίνεται όταν έμαθε πως οι Τούρκοι επέδραμαν στο μοναστήρι, αντικρύζοντας το φοβερό θέαμα της σφαγής του Αγίου Ηγουμένου δια πριονισμού της κεφαλής του, από την φρίκη τρελάθηκε και τράβηξε μαχαίρι να αυτοκτονήσει, παθαίνοντας όμως ανακοπή πριν προλάβει να το μπήξει στην καρδιά του.

Μετά το πέρας των σφαγών και του αποτρόπαιου λουτρού αίματος, οι αιμοσταγείς Τούρκοι, αφού σύλησαν και λεηλάτησαν όσα Ιερά κειμήλια και αντικείμενα αξίας βρήκαν, παρέδωσαν στις φλόγες την Μονή, ανατινάζοντάς την. Η σφαγή των Μαρτύρων συντελέστηκε τη νύκτα της Δευτέρας της Διακαινισίμου, δεκαπέντε λεπτά της ώρας προ του μεσονυκτίου (εκκλησιαστικώς ήδη θεωρούμενης από το απόγευμα της Δευτέρας ως Τρίτη του Πάσχα), και η καταστροφή της Ι. Μονής λίγο αργότερα, ενώ ξημέρωνε Λαμπροτρίτη 9η Απριλίου 1462.

Μετά τη διάπραξη των προαναφερθέντων βανδαλισμών και την εκτέλεση των περιγραφέντων κακουργημάτων, οι κτηνώδεις ως συνήθως Τούρκοι, ικανοποίησαν προσωρινώς τα θηριώδη ένστικτά τους και απήλθαν για να συνεχίσουν το ίδιο έργο τους αλλού. Πίσω τους άφησαν καπνισμένα ερείπια και πέτρες γεμάτες από τα αίματα των Μαρτύρων, ενώ στο έδαφος κείτονταν εδώ και εκεί τα ακρωτηριασμένα τίμια λείψανα των σφαγιασθέντων Μοναχών και λαϊκών.

Μεταξύ των άλλων ανθρωπόμορφων κτηνών, οι κυριότεροι και αγριότεροι βασανιστές ήταν πέντε ελεεινά άτομα εκ των οποίων δύο Τούρκοι Μουσουλμάνοι, ένας Λαζός, ένας Τσερκέζος και ένας Τουρκαλβανός. Σύντομα, βεβαίως, η Θεία Οργή για το ανοσιούργημα που με κακία επιτέλεσαν έφθασε πάνω τους. Έλληνες επαναστάτες τους έπιασαν και τους σκότωσαν και τους έθαψαν όλους μαζί στον ίδιο λάκο…

 

Η δραματική σειρά των Μαρτύρων ολοκληρώνεται

            Την επομένη νύκτα, μετά την αποχώρηση της τουρκικής ορδής, ο Μοναχός Σταύρος και ο επιστάτης της Μονής Ακίνδυνος, οι οποίοι μέχρι τότε κρύβονταν στην σπηλιά του αποθανόντος Γέροντος Ιωσήφ με τον οποίο μόναζε παλιότερα ο πατέρας Σταύρος, βγήκαν απ’ το κρυσφήγετό τους, και μετέ­βηκαν κρυφά στο παρακείμενο χωριό της Θερμής και παρακάλεσαν τον ηλι­κίας 112 ετών τυφλό Ιερέα του χωριού πατέρα Σάββα, να τους ακολουθήσει μέχρι την ερειπωμένη Ιερά Μονή, προκειμένου να τελέσει την εξόδιο Ακολουθία πριν τον ενταφιασμό των Μαρτύρων.

Και ιδού η πρώτη παρουσία της Θείας Χάριτος και του Αγιασμού: Με την άφιξή του στον τόπο του μαρτυρίου, ο υπέργηρος τυφλός Ιε­ρέας προσευχήθηκε και ικέτευσε τον Κύριο να τον ευλογήσει επιτρέποντας του να αντικρύσει με τα ίδια του τα μάτια τον τόπο και τα λείψανα των Μαρτύρων. Και ω του Θαύματος, έγινε μια εκθαμβωτική λάμψη, ο Ιερεύς ανέβλεψε και είδε το φρικτό θέαμα. Στη συνεχεία, αφού προσευχήθηκε, τέλεσε συγκλονισμένος την νεκρώσιμη Ακολουθία και προέβη εις τον ενταφιασμό των θυμάτων ως εξής: Τα καθαγιασθέντα δια της θυσίας υπέρ Πίστεως και Πατρίδος λείψα­να του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής εντός του ερειπωμένου Ιερού Ναού. Του Διακόνου Νικολάου εις το αριστερό προαύλιο του Ιερού Ναού, της δε Παρθενομάρτυρος Ειρήνης και των λοιπών Μαρτύρων σε διάφορα σημεία γύρω από τον Ιερό Ναό, όπου ακριβώς και ανευρέθηκαν μετά από αιώνες, στην εποχή μας, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου. Μετά τον ενταφιασμό των λειψάνων των Μαρτύρων, ο επιστάτης της Μονής Ακίνδυνος μετά του Μοναχού πατρός Σταύρου, συνόδευσαν τον υπέργηρο Ιερέα κατά την επάνοδό του στο χωριό του, όπου και απεβίωσε μετά από λίγες μέρες.

Αργότερα, ο πατήρ Σταύρος συνελήφθη από ένοπ­λους άνδρες τουρκικής περιπόλου οι οποίοι ήξεραν ότι υπήρχε και άλλος καλόγερος στο μοναστήρι και τον έψαχναν. Τον βασάνισαν με τον πιο άγριο τρόπο και τον αποκεφάλισαν, χωρίς όμως να καταφέρουν να του πάρουν την ομολογία που ζητούσαν. Το τίμιο Λείψανό του έμεινε δυο μέρες άταφο, χωρίς κανείς να τολμήσει να το πλησιάσει, μέχρι που δυο χριστιανοί το πήραν και το ενταφίασαν στην αυλή του κατεστραμμένου μοναστηριού των Καρυών. Πιο μετά, και ο Επιστάτης Ακίνδυνος ανακαλύφθηκε επίσης από τους Τούρκους και μαρτύρησε και εκείνος, μετά από άγριο βασανισμό στο όρος Παντέρα. Τα Ιερά λείψανά του τα ενταφίασαν στο κοιμητήρι του μοναστηριού των Καρυών, κοντά στους τάφους των γονιών του. Έτσι, έκλεισε δραματικά ο κύκλος των σφαγών που συντελέστηκαν στο μαρτυρικό λόφο των Καρυών, ενώ τα ίδια τα γεγονότα, υπό τον φόβο των βάρβαρων και αιμοχαρών κατακτητών παρέμεναν στην αφάνεια και σταδιακά ξεχάστηκαν από τους ντόπιους κατοίκους της Θερμής, και μόνο το έθιμο να τελείται Λειτουργία την Τρίτη του Πάσχα στο Λόφο των Καρυών έμεινε στην παράδοση του τόπου, χωρίς όμως να θυμάται ή να γνωρίζει κανείς το γιατί.Έπρεπε να’ ρθεί η εποχή μας, η ευλογημένη ώρα της εκ Θεού αποκαλύψεως των υπερφυών αυτών Μυστηρίων, για να έλθουν όλα αυτά στο φως και να καταυγάσουν πιστούς και απίστους!!

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Απριλίου 17, 2012 in ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Συναξάριο της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας.

..Μία κατ’ εκείνους εχρημάτισε και η νυν εις ευφημίαν και μνήμην προκειμένη αγία, η οποία ωρμάτο εκ της πόλεως των Αθηνών, μητρός μεν Συρίγης, πατρός δε Αγγέλου Μπενιζέλου τουπίκλην, από του οποίου το γένος εισέτι και νυν διασώζεται εν Αθήναις, αμφοτέρων φιλευσεβών, ευγενών και πλουσίων.

Μάλιστα η ειρημένη Συρίγα όσο είχε την εξωτερική υπερηφάνειαν και πλουσιότητα, τόσον επλούτει και την εσωτερικήν, ούσα κατάκοσμος από διαφόρους αρετάς και το πλέον από την χριστομίμητον ελεημοσύνην. Ούσα δε στείρα και άγονος και περί τούτου ως εικός λυπουμένη, δεν επρόσδραμε εις ανθρωπίνας τέχνας και ιατρείας, καθώς ομοιοπαθείς γυναίκες συνηθίζουν την σήμερον, αλλά γενναίω φρονήματι μιμουμένη την θεοχαρίτωτον εκείνην και προφήτιδα ’νναν, κατέφυγε μετά πίστεως προς την παντοδύναμον και πανάγαθον Ιατρόν και εις την μεσιτείαν της Αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, εκλιπαρούσα ταύτην θερμώς να διαλύση την επώδυνον στείρωσιν. Και γε της δεήσεως ου παρήκουσεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος. Εν μια γαρ των ημερών εισελθούσα κατά το ειωθός αυτή εις τον της Θεοτόκου Ναόν και από τον κόπον της συντόνου και επιμόνου προσευχής αποκοιμηθείσα ολίγον, βλέπει ότι εξήλθεν εκ της θεομητορικής εικόνος φως μέγα και έκλαμπρον και εμβήκεν εις την κοιλίαν της και ούτως αφυπνώσασα και καθ’ εαυτήν κρίνουσα το οραθέν, έλαβε πληροφορίαν, πως επέτυχε της αιτήσεως, ο και εγένετο. Μετ ‘ ολίγον γαρ συλλαβούσα, εγέννησε θυγατέρα και επωνόμασεν αυτήν Ρεβούλαν. Η οποία ως τέκνον δι’ ευχής θεόθεν δεδωρημένον εξ απαλών ονύχων προεμήνυε τα μετά ταύτα ενάρετα αυτής και θεοειδή κατορθώματα και όσον ήυξανε κατά την σωματικήν ηλικίαν, τόσον προέκοπτε και κατά την ψυχήν, έχουσα και προσεχές το παράδειγμα της μητρός της και ως δένδρον πεφυτευμένον παρά των υδάτων τας διεξόδους, έσπευδε να αποδώση εκατονταπλασίονα τον καρπόν.

Λοιπόν φθάσασα τον δωδεκαετή χρόνον της ηλικίας της, εζητήθη επί γαμική συζυγία παρά τινός των τότε πρωτίστων της πόλεως, αλλ’ αύτη η αοίδιμος τρέφουσα πόθον εις την καρδίαν της εις το να φυλάξη την παρθενίαν και ασκητικώς να πολιτευθή, το μεν πρώτον απέβαλε το τέτοιον ζήτημα ως απάδον εις τον θεοφιλή της σκοπό. Ύστερον δε από την πολλήν βίαν και τας ενοχλήσεις, όπου καθ’ εκάστην οι γονείς αυτής έκαμναν, δικαιολογούμενοι ότι δεν έχουν διάδοχον έταιρον της ενούσης αυτής περιουσίας, έστερξε και ακουσίως και συνεζεύχθη νομίμω ανδρί, όστις με το να έτυχε γνώμης σκληράς και σχεδόν απανθρώπου, την έθλιβεν καθημερινώς με διαφόρους κακώσεις και τιμωρίας. Η δε αείμνηστος υπομένουσα ευχαρίστως ένα τοιούτον τύραννον και όχι ομόζυγον, επραγματεύετο παντοιοτρόπως την σωτηρίαν και την διόρθωσίν του, πότε μεν τον Θεόν παρακαλούσα να μεταβάλη του τρόπου αυτού το εκτεθηριωμένον και φαύλον, πότε δε αυτόν εκείνον νουθετούσα και διελέγχουσα. Και έτσι επέρασε μετ ‘ αυτού τρεις όλους χρόνους δια πολλών θλίψεων και βασάνων, έως οπού ο Θεός, βλέπων την ταύτης υπομονήν και το εκείνου αμετανόητον, τον εθέρισε με το δρέπανον του θανάτου.

Η δε Αγία μετά την αυτού αποβίωσιν διέτριβε του λοιπού εις το πατρικόν της σπήτιον προς ένα και μόνον σκοπόν αφορώσα, το πώς να ευαρεστήση εις τον Θεόν με όλα τα είδη της αρετής, τον οποίον και καθικέτευεν νυκτός και ημέρας δια να την ενισχύση εις ον και πρότερον είχε σκοπόν, με όλον οπού πάλιν οι γονείς της δεν έπαυον από του να της προβάλλουν καθ’ εκάστην και δεύτερον γάμον, διότι εζητείτο επιμόνως παρά πάντων των εν τη πόλει περιφανών δια τε το ευγενές και περιόν του πλούτου. Αλλ’ ήσαν πλέον «αδάμαντα παίοντες και λίθον εψώντες », κατά την παροιμίαν. Μάλιστα, οπού ως θυσίαν αινέσεως τω Κυρίω προσέφερεν, ηξιώθη και θείας οπτασίας επιστηρίζουσης αυτήν εις την θεοφιλή και θεάρεστον γνώμην.

Δέκα χρόνοι ήσαν της χηρείας της περασμένοι και οι μεν γονείς αυτής αφέντες τας εν γη διατριβάς απέρασαν εις την άλλην ζωήν, η δε Αγία ελευθερωθείσα από τέτοια εμπόδια και δοξάσασα τον Θεόν, ήρξατο εν ταπεινοφροσύνη πνεύματος ασκητικωτέρας διαγωγής, νηστείαις, αγρυπνίαις και προσευχαίς σχολάζουσα και ως φιλόπονος μέλισσα ειργάζετο το γλυκύτατον μέλι της αρετής. Και πρώτον μεν δι’ εν οράματι επιταγής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου οικοδομεί Παρθενώνα, επ’ ονόματι τούτου τούτον τιμήσασα, με ικανά κελλία και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και περιοχάς και τον επροικοδότησε με μετόχια και υποστατικά ικανά προς αναγκαίαν ζωοτροφίαν των εν αυτώ μοναζουσών, ο οποίος Παρθενών σώζεται εν Αθήναις μέχρι της σήμερον, Θεού χάριτι κατοικημένος από μοναζούσας παρθένους και πλουτισμένος ου μόνον με υποστατικά διάφορα και μετόχια, ως προείρηται, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά και σκεύη δια τας ετησίους ιερατικάς τελετάς και ολονυκτίας όπου επιτελούνται και προ τούτων πάντων σεμνυνόμενο και εγκαλλωπιζόμενος με τον θησαυρόν του τιμίου αυτής και αγίου Λειψάνου, το οποίον είναι αποτεταμιευμένον και αποτεθειμένον εις το δεξιόν μέρος του Ιερού Βήματος, παρά πάντων ευλαβώς ασπαζόμενον και θαυμαστήν αποπνέον την ευωδίαν εις εναργή μαρτυρίαν και σημείο της αγιότητος.

Ύστερον δε, μετά την του Παρθενώνος λέγω τελείωσιν, πρώτη αύτη κειραμένη την κόμην, Φιλοθέη μετονομασθείσα, ως εν σταδίω της ασκήσεως αυτώ εισεπήδησε, συνεπαγομένη μεθ ‘ εαυτής και τας θεραπαινίδας, όπου είχε διατρίβουσα εν τω πατρικώ αυτής οίκω ούσας παρ’ αυτής προκατηχημένας και προπαρασκευασμένας εις την κατά Θεόν πολιτείαν. Ου μην δε αλλά και ουκ ολίγαι των εν τη πόλει περιβλέπτων παρθένων ασμένως αποτασσόμεναι τοις προσκαίροις και φθειρομένοις του κόσμου τούτου τερπνοίς και το μοναχικόν ενδυόμεναι Σχήμα, υπό καθηγουμένη τη μακαρία τήδε υπετάσσοντο και υπέκυπτον. Διότι, ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια εκείνης και γλυκύτατα λόγια ή ποία το πράον της γνώμης και την πάσαν των αγαθών σύρροιαν κατανοούσα δεν ήθελε ελκυθή ως υπό μαγνήτου ο σίδηρος; Το δε εις τους δεομένους συμπαθές και φιλάνθρωπον και την καθημερινήν φροντίδαν και έγνοιαν, οπού είχεν υπέρ αυτών, ποιούσα και λέγουσα μετά Παύλου, « τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ ;» ποίος ήθελεν ημπορέσει αξίως να επαινέση ; Τα Νοσοκομεία και Ξενοδοχεία, οπού ολίγον μακράν του Μοναστηρίου έκτισεν, είναι αρκετόν τεκμήριον της φιλοικτίρμονος εκείνης και ευσπλαγχνικωτάτης ψυχής, εις τα οποία εισερχομένη η ιδία αυτή επεσκέπτετο τους διαφόροις νοσήμασι κατεχομένους, ου μόνον με όλα τα προς τροφήν και σωματικήν ανάπαυσιν αναγκαία, αλλά και με παραμυθητικά και ευαγγελικά λόγια, διατρέφοντα την ψυχήν, γινομένη τα πάντα τοις πάντοις, ίνα τους πάντας κερδήση, κατά τον Παύλον ή τους πλείονας.

Ούτω γουν ώστινος πηγής πολυχεύμονος ελέους και συμπαθείας της Αγίας γνωριζομένης και λεγομένης και πάντων των χρηζόντων προς αυτήν συρρεόντων, συνέβη το Μοναστήριον να καταντήση εις εσχάτην πτωχείαν και αι εν αυτώ μονάζουσαι ήρχισαν να γογγύζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν δια την στέρησιν των προς το ζην αναγκαίων. Αλλ’ η θεοχαρίτωτος αύτη δεν έπαυε από του να τας νουθετή λέγουσα, ότι να έχουν πίστιν εις τον Θεόν, τον και τους νεοσσούς των κοράκων τους επικαλουμένους αυτόν διατρέφοντα και να στέκωσι στερεαί εις τα αψευδέστατα αυτού και πανάγια λόγια, οπού λέγουν: « ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ και ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν ». Το οποίον και έγινε μετ ‘ ολίγας ημέρας εμπράκτως δια μέσου δύο αρχόντων, οίτινες κατά θείαν νεύσιν ήλθον χάριν προσκυνήσεως εις το Μοναστήριον και έδωκαν τη Αγία μιαν πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην και έτσι αι αδελφαί εδόξασαν τον πλουτοδότην Θεόν και εθαύμασαν την προς αυτόν της Αγίας αδίστακτον πίστιν.

Ήσαν δε κατ’ εκείνο του καιρού υπό τους Αγαρηνούς γυναίκες αιχμάλωτοι από διαφόρους τόπους εν ταις Αθήναις. Αλλ’ την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν και πειρασμούς και κινδύνους, οπού υπέρ της εκείνων σωτηρίας και αναρρύσεως υπέμεινεν η αείμνηστος, πας λόγος αδυνα τεί προς αξίαν να παραστήση. Ημείς όμως εν εκ πολλών ειπόντες, θέλομεν κάμει τους αναγινώσκοντας να συμπεράνουν ποταπήν ζέσιν και πόθεν είχεν η όντως φιλόθεη Φιλοθέη υπέρ της των αδελφών σωτηρίας. Τέσσαρες γυναίκες αιχμάλωτοι ακούσασαι την της Αγίας φήμην και ευκαιρίας τυχούσαι, εδραπέτευσαν από τους αυθέντας τους, όπου τους εβίαζαν εις την της πίστεως εξάρνησιν και κατέφυγον προς αυτήν. Η οποία με την συνηθισμένην της ευμένειαν και φιλοφροσύνην αυτάς υποδεξαμένη, και νουθετήσασα ικανώς εις το να στέκουν ανδρείαι εις τους υπέρ πίστεως κινδύνους και να μην λυπούνται πολλά δια τη δουλείαν, επαρατηρούσε καιρόν αρμόδιον εις το να τας κατευοδώση εις τα ιδίας αυτών πόλεις. Ου πολύ το εν μέσω και οι κύριοι των φυγάδων μαθόντες τα γενόμενα, ώρμησαν ως άγριοι θήρες εις την κέλλαν της Αγίας και αρπάσαντες αυτήν, και τοι γε ούσαν κλινοπετή ημέρας πολλάς, παρέστησαν τω τότε ηγεμόνι, μουσουλμάνω και αυτώ όντι, και την έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν. Η δε χαρείσα επί τούτω μάλλον ή λυπηθείσα, ήτο έτοιμη να θυσιάση και αυτήν την ζωήν, παρά να προδώση τας ικέτιδας εκείνας γυναίκας, δεικνύουσα εμπράκτως την λέγουσαν εν Ευαγγελίοις φωνήν : «μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού». Ποίος ήθελε κρίνη ολιγώτερον τούτο από εκείνο, οπού έκαμε πάλαι ο μέγας Πατήρ ημών και ουρανοφάντωρ Βασίλειος;Ούτος γαρ δια μια χήραν γυναίκα των ευγενών, όπου εβιάζετο τότε από τον ύπαρχον εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν και εις διαφέντευσιν της οικείας σωφροσύνης κατέφυγε προς αυτόν, αντέστη γενναιοφρόνως και μετά χαράς πρότερον ήθελε προτείνει εις σφαγήν τον αυχένα, παρά να προδώση την σώφρονα εκείνου χήραν. Και περί τούτου ανάγνωθι και στοχάσου πόσον υπερθαυμάζεται εις τον επιτάφιον αυτού λόγον, οπού συνέγραψεν ο ομότροπος αυτώ και σύγχρονος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Τη επαύριον πάλιν συνάγεται πλήθος πολύ των Αγαρηνών, και ως κατά του Κυρίου πάλαι οι Ιουδαίοι, εβόων το « ἔνοχος θανάτου ἐστί ». Τότε ο ηγεμών εκβαλών της φυλακής την αγίαν της επροέβαλε να διαλέξη από τα δύο το εν, ήτοι δηλονότι το δια ξίφους θάνατον ή την εξόμωσιν της θειοτάτης και ευαγούς ημών λατρείας. Αλλ’ ω της εκείνου ανοίας και ματαιοφροσύνης, εις ποίαν πέτραν τα βέλη της αθεΐας εδοκίμασε να ρίψη ο δείλαιος! «Εγώ, λέγει, ω ηγεμών, διψώ να υπομείνω διάφορα είδη κολαστηρίων δια το όνομα του Χριστού, το οποίον εξ όλης ψυχής και καρδίας Θεόν αληθινόν και άνθρωπον τέλειον λατρεύω και προσκυνώ και μου κάμνεις μεγάλην χάριν, αν μια ώραν προτύτερα με ήθελες εξαποστείλει προς αυτόν δια του μαρτυρικού τούδε στεφάνου». Με τέτοια λόγια τω τυράννω αποκριθείσα η τρισολβία και φερώνυμος Φιλοθέη, βέβαια εντός ολίγου ήθελε τελειωθή δια μαρτυρίου ανίσως και μετ ‘ ου πολύ κατά θείαν άντικρυς βούλησιν δεν ήθελαν προφθάσει τινές των χριστιανών και την πάσαν αλήθειαν ερευνήσαντες και τον κριτήν καταπραΰναντες, ήθελαν την ελευθερώσει. Και ούτως απήλθεν εις τα ίδια η Αγία Μάρτυς αναίμακτος, καθώς επί Κωνσταντνίνου του Μεγάλου ο μυροβλήτης Νικόλαος, και πάλιν μετά πολλών ετών περιόδους ο από Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Τέτοια περιστατικά άρα γε να επροξένησαν εις την Αγίαν καμμίαν ψυχρότητα ή αμέλειαν εις τον δρόμο της αρετής; Ουδαμώς. Αλλ’ έκτοτε πάλιν η παμμακάριστος των με όπισθεν επιλανθανομένη, τοις δε εμπροσθεν επεκτεινομένη, δεν έπαυε καθ’ εκάστην από τας συνηθισμένας της αγαθοεργίας, ου μόνον την ιδίαν της την ψυχήν κατακοσμούσα με όλην την καλλονήν και ευπρέπειαν των αρετών, αλλά και των άλλων τους μεν επιστηρίζουσα εις το καλόν, τους δε βελτιούσα και εις μετάνοιαν άγουσα. Δια τούτο και αποκλειστικώς διεπέρασεν εις την νήσον Τζίαν, ένθα προ πολλού είχε οικοδομημένον Μετόχιον, δια να αποστέλλη τας μοναζούσας εκείνας παρθένους, οπού είχον φόβον από διαφόρους αιτίας να διατρίβωσιν εν Αθήναις και επιμείνασα εκεί χρόνον συχνόν, και τας ασκουμένας αδελφάς θεαρέστως κατηχήσασα εις της μοναδικής ζωής την ακρίβειαν, επέστρεψε πάλι εις τας Αθήνας. Τις αριθμήση πλέον τα μετά την επάνοδον αυτής ένθεα κατορθώματα; Την εις τους δεομένους αφθονίαν, το φιλόξενον, τας παννυχίους στάσεις, την άκραν εγκράτειαν ; Ούτως ουν εν πράξει και θεωρία τελείως τον εαυτής βίον ρυθμίσασα, ηξιώθη παρά Θεού να επιτελή θαυμάσια, από τα οποία θέλομεν ειπεί εν εις μαρτυρίαν.

Νεανίας τις, ποιμήν προβάτων, δεδομένος εκ νεαράς ηλικίας εις κλεψίας και άλλας ραδιουργίας, κατά Θεού παραχώρησιν κατεκρατήθη υπό του Σατανά, όθεν γυμνός και τετραχηλισμένος εφέρετο εις όρη και σπήλαια, θέαμα όντως ελεεινόν. Πολλάκις όταν ήρχετο εις τον εαυτόν του εσύχναζεν εις τα πέριξ μοναστήρια δια να εύρη ιατρείαν του πάθους του, πλην εις μάτην. Τέλος πάντων παρ’ άλλων οδηγηθείς προσήλθε και τη Αγία, η οποία ευσπλαγχνιθείσα αυτόν, μετά συντόνου και εκτενούς προσευχής τον ελύτρωσε της διαβολικής εκείνης μάστιγος και νουθετήσασα αυτόν ικανώς τον εκούρευσε και Μοναχόν και ούτως επέρασε το υπόλοιπο της ζωής του εν μετανοία και ασκήσει, θαυμαζόμενος υπό πάντων.

Πολλοί λοιπόν τόσο εκ της ιδίας πολιτείας των Αθηνών, όσον και εκ των πέριξ κωμών ακούοντες την φήμην της Αγίας, προσερχόμενοι ελάμβανον ψυχικάς και σωματικάς ιατρείας, όθεν δια την τοιαύτην ενόχλησιν και δια το πλήθος των Μοναζουσών, οπού καθ’ εκάστην ημέραν ηύξανον και εστεναχωρείτο το Μοναστήριον, επαρακινήθη η Αγία και ωκοδόμησε και έτερον μακράν ολίγον της πόλεως εις τόπον λεγόμενον Πατήσια, προς τελειοτέραν ησυχίαν των αδελφών, εις το οποίο συχνάζουσα συνεφιλοσόφει και συνησκείτο μετά των υπ’ αυτήν. Όπως δε ηξιώθη η αείμνηστος και μαρτυρικού ήδη τέλους, ακούσατε.

Των εκ της ’γαρ τινές τρέφοντες προ πολλού κατ’ αυτής μίσος και έχθραν ανείκαστον δια τας αιτίας εκείνας, οπού εν προοιμίοις ειρήκαμεν, επήγαν δια νυκτός εις το εν Πατήσιοις ειρημένον Μονύδριον (έτυχε δε τότε να επιτελήται η μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγείτου και η Αγία μετά των λοιπών αδελφών να προσμένωσι τω θείω Ναώ, ολονύκτιον ακολουθίαν ποιούσαι ) και εισπηδήσαντες πέντε εξ αυτών, ήρπασαν την Αγίαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή. Η δε επί τούτω πολλάς ευχαριστίας τω Θεώ αναπέμψασα, μετ ‘ ολίγον καιρόν των πληγών εκείνων εδέξατο το μακάριον τέλος και απήλθε προς τας ουρανίους Χοροστασίας κατά το χιλιοστόν πεντακοσιοστόν ογδοηκοστόν ένατον έτος από Χριστού, του Φεβρουαρίου μηνός δεκάτην ενάτην.

Αυτά είναι, αγαπητοί αδελφοί, της αοιδίμου και όντος φιλοθέου Φιλοθέης τα ένθεα κατορθώματα, την οποία ας αγωνίζεται καθ’ ένας να μιμήται το κατά δύναμιν, ο μεν το εις τους δεομένους αυτής κοινωνικόν και ευμετάδοτον, ο δε το εν πειρασμοίς και θλίψεσι καρτερικόν και ευχάριστον. ’λλος το εν νηστείαις και προσευχαίς οίον ασώματόν τε και άϋλον και άλλος άλλο, ως έκαστος έχει κλίσεως και δυνάμεως και ας μη προφασιζώμεθα προφάσεις εν αμαρτίαις, λέγοντες, ότι τάχα αύται αι θεάρεστοι και ενάρετοι πράξεις εγίνοντο τον τότε καιρόν. Αύται αι αιτιολογίαι είναι μάταιαι και διαβολικαί. Διότι ο Θεός ως παντοδύναμος και πανάγαθος επίσης, πάντοτε δίδει εις όλους την χάριν του και θέλει πάντας σωθήναι, παρ’ ημών δε μόνον την προαίρεσιν και την κλίσιν εις το καλόν απαιτεί, καθώς το βλέπομεν και από άλλα παραδείγματα, μάλιστα από την προκειμένην Αγίαν. Δεν ήτο και αυτή φύσεως ασθενεστέρας, καθό γυνή; Δεν ήτο εις τον καιρόν εκείνον, καθ’ ον την σήμερον και ημείς; Δεν απήντησε τόσους και τόσους πειρασμούς, και εμπόδια εις τον δρόμο της πολιτείας της; Αλλ’ όμως κανένα από αυτά δεν εδυνήθη να παραλύση και να ψυχράνη την ζέσιν και αγάπην οπού είχε προς τον Θεόν. Δια τούτο και ημείς ας αγωνισθώμεν τον δυνατόν τρόπον να προσφέρωμεν εις τον Θεόν κανέναν καρπόν αρετής, δια να μη έλθη καιρός να μετανοήσωμεν ανωφελώς. Ας εκριζώσωμεν καν από την ψυχή μας τα πάθη εκείνα, όπου είναι αναπολόγητα και παρά Θεώ και παρά ανθρώποις, λέγω τον φθόνον, την κατάκρισιν, την μνησικακίαν, δια να μην ηθέλαμεν γένη ένοχοι της αιωνίου κολάσεως, αλλά θεαρέστως πολιτευσάμενοι, ηθέλαμεν αξιωθή της επουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία της υπερφώτου και παναγίας Τριάδος, και δια πρεσβειών της οσίας και θεοφόρου μητρός Φιλοθέης. Αμήν.

†Διονυσίου Ψαριανού, Επισκόπου Ρωγών,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, 1953, σελ. 55-62

 
Γράψτε ένα σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Φεβρουαρίου 18, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Ο Ορθόδοξος Άγιος Βαλεντίνος

 

άγιος Βαλεντίνος ορθοδοξία

Τα αρχαία μαρτυρολόγια της Εκκλησίας της Ρώμης σημειώνουν τη 14η Φεβρουαρίου ως ημέρα μνήμης του «μάρτυρος Βαλεντίνου, πρεσβυτέρου Ρώμης» (Valentinus = σθεναρός στα λατινικά). Δυστυχώς τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε για τον άγιο είναι ελλιπή.

Το μαρτύριο του αγίου στη Ρώμη

Ο άγιος Βαλεντίνος έζησε στη Ρώμη τον 3ο αιώνα και ήταν ιερέας ο οποίος βοηθούσε τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια των διωγμών από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο Β’ το Γότθο. Η μεγάλη αρετή και η κατηχητική δράση του αγίου είχαν γίνει γνωστές• έτσι συνελήφθηκε και παρουσιάστηκε ενώπιον του αυτοκρατορικού δικαστηρίου… «Γιατί, Βαλεντίνε, θέλεις να είσαι ο φίλος των εχθρών μας και απορρίπτεις τη φιλία μας;» ρώτησε ο αυτοκράτορας, τότε ο άγιος απάντησε, «Άρχοντα μου, αν ήξερες το δώρο του Θεού, θα ήσουν ευτυχής και μαζί σου η αυτοκρατορία σου, θα απορρίπτατε τη λατρεία των ειδώλων και θα λατρεύατε τον αληθινό Θεό και τον Υιό του Ιησού Χριστό». Ένας από τους παρόντες δικαστές διέκοψε τον άγιο ρωτώντας τον τι πιστεύει για το Δία και τον Ερμή, τότε ο άγιος Βαλεντίνος θαρραλέα απάντησε «Είναι άθλιοι, και πέρασαν τη ζωή τους μέσα στη διαφθορά και το έγκλημα!» Ο δικαστής, εξαγριωμένος, φώναξε, «βλασφήμησε ενάντια στους Θεούς και ενάντια στην αυτοκρατορία!» Ο αυτοκράτορας εν τούτοις συνέχισε τις ερωτήσεις του με περιέργεια, ικανοποιημένος μιας και βρήκε την ευκαιρία να μάθει ποια ήταν επιτέλους η πίστη των Χριστιανών. Ο Βαλεντίνος βρήκε λοιπόν το θάρρος να τον προτρέψει να μετανοήσει για το αίμα των Χριστιανών που είχε χύσει. «Πίστεψε στον Ιησού Χριστό, βαφτίσου και θα σωθείς, και ήδη από αυτή τη στιγμή θα διασφαλίσεις τη δόξα της αυτοκρατορίας σου και το θρίαμβο των όπλων σου» Ο Κλαύδιος άρχισε να πείθεται, και να λέει σε εκείνους που ήταν παρόντες: «ακούστε τι όμορφη διδασκαλία που μας κηρύττει αυτός ο άνθρωπος». Αλλά ο έπαρχος της Ρώμης, δυσαρεστημένος, άρχισε να φωνάζει «Δείτε πώς αυτός ο Χριστιανός παραπλανεί τον Πρίγκιπά μας». Τότε ο Κλαύδιος, παρέπεμψε τον άγιο σε άλλο δικαστή. Αυτός ονομάζονταν Αστέριος, είχε ένα μικρό κορίτσι που ήταν τυφλό δύο χρόνια. Ακούγοντας για τον Ιησού Χριστό, πως είναι το Φως του κόσμου, ρώτησε το Βαλεντίνο εάν θα μπορούσε να δώσει εκείνο το φως στο παιδί του. Ο άγιος Βαλεντίνος λοιπόν, έβαλε το χέρι του στα μάτια της και προσευχήθηκε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, αληθινό Φως, φώτισε αυτό το τυφλό παιδί» Ω θαύμα μέγα! Το παιδί είδε! Έτσι ο δικαστής με όλη την οικογένειά του ομολόγησε Χριστό. Νήστεψαν για τρεις ημέρες, κατέστρεψαν τα είδωλα που είχαν στο σπίτι τους και τέλος έλαβαν το άγιο βάπτισμα. Μόλις ο αυτοκράτορας έμαθε για όλα αυτά τα γεγονότα, σκέφτηκε αρχικά να μην τους τιμωρήσει, όμως η σκέψη πως στα μάτια των υπηκόων του θα φανεί αδύναμος τον ανάγκασε να προδώσει το αίσθημα δικαίου που είχε. Έτσι λοιπόν ο άγιος Βαλεντίνος μαζί με άλλους Χριστιανούς αφού πρώτα τους βασάνισαν τους αποκεφάλισαν στις 14 Φεβρουαρίου του έτους 268 (ή 269).

Τα λείψανα του αγίου στην Αθήνα

Μετά το μαρτύριο κάποιοι χριστιανοί περιμάζεψαν το σώμα του αγίου και λίγο από το αίμα του σε κάποιο φιαλίδιο. Το σώμα του Μάρτυρα μεταφέρθηκε και θάφτηκε στις Κατακόμβες της αγίας Πρίσκιλλας, τόπο κατεξοχήν ενταφιασμού των μαρτύρων. Με την πάροδο του χρόνου, κατά κάποιο τρόπο «λησμονήθηκε» δεδομένου ότι σχεδόν καθημερινά ενταφιάζονταν σε αυτές τις κατακόμβες νέοι μάρτυρες για αρκετούς αιώνες. Η ανάμνηση όμως του μαρτυρίου του αγίου Βαλεντίνου παρέμεινε ζωηρή, ιδιαίτερα στην τοπική Εκκλησία της Ρώμης. Επίσημα η μνήμη του αγίου Βαλεντίνου θεσπίστηκε το 496 από τον Πάπα άγιο Γελάσιο.
Έτσι περνούν 15 αιώνες και φθάνουμε στα 1815 οπότε η θεία βούληση έμελλε να «ταράξει» την αιώνια ανάπαυση του αγίου. Τότε τα λείψανα δωρήθηκαν από τον Πάπα σε κάποιον ευγενή Ιταλό ιερέα (κατά την συνήθεια της εποχής). Ύστερα τα λείψανα «χάνονται» πάλι μέχρι το 1907 οπότε τα ξαναβρίσκουμε στη Μυτιλήνη! στο ρωμαιοκαθολικό ναό της Παναγίας. Φαίνεται πως μετά το θάνατο του κληρικού αυτού κάποιος απόγονος του ο οποίος είχε κληρονομήσει τα λείψανα πρέπει να μετανάστευσε στη Μυτιλήνη, στην οποία τότε υπήρχε ακμάζουσα κοινότητα δυτικό-ευρωπαίων ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών. Εκεί λοιπόν παραμένουν μέχρι και το 1990 οπότε και μεταφέρονται στην Αθήνα στο ναό των αγίων Φραγκίσκου και Κλάρας της Ιταλικής παροικίας, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Άγιος Βαλεντίνος ο Έλληνας

Αρχικά θα πρέπει να πούμε πως επαρκή στοιχεία για την εθνική καταγωγή του αγίου δεν υπάρχουν εκτός κάποιες (αποχρώσες) ενδείξεις πως ο άγιος ήταν ελληνικής καταγωγής. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε πως η αρχαιότερη απεικόνιση του αγίου που φέρει την επιγραφή «O ΑΓΙΟC BAΛΕΝΤΙΝΟC» στα ελληνικά, βρίσκεται στην εκκλησία της Παναγίας της Αρχαίας (Santa Maria Antiqua) του 6ου αιώνα η οποία ήταν η ενορία των Ελλήνων της Ρώμης. Στο ναό αυτό τιμούσαν ιδιαίτερα τους Έλληνες αγίους και γενικά τους εξ’ Ανατολής. Την αγιογράφηση και την ανακαίνιση του ναού είχε παραγγείλει ο Έλληνας Πάπας Ιωάννης ο Ζ’ (705-707) και την τελείωσαν οι διάδοχοί του, μεταξύ των οποίων ο τελευταίος Έλληνας Πάπας Ρώμης Ζαχαρίας (741-752). Ίσως όμως δεν είναι τυχαίο ότι μετά από 17 αιώνες τα λείψανα ήρθαν στην Ελλάδα. Το θέμα όμως εδώ χωρά ακόμη πολύ έρευνα.

Άγιος Βαλεντίνος προστάτης των ερωτευμένων

Εκτός από τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε για τον άγιο Βαλεντίνο, η ζωή του συνοδεύεται από διάφορους θρύλους, όπως αυτή που τον θέλει προστάτη των ερωτευμένων…
Ο άγιος που είχε τη φήμη του ειρηνοποιού, κάποια μέρα ενώ καλλιεργούσε στον κήπο του τριαντάφυλλα, άκουσε ένα ζευγάρι να μαλώνει πολύ έντονα. Αυτό συγκλόνισε τον άγιο, ο οποίος αφού έκοψε ένα τριαντάφυλλο, βγήκε στο δρόμο πλησίασε το ζευγάρι και τους παρακάλεσε να τον ακούσουν. Αυτοί έστω και ανόρεκτα υπάκουσαν, ο άγιος αφού τους πρόσφερε το τριαντάφυλλο τους ευλόγησε. Αμέσως η αγάπη επανήλθε ανάμεσα τους, λίγο αργότερα αυτοί επέστρεψαν και ζήτησαν στον άγιο να ευλογήσει το γάμο τους. Άλλη παράδοση αναφέρει πως μια από τις κατηγορίες εναντίον του αγίου ήταν πως είχε απειθαρχήσει στην εντολή του αυτοκράτορα να μην συνάπτουν γάμο άνδρες που δεν είχαν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, ενώ ο άγιος είχε ευλογήσει το γάμο νεαρών Χριστιανών στρατιωτών με τις αγαπημένες τους.
Περά από όλα αυτά πιθανότατα η επιλογή του ως «αγίου των ερωτευμένων» να σχετίζεται και με την ειδωλολατρική γιορτή των Λουπερκαλίων, γιορτή της γονιμότητας, που εορτάζονταν από τους Ρωμαίους στις 15 Φεβρουαρίου• άλλοι συνδέουν τη γιορτή με την εποχή του ζευγαρώματος των πουλιών κατά την περίοδο αυτή. Σίγουρο πάντως είναι πως ο άγιος δεν έχει καμία σχέση με το εμπόριο (marketing) των λουλουδιών, των δώρων και των κοσμικών κέντρων που ευτελίζουν τον Έρωτα, το μεγάλο αυτό δώρο του Θεού.

Άγιος Βαλεντίνος και Ορθοδοξία

Πολλοί είναι όμως αυτοί που προβάλλουν την ένσταση πως ο άγιος Βαλεντίνος δεν αναφέρεται πουθενά στο εορτολόγιο της Ορθόδοξής Εκκλησίας. Πράγματι στις 14 Φεβρουαρίου στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας αναφέρονται οι όσιοι Αυξέντιος, Μάρωνας και οι νεομάρτυρες Νικόλαος και Δαμιανός. Η εξήγηση είναι απλή: την αρχαία εποχή που συντάσσονταν οι αγιολογικοί κατάλογοι, τα συναξάρια και τα μαρτυρολόγια είχαν καθαρά τοπικό χαρακτήρα και η φήμη ενός αγίου δεν σήμαινε πως εκτεινόταν σε όλη την Εκκλησία. Έτσι υπάρχουν άγιοι που τιμώνταν σε μία περιοχή πολύ ενώ σε άλλη ήταν εντελώς άγνωστοι, π.χ ο άγιος Δημήτριος που είναι πασίγνωστος σε όλη την Ανατολική Εκκλησία, στη Δύση δεν τιμάται καθόλου, είναι σχεδόν άγνωστος, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν είναι άγιος. Άλλο παράδειγμα από τη σύγχρονη Εκκλησία: ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης (†1922) ενώ στην Ελλάδα είναι γνωστός, στη Ρωσία είναι παντελώς άγνωστος, αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν είναι άγιος.
Ο άγιος Βαλεντίνος είναι άγιος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και δεν τίθεται θέμα επειδή τιμάται στη Δύση σήμερα, το Σχίσμα –η μεγάλη αυτή τραγωδία και μέγα σκάνδαλο της διαίρεσης των Χριστιανών- ήρθε πολύ αργότερα. Όσοι λοιπόν τιμούν τον άγιο Βαλεντίνο έργο θεάρεστο επιτελούν γιατί «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ… καί ὁ Θεός ἡμῶν ἐν ἁγίοις ἐπαναπαύεται».

Τιμή μάρτυρος-Μίμησις μάρτυρος

Τιμούμε τους αγίους μας και τον άγιο Βαλεντίνο όταν μιμούμαστε το θάρρος τους να διακηρύττουν την πίστη τους στο Σωτήρα Χριστό ακόμη και με κόστος την ίδια τους τη ζωή. Τους τιμούμε όταν τους επικαλούμαστε να πρεσβεύσουν στον Θεό να μας ελεήσει και να συγχωρέσει τις πολλές μας αμαρτίες. Τους τιμούμε όταν μας είναι υποδείγματα κατά Χριστόν ζωής. Δεν τιμούμε τους αγίους όταν εξαντλούμε την «τιμή» τους σε κοσμικές διασκεδάσεις και γλέντια στην καλύτερη περίπτωση… Τιμή μάρτυρος – Μίμησις μάρτυρος!

Πηγές:

1. Εγκυκλοπαίδεια New Advent (www.newadvent.org)
2. Patron Saints Index (www.catholic-forum.com/saints/indexsnt.htm)
3. Oxford Dictionary of Saints
4. Ελληνισμός & Ορθοδοξία, Εκδόσεις PSL Λιβάνη
5. Ο άγιος Βαλεντίνος της Αθήνας, Εκδόσεις Καλός Τύπος

Αναδημοσίευση: Ιστότοπος Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Κερατέας-ΖΩΝΤΑΝΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

 
2 σχόλια

Αναρτήθηκε από τον/την στο Φεβρουαρίου 13, 2012 in AΞΙΟΛΟΓΑ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 

Αγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (4 Φεβρουαρίου)


 

Επιστολή του Αγίου στον Μάρωνα

(Ότι η γαστριμαργία είναι η μητέρα των αλόγων παθών και ότι πρέπει να παιδαγωγούμε το σώμα με νηστείες και ύπνο πάνω στο έδαφος).

 

Προσπαθώ να βρω πολλούς τρόπους νουθεσίας, με τους οποίους όχι μόνο θέλω, αλλά προσεύχομαι να συνέλθεις από τη μέθη. Πες μου λοιπόν, πες μου, αγαπητε, στο όνομα της αλήθειας του Θεού· Δεν ήταν η γαστριμαργία εκείνη που έδιωξε τους πρώτους ανθρώπους από τον παράδεισο της απόλαυσης; Δεν ήταν ο κόρος εκείνος που γύμνωσε τον Ησαύ από τα πρωτοτόκια και την ελευθερία του; Δεν ήταν η περιττή βρώση βοδιών και των προβάτων που εξοστράκισε τον Σαούλ από τη βασιλεία και από την ίδια τη ζωή; Δεν ήταν η επιθυμία των κρεάτων και των βραστών που εξολόθρευσε με χιλιάδες βάσανα και πειρασμούς τους Ισραηλίτες στην έρημο; Δεν ήταν η λυσσώδης γαστέρα, η αρπαγή των κρεάτων, η κραιπάλη και η μανία για γυναίκες, που στέρησαν από τον Οφνί και τον Φινεές την ιερωσύνη, την κιβωτό, τη δύναμη, τη δόξα και την τιμή των φυλών και τους παρέδωσαν στους εχθρούς και τα ξίφη τους; Δεν ήταν η κρεωφαγία, που κατέστησε και τους ιερείς της αισχύνης άξιους θανάτου την εποχή του Ηλία; Δεν ήταν η όρεξη της κοιλιάς και η επιθυμία των φαγητών που παρέδωσε στο θάνατο τους λάτρεις του Βηλ, οι οποίοι αποκαλύφθηκαν από τη στάχτη;

Δεν ήταν, από το άλλο μέρος, η νηστεία και η άρνηση της συζυγικής σχέσης που διέσωσαν τον Νώε και τους δικούς του από την τρικυμία της παράξενης εκείνης θάλασσας, αφού έτρωγαν μόνο σπόρους και δεν έρχονταν σε σαρκική επαφή με τις συζύγους τους; …Δεν ήταν η νηστεία εκείνη που έδωσε ζωή στους Νινευΐτες, για τους οποίους είχε ληφθεί απόφαση θανάτου σε σύντομο χρόνο; Δεν ήταν η νηστεία που ανέδειξε τον θαυμαστό Δανιήλ και τους ομόφρονές του ανώτερους από τον τύραννο και τη σφοδρότητα της φωτιάς; Δεν ήταν η νηστεία και η σεμνή ζωή που κατέστησε τον Ιωάννη Βαπτιστή του σαρκωθέντος Θεού, αφού απέκτησε αγνότητα άξια τόσο μεγάλης μυσταγωγίας; Δεν ήταν η νηστεία, η γύμνια, ο ύπνος πάνω στο έδαφος και η ταλαιπωρία του σώματος , που κατάστησαν τον Παύλο ικανό ν’ ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά ανέκφραστους λόγους στον παράδεισο;

Για ποιό λόγο λοιπόν, αφήνοντας τη μίμηση αυτών, αγαπάς με τρόπο κακόβουλο τα χειρότερα από αυτά; Αν λοιπόν δεν είσαι τελείως εκτός εαυτού και δέν ξέχασες τον Θεό, επίστρεψε στη φύση σου που διαθέτει όλα όσα υπηρετούν τον Θεό, και μάθε ποιος είναι εκείνος που σε εδημιούργησε και σε εξαγόρασε με αντίτιμο το αίμα του, και μη γίνεσαι δούλος της σάρκας, καθιστώντας αντίδικό σου τον Σωτήρα και ευεργέτη κριτή.

 

( Ισιδώρου Πηλουσιώτου, «Απαντα τα έργα, Επιστολές»,  Ε.Π.Ε 1 σ.

 
1 σχόλιο

Αναρτήθηκε από τον/την στο Φεβρουαρίου 3, 2012 in ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 103 other followers